Νυχτερινή ακρόαση

Ευγενία Φακίνου


Ένα χωριό, όπου οι παππούδες μεταδίδουν στα εγγόνια τους τη μελαγχολία και τη θλίψη. Η Φεοδώρα με φι, που μεγαλώνει με αλήτικα ζώα. Η νεαρή Ελένη με τη γατίσια όραση και τη σκυλίσια ακοή. Ο Μάξιμος, που της αφηγείται υπέροχες ιστορίες φαροφυλάκων με αντίδωρο ερωτικά χάδια. Ο βίαιος χωρισμός τους. Οι δίδυμες μοδίστρες Σία και Σία με τις εμμονές τους. Ο Λουκάς, τζογαδόρος ολκής, δάσκαλος οδήγησης αλλά και ερωτικών μαθημάτων. Η Αθήνα αποκλεισμένη από τα χιόνια. Η Αμαλίτσα, ορφανή εξήντα ετών, και ο αρτοποιός «Κοσμάς ο Αιτωλός». Η νοσοκόμα «η Αντ’ αυτής» και ο «Ιώβ ο υπομονετικός» με τα δελτία καιρού από τα ημερομήνια. Η παροπλισμένη λαϊκή τραγουδίστρια, που λέει πάντα το ίδιο ρεφρέν. Ο νταλικέρης «Άρχοντας της Εθνικής» και ο ερημίτης με το σκύλο του που έχει όνομα πόλης. Άνθρωποι με ματαιωμένες ελπίδες και ακυρωμένα πάθη, στωικοί αλλά όχι παραιτημένοι, που τους συνδέει το ραδιόφωνο και οι νυχτερινές εκπομπές, στις οποίες βρίσκουν ένα αντίδοτο στη μοναξιά, μια ελπίδα για την επόμενη μέρα και την προσδοκία μιας φωτεινής ανατροπής. Η Νυχτερινή ακρόαση είναι ένα εγκώμιο στο όνειρο, στους αφηγητές φανταστικών ιστοριών και στις αγάπες που κρατάνε μια ζωή.

Ο Έλληνας ασθενής

Φωτεινή Τσαλίκογλου


Απρίλιος 1980. Ο Θεόδωρος Κεντρωτάς θέτει τέρμα στη ζωή του σ’ ένα πάρκο της Γενεύης, κοντά στην ατάραχη λίμνη και στις χιονισμένες κορυφές των Άλπεων. Απρίλιος 1820. Ένας πρόγονός του, με το ίδιο όνομα, ανασύρει απ’ το χωράφι του σ’ ένα νησί του Αιγαίου μια γυμνόστηθη μαρμάρινη γυναίκα. Την ερωτεύεται έως συντριβής. Μη με αφήσεις να σε αφήσω. Ίνα τι με εγκατέλιπες; Η ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο έχει κάτι το συγκλονιστικό. Τρέλα, παραλήρημα, πόθος κατοχής, τρόμος εγκατάλειψης σημαδεύουν τη ζωή πέντε γενεών. Η ιστορία που δεν τελειώνει θα μεταμορφωθεί στα χέρια ενός πεντάχρονου κοριτσιού. Ο Έλληνας ασθενής συνομιλεί με τη φθορά: Εγώ είμαι αυτό το μάρμαρο, δεν έχω ηλικία. Αυτό που λείπει με κάνει να ζω. Άλλωστε, το τέλος είναι ένα ψέμα. Να πεθαίνεις είναι να φεύγεις για λίγο.

Το πλέγμα

Μιχάλης Μοδινός


Η Βερονίκ συνομιλεί για τις ενοχές της με τον νεκρό πατέρα της. Ο Άρης βγαίνει ραντεβού αλλά η βραδιά λήγει άδοξα με υπαίτιο τον Μπιν Λάντεν. Ο Μανόλης οραματίζεται κυνήγι αρκούδας στη Ροδόπη ενώ ψωνίζει στο σουπερμάρκετ. Η Νόρα ζητά από τον εραστή της να κοιμηθούν στο συζυγικό του κρεβάτι. Ο πεθερός της Ανθής αναπολεί μια μιγάδα από το Πράσινο Ακρωτήρι. Η Τζούλια βρίσκει αποκούμπι στην αγκαλιά ενός πολιτικού, μέχρι που βγαίνουν στο διαδίκτυο οι άσεμνες φωτογραφίες τους. Η νεαρή Ανζέλ γνωρίζει ίσως τον έρωτα στον οίκο ευγηρίας της γιαγιάς της. Ο Τάκης νιώθει ήρωας της ασφάλτου, ένας άλλος Τζαίημς Ντην. Κοντά τους πολλοί και ποικίλοι ήρωες της διπλανής πόρτας, σε στενή ή λιγότερο στενή σχέση μεταξύ τους, εξομολογούνται ιστορίες έρωτα και προδοσίας, αμοιβαίες προσδοκίες και διαψεύσεις, αλληλεπιδρώντας με χιούμορ, ειρωνεία, στοχαστική διάθεση, σαρκασμό και τρυφερότητα. Εμπιστευτικοί ή και απόρρητοι μονόλογοι, σε ένα μυθιστόρημα που αποσυντονίζει την καθημερινότητα καταλύοντας βεβαιότητες και παραδοχές, με την πεποίθηση ωστόσο ότι «παρά ταύτα η ζωή συνεχίζεται».

Μπαρόκ

Αμάντα Μιχαλοπούλου


Ποια είναι η καλύτερη κρυψώνα για χρήματα; Τι σημαίνει «kell pisilni» στα ουγγαρέζικα; Τι θα συμβεί αν ξανασυναντήσεις τον πρώτο σου έρωτα ή το φάντασμα του αγαπημένου σου ξάδερφου; Γιατί χαμογελάει η αυτοκράτειρα Θεοδώρα; Αν ένας γεωργός χρωστάει στην Αγροτική Τράπεζα 1.800 δραχμές και πληρώσει τα δύο πέμπτα του χρέους του, πόσα χρήματα χρωστάει ακόμα; Τελικά, μπορείς να ζήσεις σύμφωνα με τους κανόνες του μπαρόκ; Μπαρόκ σημαίνει να ζεις αποφασιστικά, να ζεις δραματικά, να τεντώνεσαι στα ξέστρωτα σεντόνια. Μπαρόκ σημαίνει να γίνεις ο Δαβίδ του Μπερνίνι τη στιγμή που ρίχνει την πέτρα. Μπαρόκ σημαίνει να τραγουδάς μόνος σου πάνω στο ηλίθιο basso continuo. Τραγούδα, λοιπόν. Τώρα. Το νέο βιβλίο της Αμάντας Μιχαλοπούλου είναι ένα αναπάντεχο μυθιστόρημα «ανηλικίωσης», μια περιπετειώδης αναζήτηση του εαυτού και των αντανακλάσεών του. Η ηρωίδα της μικραίνει αντί να μεγαλώνει, και μαζί της στενεύει ο τόπος. Η Ελλάδα ονειρεύεται την Ευρώπη, οι συνταγματάρχες επιστρέφουν, και το κορίτσι μπουσουλάει σ’ ένα κτήμα που δεν δόθηκε ακόμα για αντιπαροχή. Τι θα γίνει μετά; Κι αν το σασπένς δεν βρίσκεται στο τέλος, αλλά στην αρχή των πραγμάτων;

Χίλιες ανάσες

Ιωάννα Καρυστιάνη


Κουμπί, κούτελο, τάφος, Βράχος ασκήσεις για δυνατούς λύτες. Ήταν όντως αινίγματα ή ο άγριος θάνατος την είχε κλονίσει τόσο που έχανε το νόημα του τετέλεσται και το μέτρο των τετελεσμένων; Άγγιξε το άσπρο πουκάμισο του Στέλιου, άπλυτο από το καλοκαίρι. Μύρισε λαίμαργα τις κιτρινίλες του ιδρώτα του στις μασχάλες, φίλησε τον γιακά σαν να φιλούσε τον λαιμό του. Εσένα, δεν έχω σκοπό να σε μπουγαδιάσω, ψιθύρισε κι αμέσως μετά κόλλησε στον καθρέφτη. Λαχταρούσε να βρει κατάφατσα εκεί το πρόσωπο του άντρα της, να δει τα ματόκλαδά του να παίζουν, τις φλέβες του λαιμού να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν ολοζώντανες. Θα ακουμπούσε τα δάχτυλά της στο κεφάλι του, θα μετρούσε σωστά το πλάτος του μετώπου, την απόσταση από τα φρύδια ως τις ρίζες των μαλλιών του. Περίμενε, περίμενε, στο τζάμι υπήρχε μόνο το σπασμένο μούτρο της και το θολωμένο βλέμμα της. Αυτή, η Πηγή Βογιατζή, αυτή που διάβαζε τα μάτια των άλλων, καρφώθηκε εκεί για είκοσι λεπτά και δεν μπορούσε να διαβάσει τα δικά της. Ένιωσε το στήθος και το κεφάλι της να καίνε την ίδια στιγμή που τα πόδια της είχαν ολότελα ξυλιάσει, άλλος άνθρωπος από τη μέση και πάνω, άλλος από τη μέση και κάτω. Έκλεισε τα μάτια και ψιθύρισε πέντε λέξεις κοφτά. Δεν ξέρω πού να είμαι.

Το μυστικό

Συλλογικό έργο

{επιμέλεια: Αμάντα Μιχαλοπούλου}

Γράφουν οι: Γιάννης Γορανίτης, Γιολάντα Γραμματικάκη, Ευγενία Δούρου, Κατερίνα Καζολέα, Ευδοκία Κατσουρού, Λένα Κομίνη, Αλεξάνδρα Κωνσταντιδέλλη, Ηλιάνα Κωτσίλα, Δήμητρα Λουκά, Άννα Μερτζάνη, Ντομινίκ Ανδρεάδου-Μολίν, Αθηνά Μπαλή, Εύη Μυλωνάκη, Χριστίνα Ντούση, Μυρτώ Σεϊζάνη, Μαρίνα Τουπάι και Όλγα Κοζάκου-Τσιάρα.

Στην καρδιά κάθε ενδιαφέρουσας αφήγησης κρύβεται ένα μυστικό, κάτι που δεν γνωρίζει ο αφηγητής, ή ο αναγνώστης, ή και οι δυο τους. Ένας ρευστός, απροσδιόριστος πυρήνας που μας κάνει να σκιρτούμε όταν κάποιος ψιθυρίζει.Η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου ζήτησε από 17 νέους συγγραφείς, μαθητές της στη δημιουργική γραφή, να γράψουν ιστορίες γύρω από κάποιο μυστικό που αποκαλύφθηκε ή έμεινε για πάντα κρυμμένο. Συγκεντρώθηκαν έτσι 17 διηγήματα για μυστικά που δημιούργησαν ενοχές, θυμό, επιθυμία για εκδίκηση, ακόμα και απρόβλεπτη αδράνεια. Μυστικά μικρά και μεγάλα που ανατέμνουν την κρυφή ζωή, την παραβατικότητα, την ιερότητα της εξομολόγησης. Μυστικά που μας ενθαρρύνουν να ξεσκεπάσουμε νοερά, καθώς διαβάζουμε, τα δικά μας μυστικά και τον τρόπο με τον οποίο επέδρασαν στη ζωή μας και στη ζωή των άλλων. Η συλλογή συμπληρώνεται από ένα ακόμα μυστικό, εκείνο της συμβίας στο διήγημα του Ροΐδη «Ψυχολογία Συριανού συζύγου». Η «Ψυχολογία Συριανής συζύγου» είναι μια απόπειρα να παρακολουθήσουμε τη μυστική ζωή των παραμελημένων δευτεραγωνιστών στην ιστορία της λογοτεχνίας. Αλλά κι ένα παιχνίδι των νέων συγγραφέων που διασκεδάζουν ακόμα γράφοντας, που μεταμορφώνονται σε Homo Ludens.

Τα έσοδα από την πρώτη έκδοση θα διατεθούν για τις υπηρεσίες της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Μέριμνα».

Η γυναίκα το πρωινού τρένου

Δημήτρης Γράψας

Είναι κάθε πρωί μαζί, στο ίδιο δρομολόγιο. Ο Πέτρος παίρνει το τρένο από τον σταθμό «1», στις 07:37 ακριβώς, και στο τελευταίο βαγόνι βρίσκει πάντα την Αγνή, που έχει επιβιβαστεί στην αφετηρία. Συνήθως κάθεται απέναντί της. Την έχει ερωτευθεί σιωπηρά, όμως δειλιάζει να της μιλήσει. Και όταν αποφασίζει να κάνει πέρα τους δαίμονες και τους φόβους του, η Αγνή εξαφανίζεται. Αρχίζει τότε να την αναζητεί. Εντοπίζει τελικά το σπίτι της, φτάνει εκεί γεμάτος ελπίδα, αλλά αντί να βρει εκείνη, συναντά μια μυστηριώδη γυναίκα, που προσπαθεί να τον πείσει πως βρίσκεται σε λάθος μέρος. Όμως ο Πέτρος δε θα φύγει, αν δε βρει την Αγνή. Πρώτα απ’ όλα για να βεβαιωθεί πως τίποτα κακό δεν της έχει συμβεί. Κι ύστερα, γιατί έχει έρθει από πολύ μακριά – τόσο μακριά που κανείς δεν ξέρει και δεν υποψιάζεται. Ένα αγωνιώδες μυθιστόρημα για την ανταρσία των αναμνήσεων, μια περιπλάνηση σε μια ζωή που φωτίζεται ξανά απ’ την αρχή.

Λεξικό λογοκρισίας στην Ελλάδα

Συλλογικό έργο

{επιμέλεια: Πηνελόπη Πετσίνη - Δημήτρης Χριστόπουλος}

Γράφουν οι: Κυριάκος Αγγελάκος, Χάρης Αθανασιάδης, Γιώργος Ανδρίτσος, Κωστής Αντωνιάδης, Γιάννης Αντωνόπουλος, Mάνος Aυγερίδης, Κωνσταντίνος Μ. Βαφειάδης, Άκης Γαβριηλίδης, Ειρήνη Γιανναρά, Γιάννης Γκλαβίνας, Kατερίνα Δέδε, Ευδοκία Δεληπέτρου, Χρήστος Δερμεντζόπουλος, Δημήτρης Δημούλης, Άννα-Μαρία Δρουμπούκη, Άκης Έβενης, Λεωνίδας Εμπειρίκος, Σπύρος Κακουριώτης, Δημήτρης Καλοκύρης, Κώστας Καραβίδας, Γιώργος Καραηλίας, Αιμιλία Καραλή, Κωστής Καρπόζηλος, Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη, Κώστας Κατσάπης, Δημήτρης Κεχρής, Γιώργος Κοκκώνης, Κωστής Κορνέτης, Αλίκη Κοσυφολόγου, Ελένη Κυραμαργιού, Τάσος Κωστόπουλος, Μαρία Λούκα, Χρίστος Μάης, Μαργαρίτα Μαρκοβίτη, Φώτης Μηλιώνης, Νίκος Μιχαλίτσης, Άννα Μοσχονά-Καλαμάρα, Θανάσης Μουτσόπουλος, Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Στρατής Μπουρνάζος, Αλέξης Οικονομίδης, Ελένη Παγκαλιά, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Αντιγόνη Παπαγεωργίου, Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, Γεράσιμος-Σοφοκλής Παπαδόπουλος, Γιάννης Παπαθεοδώρου, Κωστής Παπαϊωάννου, Δημήτρης Παπανικολάου, Κλειώ Παπαπαντολέων, Βασίλης Παπαστεργίου, Στάθης Παυλόπουλος, Πηνελόπη Πετσίνη, Γιώργος Πλειός, Νίκος Ποταμιάνος, Νίκος Σαραντάκος, Νίκος Σιγάλας, Αθηνά Σκουλαρίκη, Γιάννης Σταθάτος, Γιώργος Σταμπουλόπουλος, Μάνος Στεφανίδης, Ανδρέας Τάκης, Γιάννης Α. Τασόπουλος, Θεόφιλος Τραμπούλης, Απόστολος Τσαλαπάτης, Μιχάλης Τσαπόγας, Στεριανή Τσιντζιλώνη, Βάλια Τσιριγώτη, Αλκμήνη Φωτιάδου, Μαρία Χάλκου, Ιάσονας Χανδρινός, Μικέλα Χαρτουλάρη, Βασιλική Χρήστου, Δημήτρης Χριστόπουλος.

Το Λεξικό αποτελεί μια χαρτογράφηση του φαινομένου της λογοκρισίας στην Ελλάδα μέσα από την καταγραφή και την κριτική ανάλυση εμβληματικών περιπτώσεων. Εστιάζει στην περίοδο της μεταπολίτευσης, αντιπαραθέτοντας και συνδέοντας ταυτόχρονα την παρουσία λογοκριτικών πρακτικών στη δημοκρατία με την αντίστοιχη ανάπτυξη σε περιόδους δικτατορίας και «καχεκτικής» δημοκρατίας. Χωρίζεται σε τρεις ενότητες: Η πρώτη παρουσιάζει το υπόβαθρο της λογοκρισίας υπό τη μορφή ιστορικής ανασκόπησης. Σε ξεχωριστές μελέτες τεκμηριώνεται η λογοκρισία στον Τύπο, στις εικαστικές τέχνες, τη μουσική, τη λογοτεχνία κ.ο.κ. Η δεύτερη αναλύει τις συνήθεις «περιοχές λογοκρισίας», θεματικές αιχμής στις οποίες συστηματικά εντοπίζονται λογοκριτικά φαινόμενα, όπως η βλασφημία, τα εθνικά θέματα, η πορνογραφία κ.ά. Εστιάζοντας στην περίοδο από τη μεταπολίτευση μέχρι τις μέρες μας, η ενότητα αυτή αποτελεί ουσιαστικά μια εισαγωγή αλλά και μια συνολική θεώρηση των περιστατικών που καταγράφονται στην τρίτη ενότητα, το καθεαυτό Λεξικό, με λήμματα αφιερωμένα στα λογοκριτικά συμβάντα. Η τρίτη ενότητα αναφέρεται διεξοδικά σε περιπτώσεις που εμφανίστηκαν από το 1974 έως σήμερα. Κείμενα και λήμματα υπογράφονται από ερευνητές και ειδικούς στα επιμέρους ακαδημαϊκά πεδία τους, καθώς και από ανθρώπους που βίωσαν οι ίδιοι τη λογοκρισία. Στο σύνολό του το υλικό του Λεξικού καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων από τον αντικομμουνισμό μέχρι τη βλασφημία, και από τον Θίασο του Θ. Αγγελόπουλου μέχρι την καταδίκη του «Γέροντα Παστίτσιου». Αποτελεί έτσι ένα μωσαϊκό που παρέχει στον αναγνώστη υλικό για να γνωρίσει, να αξιολογήσει, να ξαναδεί και να αποτιμήσει τη νεότερη ελληνική εκδοχή ενός οικουμενικού και διαχρονικού φαινομένου.