Η απεικόνιση του ζώου στο έργο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και οι εικαστικές της συνάφειες

Εγκατάσταση της Kiki Smith στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Λονδίνου
Εγκατάσταση της Kiki Smith στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Λονδίνου

Στο σύντομο αυτό κείμενό μου έχω στόχο αφενός να αναδείξω το ζώο -και μάλιστα συγκεκριμένα ζώα- ως στοιχείο της ποιητικής της Ρουκ αφετέρου να καταδείξω τη συγγένεια τέτοιων ποιημάτων με έργα της εικαστικού Kiki Smith. Η Smith —κατά πολύ νεότερη της Ρουκ, γεννημένη το 1954—- μέσω των έργων της —πίνακες, γλυπτά ακόμη και ταπισερί— ασχολείται με το σώμα (I want to express through it who we are, how we live and die δηλώνει) και συχνότερα με το γυναικείο αποδίδοντας πλευρές της ενσώματης γυναικείας υποκειμενικότητας, η στόχευσή της δηλαδή είναι παραπλήσια με εκείνην της Ρουκ.
Ξεκινώ με δύο εισαγωγικές παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι γενικότερη και αφορά στη σταδιακή, αν και όχι ολοκληρωτικά αποδεκτή, μεταβολή στην ορολογία: οι όροι άνθρωπος και ζώο αντικαθίστανται συχνά πλέον από τους αντίστοιχους ανθρώπινα και μη ανθρώπινα ζώα/όντα περιορίζοντας σε δεύτερο πλάνο αλλά όχι εξαλείφοντας την πρωτοκαθεδρία του ανθρώπου/ανθρώπινου ζώου εμμένοντας δηλαδή στο γενικό δυτικό δυιστικό/διπολικό πλαίσιο. Παράλληλα με την παραπάνω τάση ο ειδισμός (σπισισμός) επιχειρεί την αλλαγή στην κατεξοχήν ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου θα χρησιμοποιήσω, καθαρά για πρακτικούς λόγους, και τους δύο τύπους με την εξής διάκριση: άνθρωπος-ζώο κατά τις αναφορές στα ίδια τα κείμενα καθώς η Ρουκ χρησιμοποιεί πολύ συχνά τη λέξη ζώο -και φυσικά η ίδια βρίσκεται έξω από το πλαίσιο αυτών των θεωρητικών εξελίξεων- και ανθρώπινο-μη ανθρώπινο ζώο στις θεωρητικές αναφορές.
Η δεύτερη παρατήρησή μου αφορά στο σώμα ποιημάτων της Ρουκ. Επανειλημμένα και επίμονα η κριτική έχει εστιάσει στην υλική σωματικότητα που διατρέχει την ποίηση της επισημαίνοντας τη μέσω του υλικού σώματος έκφραση της ερωτικής επιθυμίας, της ασθένειας, της φθαρτότητας, του θανάτου. Εντούτοις, ελάχιστα έχει ληφθεί υπόψη συνδυαστικά με το παραπάνω στοιχείο η δήλωση της ίδιας της Ρουκ ότι πρωταρχική πηγή της ποίησής της είναι η φύση: «Για μένα, η ποίηση και η φύση είναι αδιάρρηκτα δεμένες. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα ποίημα που να μην ξεκινάει από τη φύση, έστω κι αν θεματικά δε μοιάζει να έχει κάποια σχέση» (Παναγιώτου 2007). Με σημείο εκκίνησης τη φύση η παρουσία μη ανθρώπινων ζώων μπορεί να εντάξει αυτή τη σωματικότητα σε πλαίσιο ενότητας ανθρώπινων μη ανθρώπινων όντων. Αν και στη βάση του το έργο της Ρουκ σφραγίζεται αναπόφευκτα από μια ανθρωποκεντρική αντίληψη της φύσης, το πλήθος των αναφορών σε αυτήν, η συχνή προβολή της συγγένειας ανθρώπινων- μη ανθρώπινων όντων που διέπει τα ποιήματά της μπορεί να θεωρηθεί ως μια ιδιοπρόσωπη απόκλιση από την απολυτότητα του ανθρωποκεντρισμού. Η αρνητικά φορτισμένη σχέση ανθρώπου-ζώου αντιστρέφεται καθώς η υπεροχή της νόησης, του Λόγου που συνεπάγεται την κυρίαρχη θέση του ανθρώπου στον κόσμο, υπονομεύεται από την κοινή «ζωικότητα».
Στη συλλογή Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό (1974) ήδη στον τίτλο, η μετακίνηση από τον ανθρωποκεντρικό προς ένα γενικευτικό χαρακτηρισμό (θηλαστικό) οδηγεί προς ταύτιση το ανθρώπινο στοιχείο, ακριβέστερα το γυναικείο ανθρώπινο, με το μη ανθρώπινο, χωρίς αυτό να συνιστά αποανθρωποποίηση αλλά μια συμπαντική ενοποίηση ανθρώπου-ζώου όπου τα ζώα λειτουργούν ως συνδετικός κρίκος του ανθρώπινου στοιχείου με το σύμπαν. Ένα οικοκεντρικό όραμα προβάλλεται επομένως όπου τα μη ανθρώπινα όντα λειτουργούν αυτόνομα και σε μια διαδραστική σχέση και όχι ως εξαρτώμενα υπό την αυταρχική επιβολή του ανθρώπου. Στην ενότητα ποιημάτων «Στον τόπο αυτό ύπνος και ξημερώματα» (Ποιήματα ΄63-΄69), με αφορμή την ανωριμότητα της ηλικίας των δεκαοκτώ ετών, η ποιητική φωνή αποφαίνεται: «κι ούτε που ζυγίζουν/του ζώου την αξία/του ζώου τη φύση την αιώνια.». Δεν πρόκειται φυσικά για ζωοφιλική δήλωση αλλά για αναγνώριση της οικειότητας ανθρώπου-ζώου στο πλαίσιο ενός οργανικά συνδεδεμένου φυσικού όλου. Στο ίδιο ποίημα: «Την ώρα εκείνη/που με το λύκο τη συνταιριάζουν οι ποιητές/την ώρα εκείνη/το σώμα μόνο τη γνωρίζει/σφαδάζει, γρυλίζει/». Η ιδιαίτερη αίσθηση των ποιητών συλλαμβάνει τη συνάφεια ενώ οι ιδιότητες του ζώου μεταφέρονται στην ενσώματη ανθρώπινη εμπειρία στη βάση μιας κοινής συμπεριφοράς που αναγνωρίζεται σωματικά και υπογραμμίζεται από το «γρυλίζει».
Με άλλα λόγια τα ζώα στο έργο της Ρουκ είναι ένα είδος κατοπτρικών όντων όπου η διαφορά ανθρώπινου-μη ανθρώπινου αίρεται μέσω των λογοτεχνικών τρόπων -μεταφορών και παρομοιώσεων-. Η ταύτιση αυτή είναι εμφανής στο ποίημα «Η ιστορία του λύκου μου» από την πρώτη συλλογή της Ρουκ Λύκοι και σύννεφα (1963) οπότε και εισάγεται στην ποιητική της ο λύκος αλλά και μια μακρά σειρά από ζώα. Πρόκειται για το ποίημα «Η ιστορία του λύκου μου» την αφήγηση δηλαδή του μοναχικού λύκου που διακρίνει τον εαυτό του από την ανθρώπινη κοινωνία «κι οι εκκλησιές/γιορτές θάνατοι/ στην πέρα πλαγιά». Ο λύκος δεν εξανθρωπίζεται, δε μιλά μόνον ως σύμβολο ανθρώπου, όπως στους μύθους αλλά γίνεται η ποιητική φωνή, ζωώδης (φυσική) και ανθρώπινη (στοχαστική) ταυτόχρονα: «Χλιαρή η ανάσα μου/στα χαμηλά βότανα/μικρά τα ερπετά/τρέμουν τη μοναξιά μου[…]Στάχυα και χελιδόνια/παρασύρουν την αγιοσύνη στην ακτή.». Το ποίημα θα μπορούσε να αναγνωστεί ως το σύμβολο του απομονωμένου από τη φύση ανθρώπου, του μοναχικού λύκου των πόλεων, που διαβλέπει τις αλλαγές του φυσικού περιβάλλοντος και κοινωνικού περίγυρου με τις οποίες αρνείται να εναρμονιστεί. Το κοινό στοιχείο ανθρώπου-ζώου είναι το σώμα και η απώλεια του φυσικού του χώρου.
Στην ίδια συλλογή και στη σύνθεση «Βύτος και Αλίειη», που αποτελείται από δύο μέρη και πολλές ενότητες, στο ποίημα «Δέκατη μέρα» η μυθική μορφή του Βύτου εξηγεί στην Αλίειη την αγάπη με αναγωγές στα ζώα, και μάλιστα στα άγρια, επαναφέροντας την απώτερη ρίζα του συναισθήματος αλλά και του ανθρώπου στο ζώο και στην άγρια αθωότητα της φύσης, χωρίς να αποκόπτεται από την ανθρώπινη πλευρά: «Αλίειη, ξέρεις την αγάπη/για τις παλίρροιες και τα ξενιτέματα/για το μεγάλο ελάφι/που μας έδωσε τις κνήμες/για το μεγάλο αετό/που έδωσε τα μπράτσα[...] Αυτή είναι η δική μας/ η αγάπη. Μην πεις πως δεν είναι ανθρώπινη. […] χρυσή αλεπού ασυντρόφευτη/θεριό-βιγλάτορας είναι. Όχι φυτό σπιτικό/άνθος της γλάστρας…».
Στην ίδια περίοδο και στα Ποιήματα ΄63-΄69 ανήκει και η διμερής σύνθεση «Η τίγρη» όπου μπορεί κανείς να αναγνωρίσει κοινά στοιχεία με το ομώνυμο ποίημα του Μπλέικ. Στο δεύτερο μέρος του ποιήματος αυτού η εικόνα της τίγρης περνά από το πεδίο της φύσης σε αυτό της τέχνης: η όπερα του Πέρσελ Βασιλιάς Αρθούρος που αναφέρεται δεν είναι άσχετη με τον τρόπο εξεικόνισης της τίγρης από την Ρουκ: πνεύμα και ζώο, ανάμεσα στη μεταφυσική διάσταση της μουσικής και τη φυσική υπόσταση του άγριου ζώου.
Στην ώριμη συλλογή Επίλογος αέρας (1990) «Το γουρουνάκι», εναρμονισμένο με τα στερεοτυπικά γνωρίσματα που έχουν αποδοθεί στο ζώο, παρουσιάζεται ως εφιάλτης της παιδικής ηλικίας, παροδικά ταυτισμένο με τον τιμωρητικό λόγο της μητέρας, φορτώνεται την αρνητική πλευρά του παιδιού ωστόσο η παρουσία του περνά και στην ενήλικη ζωή με την ίδια διάσταση: μεταβίβαση ανθρώπινων συναισθημάτων (εδώ η «ολέθρια» πλευρά του έρωτα) ή πράξεων: «Στο πετσί του πάνω ραμμένα κομμάτι κομμάτι/όλα μου τα ελαττώματα˙ το πιο μεγάλο μπάλωμα/στη ράχη του το πάθος μου για σένα.».
Στα ποιήματα της Ρουκ έχει επίσης ενδιαφέρον ο ρόλος των πουλιών που μετεωρίζονται μεταξύ ελευθερίας και έλλειψης «σιγουριάς» «Τι θέλει το πουλί/ απ’ το δωμάτιο;[…] Και το πουλί να γυρεύει σιγουριά;/». Όπως ο λύκος, έτσι, και περισσότερο, τα πουλιά διαθέτουν την ανεξαρτησία που τους επιτρέπουν να ζουν με σωματική ελευθερία. Μόνη διαφορά ανάμεσα σε ανθρώπινα και μη ανθρώπινα ζώα, εκφρασμένη με αφορμή τα πουλιά, παραμένει η αναστοχαστική συνείδηση του βιώματος και η γνώση του αναπόδραστου τέλους, δηλαδή ο θάνατος και η σκέψη περί αυτού ως σημείο αιχμής: «Αχ! Να ήμουνα πουλί[…] δε θα φοβόμουνα το θάνατο.».
Το τελευταίο ζώο στο οποίο θα αναφερθώ και που αποτελεί το επίκεντρο τριών ποιημάτων είναι ο σκίουρος. Στην ενότητα «Μια άνοιξη για τη Γιαννούσα» από τη συλλογή Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας (1978) και στο ομώνυμο ποίημα, «Ο σκίουρος», το ζώο αποτελεί μια από τις εικόνες που συναντά ένα ζευγάρι στον περίπατό του, ένα στοιχείο της φύσης, με ορατή την ευθραυστότητα του ζώου συγκεντρωμένου στην ανεύρεση τροφής σε ένα κυρίως αστικό χιονισμένο τοπίο. Ωστόσο, η εικόνα αυτή κινείται μεταξύ ρεαλιστικού και ονειρικού -στο τέλος ο σκίουρος «αναρριχιόταν στον ξύλινο ουρανό».
Στον Επίλογο αέρα (1990) «Ο σκίουρος και πάλι» και «Ο σκίουρος απαντά στη γυναίκα» η ποίηση, η μνήμη και το όνειρο ως συνισταμένες του σώματος γίνονται το αντικείμενο διαλόγου ανάμεσα σε ζώο και γυναίκα, τη Γιαννούσα, που «ρωτάει λοιπόν/ αν υπάρχει ποίηση πέρ’ απ’ το σώμα.». Από «τον ποντικό εαυτό» στο «Γιατί μνήμη κι όνειρο στα ζώα είναι ένα» και «Στην ουράνια ησυχία της σκέψης τους/ βγαίνει απ’ την κρυψώνα της η ποίηση/και περπατάει ανάμεσά τους.» ο σκίουρος απαντά. Η ποίηση εκβάλλει επομένως από ένα χώρο του ζωικού ονείρου, όπου κυριαρχεί απόλυτα η ελευθερία, η φύση και το φυσικό σώμα. Έτσι, σώμα και ποίηση εγγράφονται στο χώρο του φυσικού: «Την ποίηση, αν ξέραμε να τη δούμε/έξω απ’ τα θλιμμένα σώματά μας/θα τη βρίσκαμε στον ύπνο των ζώων». Το όνειρο δε μεσολαβείται από τη λογική και τον ανθρώπινο πολιτισμό κατά το σκίουρο και μέσω της απάντησής του επιστρέφουμε στην αρχική δήλωση της Ρουκ για τη φύση.

Αξίζει να επισημανθεί ότι οι μικρότερες αναφορές σε ζώα είναι σημαντικά περισσότερες στο έργο της Ρουκ και εδραιώνουν την άποψη που καταθέτω. Στο σημείο αυτό είναι λοιπόν σκόπιμο να συσχετιστούν τα έργα της Smith με την ποίηση της Ρουκ. Πάντως ενώ και οι δυο συμπίπτουν στη χρήση των ίδιων ζώων δε συγκλίνουν σταθερά στη χρήση του μύθου και τα παρόντα στους μύθους ζώα ενώ και οι δύο συσχετίζουν το γυναικείο με το μη ανθρώπινο. Μπορούμε να θεωρήσουμε ως κοινή βάση την αντίληψη για την κοινότητα βασικών βιωμάτων υλικότητας στον ανθρώπινο και μη ανθρώπινο κόσμο αφού το πρωταρχικό στοιχείο που επιτρέπει την αδιαμεσολάβητη επαφή με τον υλικό κόσμο που μας περιβάλλει είναι το σώμα.
Η αντίληψη για τον αρνητικά φορτισμένο από τους μύθους λύκο, όπως είδαμε, ανατρέπεται από τη Ρουκ που του επιφυλάσσει ιδιαίτερη λειτουργία ως ποιητική φωνή και δεν αξιοποιεί το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας. Ο λύκος ως σύμβολο του κυρίαρχου άντρα ή και του ηγεμονικού ετεροκανονιστικού λόγου που κατασκευάζει την στερεοτυπική γυναικεία εικόνα και κανιβαλίζει τη γυναίκα-Κοκκινοσκουφίτσα αξιοποιείται όμως από τη Smith. Έτσι, στο έργο της Companions, σύνθεση δύο αντικριστών πινάκων, μεταχειρίζεται ανατρεπτικά το παραμύθι: Κοκκινοσκουφίτσα και λύκος δεν είναι θήραμα και κυνηγός αλλά συνοδοιπόροι με κοινά στοιχεία (τα κοινά χρώματα υπογραμμίζουν τη συνάφεια) καθώς στέκονται απέναντι με διασταυρούμενα βλέμματα. Η δυναμική στάση του κοριτσιού ως γυναικεία δύναμη συναντά τη δύναμη της φύσης: γυναίκα και λύκος επιδιώκουν τη σύνδεση ενώ στο έργο Friend (2008) η συντροφικότητα γυναίκας-λύκου γίνεται πλέον φιλία. Στο γλυπτό Rapture (2001) μια γυναίκα (η Κοκκινοσκουφίτσα ως γυναίκα και όχι παιδίσκη) γεννιέται από την κοιλιά ενός λύκου και βγαίνει περήφανα κρατώντας το πόδι του λύκου σε μια κίνηση αυτοπεποίθησης και απεξάρτησης από τον άντρα-κυνηγό ενώ στο έργο Wearing the Skin (2004) «φοράει» το λύκο στην πλάτη της αδυνατώντας να αποκοπεί από αυτόν. Είναι μεγάλη η ομάδα των έργων στα οποία αποτυπώνεται η ιδιότυπη σχέση άντρα-γυναίκας, φύσης-ανθρώπου/γυναίκας, φυσικού-πνευματικού μέσω του λύκου και της γυναικείας μορφής. Αναφέρω παραδειγματικά: Wolf girl (1999- όπου λύκος και κορίτσι ενώνονται σε μια φαινομενικά τερατογένεση), Gang of Girls and Pack of Wolves (1999), Lying with the Wolf (2001). Παρά το διαφορετικό υπόβαθρο και τις διαφορετικές στοχεύσεις τους η παρουσία του λύκου στο έργο των Ρουκ και Smith αναδεικνύει μια ιδιαίτερη σχέση που αντιλαμβάνονται με παρόμοιο τρόπο και οι δύο: η πονηρία του μη ανθρώπινου όντος είναι κατασκεύασμα της ανθρώπινης σκέψης ενώ μπορεί κανείς να εστιάσει στη μοναξιά των όντων ή και στη συμφιλίωση τους.
Επίσης άλλη σειρά έργων της Smith ασχολείται με τα πουλιά όπως το Constellation (1996) ή η οικολογικής αντίδρασης (σε μαζική δηλητηρίαση κορακιών από φυτοφάρμακο) εγκατάσταση Jersey Crows (1995) με τα χάλκινα κοράκια στο πάτωμα σαν πεσμένα από τον ουρανό ενώ στον τοίχο της γκαλερί δεσπόζουν δύο γυναικεία σώματα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χρήση του σκίουρου από την Smith σε ένα πλαίσιο ενοποίησης ανθρώπου-ζώου. Και οι δύο δημιουργούν ένα διάλογο γυναίκας-σκίουρου: η Ρουκ στα ποιήματα που προαναφέρθηκαν και η Smith στο έργο της Girl with squirrel (1999) μεταφέρει στη σύνθεση ζώου-μικρού κοριτσιού την αθωότητα της φύσης ενώ σε μια σειρά προγενέστερων έργων σκιτσάρει σε διαφορετικές εκδοχές τη γούνα του ζώου επιδιώκοντας να δώσει ζωή στο νεκρό δέρμα και εντέλει να εκφράσει το θάνατο ως κοινό τέλος ανθρώπινων και μη ανθρώπινων όντων.
Τα ποιήματα της Ρουκ και τα έργα της Σμιθ διερευνούν με τους δικούς τους κώδικες το σωματικό ταξίδι από το «έσω σώμα» (Γαραντούδης) στο εξωτερικό (φυσικό) περιβάλλον μέρος του οποίου αποτελούν πέραν των ανθρώπινων τα μη ανθρώπινα ζώα.

Στη βάση των παραπάνω είναι δυνατές δυο παρατηρήσεις. Η πρώτη αφορά στην έννοια του μύθου όπου η σχέση ανθρώπινου- μη ανθρώπινου ζώου είναι πανάρχαιη και συνήθης: φορτισμένα από το αισώπειο κυρίως μυθικό σύμπαν ορισμένα ζώα εισάγονται στα ποιήματα εγγεγραμμένα στη συλλογική μνήμη ως σύμβολα ανθρώπινων ιδιοτήτων. Ωστόσο, είτε εντός του μυθικού πλαισίου είτε ανεξάρτητα, όταν το ζώο γίνεται φορέας λόγου, ποιητικό υποκείμενο, όπως ο λύκος ή ο σκίουρος, υποκειμενοποιείται ισότιμα με το ανθρώπινο όν και επέρχεται η επιβεβαίωση ή συνηθέστερα η ανατροπή ή η απομάκρυνση από τις στερεότυπες ιδιότητες. Έτσι και μέσω του ζώου ενεργοποιείται η ανατρεπτική στάση απέναντι στο μύθο. Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία το ποίημα «Λάφικτος» από την πρώτη συλλογή της Ρουκ.
Η δεύτερη παρατήρηση επικεντρώνεται στη γυναικεία υποκειμενικότητα: η φύση ενσαρκώνεται και αναπαρίσταται πολύ συχνά στην τέχνη ως γυναίκα ενώ για μεγάλο διάστημα η γυναίκα, όπως και το ζώο, δεν είχαν δικαιώματα και είχαν υποδεέστερη θέση συγκριτικά με τον άντρα-κέντρο της δημιουργίας-φορέα του Λόγου. Η φύση —και στον πλαίσιό της το ζώο— όπως και η γυναίκα εξαρτήθηκαν και έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον άντρα. Με αυτόν τον τρόπο, μέσω του ζώου, η Ρουκ επιχειρεί να ανατρέψει τον ηγεμονικό κανονιστικό λόγο της πατριαρχίας αναφορικά με τη γυναίκα αλλά και το ζώο. Ανακαλείται εδώ ο Derrida: «Το ζώο, τι λέξη! Το ζώο είναι μια λέξη, είναι ένα όνομα το οποίο οι άνδρες έχουν καθιερώσει, όνομα που από μόνοι τους έχουν δώσει στον εαυτό τους το δικαίωμα και την εξουσία να παραχωρούν σε κάθε ζωντανό “άλλο”. (Derrida, 2008:23). Θα μπορούσε λοιπόν να λεχθεί βάσει των παραπάνω ότι το έργο της Ρουκ μπορεί να εξεταστεί και υπό την οπτική της οικοφεμινιστικής κριτικής. Θεωρώ λοιπόν ότι είναι χρήσιμη μια συστηματική διερεύνηση της έννοιας και αξιοποίησης του ζώου στο έργο της Ρουκ καθώς εδώ ακροθιγώς μόνο εξέτασα το ζήτημα θέτοντας μάλλον μια υπόθεση εργασίας και παραλείποντας για λόγους συντομίας θεωρητικά ζητήματα.


Σημείωση. Τα έργα της Kiki Smith στα οποία αναφέρομαι είναι διαδικτυακά προσβάσιμα σε πολλές ιστοσελίδες.

Γαραντούδης, Ε., «Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, Το έσω σώμα» https://www.oanagnostis.gr/ 31 Μαρτίου 2014
Derrida, J., The Animal that therefore I Am New York: Fordham University Press 2008
Herman, David, «Introduction», στο: Creatural Fictions: Human-Animal Relationships in Twentieth- and Twenty-First-Century Literature. Hampshire: Palgrave Macmillan, 2016
Λυδάκη, Α. Α. & Γ. Μπασκόζος (επιμ.), Περί ζώων, Με λογική και συναίσθημα: 53
κείμενα για τη φιλοζωία. Ψυχογιός, 2011
«Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ μιλά στην Ευτυχία Παναγιώτου», συνέντευξη (δε)κατα, Άνοιξη 2007, τεύχος 9.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: