Αρμονική επιβράβευση του τίποτα και του ποτέ

© «Μονόγραμμα»
© «Μονόγραμμα»

H υπόνοια που αφήνει το σύνθετο επίθετο της ποιήτριας κι ακόμα περισσότερο η σύνθετη μορφή της, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη γοητευτική, επί τω πλείστον, απλόμορφη γραφή της. Ή μήπως όχι; Αν το ξενόγλωσσο επίθετο και η απροσδόκητα περιχαρακωμένη αποτύπωση του σώματός της προδίδουν ένα έλλειμμα, τουλάχιστον σε επίπεδο ακοής κι όρασης, σαν αντίθετο προς συμπλήρωση έρχεται η εξίσου σπουδαίας δυναμικής γραφή της, για να πληρωθεί το πατερικό ρητό coincidentia oppositorum.
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ζει «πλαγίως» η ζωή της εξελίσσεται πλάγια, παράλληλα στη συλλογική ζωή, σα ζωή παρατηρητή της «Ζωής», σαν τηλεσκοπική αντίληψη των άλλων. Η ποίησή της, πλαγιαστή κι αυτή, δεμένη στο κάτω άκρο της, όπως πεταλούδα δεμένη με σπάγκο, για να ταράζονται σε κάθε προσπάθεια απελευθέρωσης οι λέξεις ελευθερία ( = πέταγμα) κι ομορφιά (= τελειότητα).
Ακολουθώ το χρονικό της συγγραφής της ποιήτριας, Ήδη από την αρχή, η ποιήτρια μας το κάνει λιανό πως τίποτα στις ανθρώπινες εκδηλώσεις δεν έρχεται από το χώρο του τυχαίου ή αλλιώς το να εκθέσει ποιητικά η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και να εκτεθεί ποιητικά, ήταν προμάντεμα μιας ισχυρής αλυσίδας που τη συνέδεε με τη φήμη που θα ακολουθεί τους σπουδαίους γραφιάδες: «Στη μνήμη του Νίκου Καζαντζάκη, στον Ν. Δ. Καρούζο, στον Αντώνη Φωστιέρη, στην Κική Δημουλά».
Έτσι λοιπόν, η οπτική της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ δε μπορεί να είναι παρά μια γενναιόδωρη οπτική, έτοιμη να ξεγυμνώσει την κατά τ’ άλλα πολυδιάστατη πραγματικότητα και να αποδείξει ότι ο πιο μεγάλος σαματάς γίνεται μέσα στο κενό ή αλλιώς, η μεγαλύτερη δυνατή ισορροπία επιτυγχάνεται με τη μικρότερη δυνατή έκθεση. Από την πρώτη κιόλας στιγμή η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ διαγράφει τον άξονα της ζωής της και της τέχνης της: «Η ψυχή μου καυτός ανεμοστρόβιλος / υπόσχεται το τίποτα».[1] Αυτό λοιπόν «το τίποτα» είναι ή άλλη όψη του «τα πάντα», σύμφωνα με τη θεωρία περί σύμπτωσης των αντιθέτων, οπότε έτσι ανάβει το πράσινο φως στην έννοια του σπουδαίου κι άρα, του αληθινού.
Είναι δηλαδή η Ρουκ κομμάτι των σπουδαίων συγχρόνων της, όπως το δείχνει εύκολα η γλώσσα[2] της και ο περιώνυμος ρομαντισμός της. Τα σπουδαία σημαίνοντα «σύκο, ελιές, σώματα των αγοριών», ανεμοδείκτες στη γραφή του Ελύτη, του Σεφέρη, του Σικελιανού είναι συνεχώς παρόντα στη γραφή της ποιήτριας. Τα ηλιοτρόπια του Ελύτη, προμηνύματα θανάτου είναι πια θανατηφόρα: «ή θα πεθάνουμε απ’ τα πολλά ηλιοτρόπια».[3] Τα τζιτζίκια, σήμα κατατεθέν της μεσογειακής πένας (Ελύτης, Σεφέρης, Λορεντζάτος, Αρανίτσης) κι εδώ παρόντα.[4] Η πολίχνη του Σεφέρη είναι και πολίχνη της γυναίκας ποιήτριας.[5] Ας παραθέσουμε τους εξής στίχους κι ας υποθέσουμε ότι δεν ανήκουν στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ αλλά στον Ελύτη: «Ακίνητη ώρα/γεννιόταν απ’το φως οι συκιές/και προσπερνούσαν τον έρωτα».[6] Η ποιήτρια ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των σμιλευτών της ποιητικής πέτρας και του χελιδονιού, ακούραστων υπηρετών των ώριμων λέξεων και των εύηχων συστοιχιών. Ανήκει σε εκείνη την τάξη των ποιητών που εισέπνεαν «θυμάρι» και εξέπνεαν «Γαλαξία», όπως η ίδια εξισώσει τα δύο άκρα,[7] τα δύο απάντρευτα, σε ένα σπουδαίο, το ελάχιστο.
Κι αν λοιπόν ο Σέφερης έλεγε πως όταν γράφουμε η γλώσσα μας χωρίζει την αλήθεια απ’ το ψέμμα[8] η σπουδαία ποιήτρια το χρησιμοποιεί σα μεγεθυντικό φακό στη γραφή της, αφού πρέπει πρώτα «»να στηθούν τα μαντριά/να ξεδιψάσουν τα ζώα/πριν δώσουν το κατά δύναμιν»,[9] για να καταλήξει πως «μόνοι καλλιεργητές, μόνοι τρυγητές εμείς/χαρά στ’αμπέλια μας.»[10] Εξάλλου, αν υποθέσουμε το μάτι είναι γλώσσα[11] τότε η μεγαλοσύνη της ποιήτριας ακολουθεί την αλήθεια των ανέγγιχτων λέξεων: «σχέδια για το θάνατό μας/κάναμε απόψε/κι ήταν σα να μαντεύεις/τα τραγούδια που απομακρύνονται/από την ακτή/μαζί με τους ψαράδες.»[12] Η ποιήτρια παρατηρεί τα στοιχεία, τα βλέπει στη φυσική τους θέση, τη μόνη θέση των πραγμάτων και τα περιγράφει, όπως ο ξυλουργός περιγράφει την ηλικία του δέντρου που ξυλεύει. Κι αφού η εικόνα αυτή των πραγμάτων, στη μέσα τους όψη, την αιώνια και την αληθινή είναι γαλήνια, τότε η Ρουκ είναι ο κήρυκας της γλώσσας, της αιώνιας και της αληθινής.
Ποιητής λοιπόν ουσίας είναι ο αιώνιος ποιητής, άρα ο αληθινός, ο μόνος αδερφός του «Χρόνου», που βαφτίζει τα πράγματα με τ’όνομά τους, αδιαφορώντας για το σχήμα τους και τις οψιγενείς απαιτήσεις τους. Και η Ρουκ ταυτίστηκε με το πρόσωπο αυτού του αιώνιου ποιητή που έχει πάντα μία φωνή και ένα κάλεσμα, της υποταγής στο πραγματικό: «Τοπία ξεχασμένα/πίσω απ’τις φωνές της λείας και του έρωτα».[13] Ακούς Κατερίνα, πως το τοπίο καταστρέφεται στατικά[14] και πως αγριεύουν οι μυγδαλιές κατά τη μπόρα;[15] Βλέπεις Κατερίνα πως τα πρόσωπα με την ηλικία/μοιάζουν στην πέτρα/όλο και λιγότερο ανάλαφρα/όλο και πιο θαμπά στο χρώμα.[16] Μυρίζεις Κατερίνα, τη φύση που παλιώνει σιγά σιγά κι εκείνο το φθινόπωρο που εκθέτει σχέδια/που ταιριάζουν σε γυναίκες ώριμες;[17]

Αυτή λοιπόν η ποίηση, η πλεγμένη με τις αισθήσεις και η προερχόμενη απ’ την ερμηνεία της πρώτης ύλης, απ’ τον πυρήνα της ύπαρξης των πραγμάτων στη γεωμετρική τους περιβαλλοντική ισορροπία, αυτή δίνει το διαβατήριο στον αναγνώστη για την ονειρική του αυτοαναίρεση και στην ποιήτρια, για το αέναο κυνηγητό των σύννεφων. Είναι δηλαδή η ποίηση αυτή που εναλλάσσει ποιητή κι αναγνώστη, συγχέει ρόλους και προσμονές, χέρια κι αναπνοές.
Ο Mαλαρμέ αναφέρει για τον (σημαντικό) ποιητή ότι αφήνει τις πρωτοβουλίες στις λέξεις[18] ή για να το πούμε αλλιώς, στη μεγάλη ποίηση, οι λέξεις οδηγούν το νόημα, όπως το βλέμμα οι πυγολαμπίδες μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, στο μεστό από ωρίμανση Ιούλιο. Επαναλάβετε λοιπόν το ακόλουθο: «Κυκλικά κινείται το περιβόλι/γύρω απ’ τον ύπνο[19] ή κι αυτό: «Κάτι θαμπό με γέννησε/κι ας μου παν πως γεννήθηκα στον ήλιο.»[20] Όλη η ποίηση της Ρουκ είναι μια παρέλαση λέξεων, περιποιημένων, ταιριασμένων, υπομονετικών όπως τότε που οι μητέρες ντύναν με στοργικά ρούχα τα παιδιά τους, τα χτένιζαν με ταπεινοφροσύνη και τα έστελναν στις μεγάλες γιορτές. Έτσι φροντίζει τις λέξεις της η Ρουκ, σαν ατέρμονη μάνα που θέλει τα παιδιά της τα πιο όμορφα, τα πιο διακριτικά, τα πιο σπουδαία: «Ένα τοπίο μου δειξες/κι ήταν γλυκό και πράσινο/ένας πράσινος λόφος ήταν/κι ένα δέντρο, πράσινο/κι από πάνω άλλος λόφος/κι άλλο δέντρο.»[21] Διαβάζει κανείς έναν πίνακα ζωγραφικής σ’ αυτό το ποίημα. Βλέπει τις μυρωδιές του πράσινου να κατακλύζουν τα μάτια του, αφού τα μάτια, εκτός από γλώσσα είναι και όσφρηση.
Συνεχίζοντας λοιπόν τη σκέψη του Μαλαρμέ, αυτή καταλήγει «Que la poésie dise une quelque vérité, non par conséquent. Ni qu’elle enseigne, ni qu’elle moralise. Mais elle donne des vues (et non des visions) du séjour comme de la circonstance».[22] Όλη αυτή η συλλογιστική κατά το Mαλαρμέ καταλήγει να αποτυπώσει το «νόημα»,[23] την έννοια την ίδια, σα σημαινόμενο. Στην ποίηση δηλαδή της Ρουκ, αυτή η αυτονόητη ποιητική οπτική της ανάδειξης του νοήματος ξεχειλίζει από τα γράμματα σαν παρηγοριά και σαν ανεμοφράχτης στο παράλογο της φθοράς. Δεν έχει σημασία αν είναι καλή ή καλύτερη ποίηση. Είναι ποίηση αληθινή, όσο αληθινό είναι ένα μήλο εκείνη ακριβώς τη στιγμή που το κόβεις από το κλαδί με μια μαλακή κίνηση ή μια ντομάτα όταν την απομακρύνεις από το μίσχο που τη θρέφει, για να σε θρέψει. Επιτελεί γενετήσιο σκοπό. Βοηθάει τους στρογγυλεμένους αστούς, να συνδεθούν με το «άλλο», το μακρινό πια, το αληθινό. «Εδώ το ήμερο βουνό κι η γη ένα περβόλι δικό μας, του γείτονα, κάποιου ανθρώπου που οργώνει και τον ουρανό τη νύχτα»,[24] ή ακόμα, «Σε άδεντρο χώρο/το παιδί σημειώνει/την ακινησία/με λαρυγγισμούς.»[25]
Άλλωστε, η ποιήτρια είχε αυτό το σπουδαίο, το βίωμα του ελλείμματος που γεννούσε στον άνθρωπο η φύση και η πρόσληψη της τοποθέτησής του μέσα της. Σε αντίθεση με την ποίηση που δε διδάσκει και δεν παιδαγωγεί – η οποία όμως αποτυπώνει στο χαρτί το αληθινό (βλ. Noβάλις)– η φύση διδάσκει, καθορίζει, βοηθάει τους ψυχισμούς να δέσουν καλά. Και η σπουδαία ποίηση απαιτεί «δεμένα κόκκαλα», σφυριλατημένα από τον αέρα του βουνού και τις μυρωδιές των λουλουδιών. Αν δεν παρατηρήσεις μια φορά τη γέννηση εντός τζιτζικιού ή τη διαδρομή ενός μυρμηγκιού, η ποίησή σου θα ναι ανυπόμονη, σε μια μόνιμη προσπάθεια να βρει διέξοδο. Γι’αυτό τόσο η Ρουκ, όσο και οι συγγενείς της (Ελύτης, Σεφέρης, Λορεντζάτος, Χιόνης κ.α.), επιμένουν να αναγορεύουν το τζίτζικα σε βασιλιά των λέξεων της ποίησης. Η Ρουκ λοιπόν είναι μύστης του ορθάνοιχτου μυστικού της αρμονικής αυθυπαρξίας των πραγμάτων, μιλάει τη γλώσσα της ύπαρξης, άρα του νοήματος, Αξίζει να αναφερθούμε εδώ στο Σολωμό, πατρογονική λίθος της ελληνοδυτικής ποίησης, στον οποίο, η γλώσσα της φύσης στέκει μέσα στην ποιητική του γραφή σα σημαία σε κάστρο˙ στητά, ψηλά, ευθαρσώς: «Δεν είναι κορασιού φωνή στα δάση που φουντώνουν/και βγαίνει τ’άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν/και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει/του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει».[26] Κι αν εδώ ο Σολωμός κινείται στον άξονα του πολύ συγκεκριμένου, αυτού που βλέπει το μάτι και η γλώσσα γυμνή, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ –όπως και όλη η γενιά της– εγκαταλείπει το ρομαντισμό των εικόνων, για να τις αποδώσει –πάλι όμως τις ίδιες– μέσω της διανόησης. Ωστόσο, αν και κατ’αυτόν τον τρόπο οι λέξεις βαραίνουν, η εκκίνηση είναι ακριβώς η ίδια με τότε: η αυθυπαρξία της φυσικότητας κι άρα η νομοτελειακή πληρότητα του νοήματος: «Πόσα εικοσιτετράωρα απουσίας/χρειάζεται ο αέρας/για ν’ αδειάσει από τις εκπνοές/του δέρματός σου/για να επικρατήσει πάλι/η γαζία, το πεύκο/όλες οι ωραίες αναθυμιάσεις/της απρόσωπης φύσης;»[27]
Η ποιήτρια βλέπει κι ακούει γύρω της όσα της έμαθε η σοφή μνήμη της γιαγιάς της και η πατρική ακαρτερησία, όλα τακτοποιημένα με την αλφαβητική τους ασφάλεια, μακριά από τους σύγχρονους ξενιστές. Έτσι λοιπόν η Ρουκ εύστοχα αφομοιώνει τα σύμβολα στη γλώσσα της, αφού πρώτα τα αφομοίωσε στα μάτια της (= το μάτι είναι γλώσσα) και τις αισθήσεις της.

Θεματολογικά και χωροταξικά η γραφή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ κυριαρχείται από περιγραφές των απλών, απτών αντικειμένων και των πραγματικών χώρων. Όχι φαντασιακές ανώφελες περιπλανήσεις, όχι εσωστρεφείς χίμαιρες, παρά άνοιγμα στα γύρω, στην αξία τους που, συγκυριακά, είναι η αξία του λίγου. Από την αρχή μέχρι το τέλος, η ποίηση της Ρουκ κρατάει εντυπωσιακά ένα μοτίβο, αυτό του πραγματικού. Με εξαίρεση ίσως «Των Αντιθέτων Διαλόγους…», το οποίο αποτελεί έναν άσπλαχνο βομβαρδισμό του αναγνώστη με τις εσωτερικές του αδυναμίες ή και αγωνίες, η υπόλοιπη γραφή της, αποτελεί τελικά μια πούρα αφήγηση της πραγματικότητας, της αιώνιας και της αλάνθαστης. Τίποτα δεν κλονίζει το σταθερό, αέναο μάτι της αυθεντικής ποιήτριας. Καμιά ομορφιά δεν την παραπλανεί, κανένα φτιασίδωμα δεν την παραποιεί. Όλα είναι γυμνά κι ουδέτερα μπροστά στην ποιήτρια, η οποία σαν καλή αφηγήτρια, μας τα προσφέρει σε δίσκο, υποκλινόμενη στους καλεσμένους της. Από την άλλη, το μάτι του αναγνώστη ξέρει πως να ευχαριστεί την ποιήτρια, φιλώντας τα καλλίγραφα χέρια της.
Φυσικά, η ποιήτρια δεν παραλείπει να εξυμνήσει τον άνδρα, κατ’ αντιστοιχία των ερωτικών εξομολογήσεων στις γυναίκες, των ανδρών ποιητών. Η συναισθηματική επικάλυψη της ερωτικής έλξης, περνάει μέσα από το διανοητικό στοιχείο της ποίησης, για να κλειδώσει τον ερωτικό λόγο. «Κι είχε γερά τα γόνατα/όπως οι άντρες/όταν ονειρεύονται να συνδυάσουν/περπάτημα και πέταγμα»[28] και «ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού/βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του. Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε»[29] ή ακόμα «Κι όπως ατενίζεις τον άσπρο τοίχο/αργά σου ’ρχεται η στύση/ένας έξοχος πύργος σηκώνεται/άδειος μέσα στο άδειο.»[30] Ο έρωτας για την ποιήτρια δεν προβλέπεται ως σωσιθάνατος – κοινό μοτίβο στην ποίηση – αλλά ως ένα στοιχείο του παζλ που σχηματίζει το παλίμψηστο του απλού και του καθημερινού. Ρεαλισμός δηλαδή, χωρίς ίχνος ψευδοπαράστασης. Και τον παρουσιάζει μεγαλειωδώς, με πένα εξαίσια, έτσι ακριβώς: «Θ’ αγαπηθούμε όπως μπορούμε/μες στο σκοτάδι του χρόνου/μες στο έρεβος του κορμιού/επιδεικνύοντας ο καθένας/τη δική του ευρεσιτεχνία θανάτου/χαϊδεύοντας τις παρά φύσιν έδρες του ωραίου.»[31]
Θα λέγαμε λοιπόν πως, χωρίς αμφιβολία, το σπουδαίο της γραφής της ποιήτριας έχει ως μήτρα το σπουδαίο του ανθρώπου, αν δεχτούμε – παραφράσσοντας τον Αρανίτση – ότι το χέρι είναι μάτι. Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ είναι βαθιά γνώστρια του κόσμου, του πυρήνα ύπαρξης του πιο ευτελούς εντόμου και της πιο εκτεταμένης επιφάνειας, της θάλασσας κι αποτυπώνει αυτό που βλέπει στο χαρτί. Άλλωστε, η ποιητική αρτιότητα, η οποία περνάει μέσα από τα μάτια του διανοούμενου (ποιητή), του λάτρη δηλαδή του ελάχιστου και του ελλειμματικού, φαίνεται κι από το διαχωρισμό χρόνου - «Χρόνου», διάκριση που στοιχειώνει τον αεικίνητο ποιητή, όλο και πιο σφιχτά, όλο και πιο απειλητικά. Ο «Χρόνος» υπάρχει ερήμην του χρόνου. Κι όποιος σήμερα το καταλαβαίνει βλέπει με κιάλια την ευδαιμονία. Ο χρόνος ρέει, ο «Χρόνος» δε ρέει. Ο χρόνος εξαντλείται, ο «Χρόνος» δυναμώνει, η ζωή δε μετριέται σε νούμερα, ο θάνατος δεν απειλεί. Ο αιώνας δεν αντιστοιχούσε ποτέ σε 100 χρόνια, παρά έμενε κενό μαθηματικό δεδομένο. Γράφει η ποιήτρια, «Οι χρόνοι της ζωής μου ταξιδεύουν μες στο αίμα μου αντάμα και χώρια σαν αιμοσφαίρια… Χρόνοι που με τον καιρό γίνονται απρόσωποι σαν αφίσες… Χρόνοι – Επέτειοι. Σαν πέρυσι, σαν πρόπερσι, σαν του χρόνου, θα ’χω πεθάνει… Το ύφασμα του αδύνατου, του χαμένου, του πικρού. Εσύ. Οι χρόνοι του εσύ.»[32] Αντανακλά μεγαλοπρέπεια η ποίηση της Ρουκ. Ντελικάτη μορφή, ευγενική διαδρομή λέξεων και σκέψεων, αρμονική επιβράβευση του τίποτα και του ποτέ. Σε τέτοιο βαθμό που κανείς να θλίβεται διαβάζοντας την, αντιλαμβανόμενος αυτό στο οποίο καταλήγει, για σήμερα: «Τα ποιήματα δεν μπορούν πια/να ‘ναι ωραία/αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει»[33] ή όπως διερωτάται κι ο Χέλντερλιν, «Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: