Το σώμα και η αίσθηση του «άδειου» και της «απώλειας»

Στην Αίγινα © «Μονόγραμμα»
Στην Αίγινα © «Μονόγραμμα»

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ δεν θυμάται να έζησε χωρίς ποίηση. Όπως χαρακτηριστικά εξομολογείται στο οπισθόφυλλο της τέταρτης έκδοσης της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της (Ποίηση, 1963-2011, εκδ. Καστανιώτης, 2014, 2015, 2020) «αυτός ο τόμος με τα άπαντά μου δεν είναι μόνο η συγκέντρωση των ποιημάτων μου αλλά και ολόκληρης της ζωής μου». Από νωρίς, κατανοεί ότι η ποίηση δεν προγραμματίζεται, και προσθέτει: «Εκείνη αποφασίζει πότε θα σε κατακτήσει. Αρκεί να ’χεις την όσφρηση που χρειάζεται για να τα συλλάβεις. Αυτό ίσως και να σημαίνει "ταλέντο"». Η ίδια, αποδεδειγμένα, διέθετε άφθονο. Από τα πρώτα της βήματα, η γραφή της, διακριτή, υπερπηδά τον ρομαντισμό και εισέρχεται σε περιοχές δύσβατες, με θέματα που αγγίζουν την αγωνία της ύπαρξης και αυτήν ακόμη την τρέλα. Ταυτόχρονα, όμως, μαζί με το σκοτάδι και την απόγνωση υπάρχει πάντα και μια παιγνιώδης, λοξή ματιά, που καταφάσκει και αποθεώνει τον άνθρωπο και τη φύση του. Με όπλα της, την ταπεινότητα, τη μεταφορά και τον υπαινιγμό, με ιδέες, εικόνες, προτάσεις και δραματικούς μονολόγους, με κραυγές, οξύμωρα και πικρούς σαρκασμούς, μιλά για το αγαθό της ζωής αλλά και το πένθος της εγκατάλειψης, ιερουργεί μέσ’ από στίχους ελλειπτικούς, σπαράγματα μιας ζωής αρχιτεκτονημένης πάνω στη τέχνη του ρυθμού και του λόγου.
Οι λέξεις ντύνουν με διαφορετικό μανδύα τα ίδια θέματα, θέματα που επαναλαμβάνονται εμμονικά σε παραλλαγές, νοήματα που απορρέουν ή ευθέως συνομιλούν με την απουσία. Αγαπάει τον έρωτα, τη φαντασία, τα χρώματα, υμνεί τη χαρά της ζωής. Όλα στην ποίησή της είναι σώμα· το αγαπημένο σώμα μπορεί να γερνά και να την αφήνει, εκείνη όμως όχι. Μόνιμος τροφοδότης η μνήμη, ακόμη κι όταν αυτή το εγκαταλείπει: «Τα μάτια του/τα μπράτσα του, πώς ήταν αλήθεια;/Ποια ήταν η πρώτη μέρα που με πήρε;/Κι αν ήταν η μέρα της ανάμνησης μέσα μου/ηλιόλουστη/ερχόταν η φαντασία να προσθέσει λεπτομέρειες/όμως όταν η θλίψη κυριαρχούσε στη ψυχή/η ανάμνηση κι αυτή θρηνούσε.» (Μνήμη, το σπασμένο παιχνίδι). «Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων/όταν ασύστολο σαν το νερό/σηκώνετ’ απ’ τον ύπνο/[…].Το σώμα είναι η Ήττα των ονείρων/σαν κείται μακρύ κι αδειανό/─να φωνάξεις μέσα ακούς την ηχώ─/» καταθέτει ήδη από το 1974, στο ποίημα της «Το σώμα είναι η Νίκη και η Ήττα των ονείρων» στην ποιητική συλλογή της Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό. Όλα είναι σώμα, σε επίμονη και διαρκή συνομιλία με την Επιβίωση: «Ελάχιστες κινήσεις πια/επιβίωση/μόνο επιβίωση/διδάσκουν οι ατελείς οργανισμοί/της φύσης.» «Ο παράδεισος κερδίζεται/ με το σώμα./ Κι είναι κι αυτός θνητός», αποφαίνεται στο ποίημα «Τα πόδια μου» ─ ποίημα ενταγμένο στον γενικό τίτλο «Τα έντερα», μαζί με «Τα έντερα και τα άλλα», «Η καρδούλα μου τη νύχτα», «Ιστορίες ματιών», «Το κεφάλι μου», στη συλλογή της, Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας[1978]. Τα όργανα του σώματος ─ η καρδιά, το συκώτι, οι πνεύμονες, τα μάτια, τ’ αφτιά, η μύτη, το στόμα─ κατονομάζονται επαναληπτικά και με διάφορους τρόπους, ζουν, αντιδρούν αναπνέουν σε συνδυασμό, άμεση επιρροή και συμπόρευση με τον εαυτό, αλλά και ως αυτόνομες οντότητες (κάποτε ανοίκειες), αν και είναι τα μόνα που του ανήκουν.
Πριν την όγδοη δεκαετία της ζωής της, η στροφή στα ενδότερα και τα ουσιώδη χαρίζει δύναμη, καλλιεργώντας βαθύτερα εκείνο το «άλλο βλέμμα», που ξέρει να κρατά από τον καρπό της ζωής το κουκούτσι του. Αντιμέτωπη με τις προσκλήσεις του γήρατος και τη φθορά, θα προτάξει έναν λόγο ιδιαίτερα αυτοαναφορικό, φιλοσοφικής και θεατρικής φύσεως, καθώς ο διάλογος με τον εαυτό και η έρευνα περί των αντιθέτων εμφανίζονται για μία ακόμη φορά σωτήρια. Έχοντας προ πολλού αφήσει πίσω τη νιότη της δεν θα σταματήσει να δημιουργεί. Στην ιδέα του θανάτου, οι αισθήσεις παγώνουν αλλά το μυαλό μένει ήρεμο και αδιάφορο. Μπροστά στον πόνο και τον θρήνο, απέναντι στο «άδειο, ακόμη και από επιθυμίες», η Ρουκ εστιάζει στο «τώρα» ως «αρχή καινούριας ζωής». Η γνώση και η πολύχρονη, ποιητική εμπειρία δίνουν άλλη διάσταση στη βαθιά ενσυναίσθηση. Το ατομικό φορτίο βρίσκει ξανά τη θέση του στον κόσμο, μέσ’ από νέες ανατροπές, αμφισβητήσεις και απορρίψεις. Μέχρι και τον θάνατό της, στις 21 Ιανουαρίου 2020, μετά από έναν σημαντικό αριθμό ποιητικών και δοκιμιακών βιβλίων και την έκδοση των Απάντων της, θα εκδώσει τα Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι (Καστανιώτης 2016), Αντικατοπτρισμοί, διάλογος δύο ποιητών, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ – Γιώργος Δουατζής (Στίξις 2017), Άνθρωπος και Χρόνος (Ιδιωτική έκδοση, 2017), Με άλλο βλέμμα (Καστανιώτης 2018), και Των αντιθέτων διάλογοι και με τον ανήλεο χρόνο (Καστανιώτης 2020), με τα διαλογικά μέρη του εαυτού να δίνουν νέα πνοή στο σύμπαν της, αποδίδοντας για μία ακόμη φορά τοπία εσωτερικά και έννοιες ενσωματωμένες στη δική της πολύπαθη αυτοπροσωπεία.
Η ποίησή της, μέχρι το τέλος θα παραμείνει πηγαία, κουβεντιαστή, εξομολογητική, με κείμενα έντονα, ασθματικά που δεν αφήνουν το περιττό να τα επισκιάσει. Έμπνευσή της η απουσία κι η έλλειψη. «Η νέα μέρα απ’ το κρεβάτι της νύχτας σηκώνεται./Αλλά εγώ τι κάνω εδώ; Άδεια μόνο αισθάνομαι./Θέλω να γράψω ένα ποίημα για το άδειο./Και τότε ακούω μέσα μου μια φωνή:/“Δεν μπορείς”, λέει το άδειο, “να μ’ αγγίξεις/γιατί έχεις χάσει την έννοια του γεμάτου./Χωρίς τη γνώση του αντίθετου/η ζωή θα ήταν ακόμη πιο αινιγματική”»./«Θέλω να γράψω ένα ποίημα – πάλι.» «Όσο προχωράει η ζωή, τόσο πιο ανεξέλεγκτη γίνεται η εξάρτησή μου από το χρόνο», ομολογεί. Καιρός, όμως, να τελειώνει με τις κατασκευασμένες πραγματικότητες. Μες από τους στίχους της ανακτά την ανάσα της, αποκαλύπτοντας τα πολλαπλά σημαίνοντα και αναζητώντας την έκσταση που απελευθερώνει τον άνθρωπο από το περιττό. Κι όταν το κενό αλλά και η βεβαιότητα του παρόντος είναι πλέον ο απόλυτος άρχων, όταν η μοναξιά μοιάζει κενή, εκείνη βρίσκει τρόπο να φτιάχνει τέχνη γεμάτη σοφία και έμπνευση: «Το άδειο που ήξερα / είχε σκιές καθισμένες στις καρέκλες του παρελθόντος / κατοικημένο ήταν από αποτυπώματα / ίσως και μυρωδιές / που είχαν αφήσει πίσω τους / τα σώματα κι οι κινήσεις τους.»
Το σώμα διαμαρτύρεται, εξανίσταται, αλλά δεν μετανιώνει. Πάσχει, συμπάσχει, συμφιλιώνεται. Άλλωστε: «ό,τι χάνει σε αφή / κερδίζει σε ουσία.» Τέρμα πια με τα παραμύθια. Από τη σιωπή γεννιούνται τα καλύτερα ποιήματα. «Ο θάνατος είναι πάντα ο κυρίαρχος εχθρός, αλλά ως προσωπική εμπειρία μόνο στη φαντασία ζει.» Η νεότητα τελειώνει, όχι όμως και η δημιουργία. Η ζωή παίζει με τον χρόνο και την απώλεια τα πιο τρυφερά παιχνίδια. «Ανθίζουν τα λουλούδια / χαμογελούν οι άνθρωποι / ίσως να χαμογελούν και τα λουλούδια / ή μήπως η μυρωδιά είναι το κλάμα τους / που τόσο λίγο μένουν στη ζωή;» Η ψυχή του ανθρώπου είναι ένα λουλούδι. Η μυρωδιά του τον ακολουθεί, ακόμη κι όταν το σώμα τον εγκαταλείπει. Η μυρωδιά της ψυχής είναι το κλάμα του, είναι όμως και η ελπίδα. Από αυτή θα τον αναγνωρίσουν. Με αυτή θα ανταμώσει ξανά με όσα αγάπησε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: