Η αμφιλύκη της μοναξιάς

Piet Mondrian, «Broadway Boogie Woogie», 1942-1942. MoMA
Piet Mondrian, «Broadway Boogie Woogie», 1942-1942. MoMA


Ποίηση είναι να πάρεις το άδειο και να το γεμίσεις, για να νιώσεις το δέος της δημιουργίας∙ να πάρεις το γεμάτο και να το αδειάσεις, για να νιώσεις τη γοητεία της ερημιάς.[1]

Όμως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ από την εφηβική της ηλικία αντιλαμβάνεται και εκφράζει σε ποιητικό τόνο το περίγραμμα της μοναχικής της ύπαρξης:

Πίνω και καταπίνω

[…] πώς θα΄ταν η ζωή μου
χωρίς το μεθυστικό υγρό που καταπίνω
χωρίς αυτό το πότισμα
που θεριεύει και διανθίζει τις ελλείψεις μου
κι ελαφρώνει το βάρος της μέρας
το αβάσταχτο φορτίο της νύχτας
χωρίς κάτω από τη γλώσσα
να κουρνιάζει ένα όνειρο
το όνειρο να γίνεται σώμα ρευστό
να το αγγίζω με την κάθε ρουφιξιά
και χωρίς να παύω ποτέ
να μετρώ σταλιά σταλιά
το άδειο που λιμνάζει μέσα;
[2]

Η ποιήτρια εστιάζει τον ποιητικό της λόγο, περισσότερο, στην υπαρξιακή της αγωνία. Από το μονοπάτι της ποίησης ψάχνει το δρόμο για να καταθέσει τη μαρτυρία της ως αναπάντητο ερώτημα στη διαδρομή της προσμονής, γι’ αυτό που έχει ανάγκη να εκφράσει, «το άδειο που λιμνάζει μέσα της», την ατέλειωτη ροή των ωρών της μέρας και της νύχτας αναπολώντας ένα όνειρο, που δεν πρόκειται να γίνει πραγματικότητα.

Συναντάμε στοιχεία της υπαρξιακής της αγωνίας στο πρώτο ποίημα της, η μοναξιά

[…] Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες
του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν 
με τα χέρια αδειανά, με τα πόδια γυμνά
θα βρεις τη μοναξιά σου.
[…]

Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
Λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ
Τα λόγια της μοναξιάς σου
.[3]

Οι περιγραφικές διδασκαλίες που αναφέρονται στα ορφανά παιδιά γίνονται ταυτόχρονα θέαμα[4] και τα μικρά μαύρα σημεία, οι λέξεις, ζωντανεύουν και μεταπηδούν στον καμβά του Bruno Amadio για να αντικρίσουμε την ίδια εικόνα, το πρόσωπο ενός ξανθού αγοριού, με δάκρυα στα μάτια, καθώς έχασε τους γονείς του σε πυρκαγιά.

Η ποιήτρια της άδειας καρδιάς φαίνεται να επικοινωνεί με τον Edward Hopper, το ζωγράφο της ανθρώπινης μοναξιάς που είναι το κεντρικό θέμα στον πίνακα Automat (1927), ενός κλασικού bistrot όπου μια γυναίκα κοιτάζει ένα φλιτζάνι καφέ, κρατά το παλτό και το καπέλο της και ένα γάντι, υποδηλώνοντας ότι δεν σκοπεύει να μείνει εκεί για αρκετή ώρα. Η καρέκλα απέναντί της είναι άδεια. Περιμένει κάποιον ή έχει φύγει κάποιος;[5] Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει το αίσθημα του άδειου και το στίγμα της απουσίας.

Στο θρίαμβο της σταθερής απώλειας (1978) η εναλλαγή των χρωμάτων, άσπρου μαύρου, εντοπίζεται στον πίνακα Broadway Boogie-Woogie του Piet Mondrian, όπου οι κίτρινες γραμμές που υπογραμμίζονται με μαύρες και κόκκινες κουκίδες δίνουν την εντύπωση ενός πολυσύχναστου δικτύου κυκλοφορίας της Νέας Υόρκης. Ο πίνακας περιγράφει την πίεση της σύγχρονης ζωής, το άγχος:[6]

Δεν θα’μαστε ποτέ
αυτό που είμαστε στιγμιαία
αλλ’είναι θρίαμβος
αυτή η σταθερή απώλεια.
Σώζεται μόνο
η σιωπή του φύλλου
σκουραίνει το σώμα
μαζί με τη μέρα
ως της νύχτας την απρόσμενη
λάμψη του μαύρου
[…][7]

Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ «παρουσιάζει το μη παρουσιάσιμο[…]. Αναπαριστά με την πιο κυριολεκτική έννοια του όρου, το υποκείμενο-αντικείμενο-την ψυχή και τον κόσμο[…]. Ο ποιητής διευθετεί, συγχωνεύει, επιλέγει, εφευρίσκει»,[8] σκηνοθετεί τη δημιουργία των ποιημάτων του, όπως η Ρουκ φτιάχνει το δικό της ποίημα εμπνεόμενη από τους πίνακες του Αλέκου Φασιανού στη συλλογή «Αγγελικά ποιήματα 1978»:

Όταν ο άγγελος είναι κόκκινος και νυχοπατάει
στο σφουγγαρισμένο άστρο
πιστεύοντας στην εσωτερική του φλόγα
και αερίζοντας τη στο παράθυρο
είναι που’ χει ερωτευτεί τα εγκόσμια
τόσο πολύ που αποφεύγει να τα συγκρίνει με τα επάνω
[…].
Ο άγγελος
που θα γίνει λουλακής προς το βράδυ
θα τελειώσει το τσιγάρο του
και θα φύγει
.

Η ποιητική πορεία της Αγγελάκη-Ρουκ είναι γεμάτη από το σώμα, κάθε στίχος είναι μια σκέψη, μια καταγραφή, μια αίσθηση του σώματος ακόμη και όταν οι συνθήκες της ζωής της άλλαξαν με τρόπο τραγικό. Ο καιρός πέρασε και αυτή η νέα πραγματικότητα ήθελε κουράγιο για να την αντέξει κανείς. Η οπτική της με βλέμμα ρεαλιστικό και στέρεο για τη συνέχεια της ύπαρξης χωρίς αυταπάτες και διχασμούς. Είναι αυτό το «άδειο που πληγώνει βαθιά».

Αυτό (1996)

[…] Η ζωή όμως έμενε
κι είχε μια γεύση, μια γεύση…
Κάποτε είχα πάρει μέρος σ’ένα γλέντι
κάποτε-πού;-κάτι μου είχε προσφερθεί
ένας καρπός στρογγυλός, ένα σώμα
άλλο απ’το δικό μου με είχε απορροφήσει.
Το μυαλό μου κάνει την κίνηση του χεριού
που ψάχνει κάτι στο βάθος μιας τσάντας
απορούν τα δάχτυλα του νου
[…]

Όταν αρδεύεις μέσα σου, βρίσκεις ρευστή την αλήθεια των πραγμάτων, και η Ρουκ αυθεντική και πραγματίστρια διαβαίνει το σκληρό και επίπονο δρόμο της δημιουργικής εξερεύνησης με γενναιότητα. Η ποιήτρια επιλέγει τις λέξεις των στίχων της με μαεστρία, αφοσιώνεται στις εικόνες που δημιουργεί, μετουσιώνει την εμπειρία ζωής, εκεί που χαράσσεται η ουσία των πραγμάτων και απορρίπτει κάθε περιττό για να φτάσει στο τέλος του πόνου της αγάπης της μοναξιάς. Ο χρόνος που ύφανε το υφάδι της απόγνωσης, η ερωτική μοναξιά σπέρνουν τη «γοητεία της ερημιάς»:

Λυπιού (1995)

[…] Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.

Η Ρουκ ερωτά και απορεί διαρκώς, χωρίς να προσεγγίζει τον τελικό προορισμό, που φαίνεται να απομακρύνεται όσο πλησιάζει χωρίς να τον φτάνει ποτέ. Είναι η συζευκτική μορφή των αναπάντητων ερωτημάτων και των υπαρξιακών διλλημάτων τα οποία συνθέτουν έναν ισχυρό συναισθηματικό ιστό με δυνατή συγκινησιακή φόρτιση που εκτείνεται σε όσα αναπαριστά. Πρόκειται για ερωτήματα που δε γίνεται αλλιώς, παρά να μείνουν μετέωρα και αναπάντητα.
Ο έρωτας που αποτελεί το δραματικό αφήγημα της δημιουργού είναι ταυτόσημος με την απουσία και την απώλεια, και επανέρχεται στο ποιητικό σκηνικό ως ανάμνηση, ως νοσταλγική ονειροπόληση, γέννημα της φαντασίας στη δύνη της σωματικής αδράνειας της. Συχνά-πυκνά ο έρωτας στην ποίηση της Ρουκ εμπεριέχει τον αδιόρατο φόβο για την αμείλικτη ροή του χρόνου, την πρόσκαιρη ομορφιά, την εφήμερη σάρκα μέσα στην αγωνιώδη προσπάθεια της να παραμείνει ενεργή στη ζωή και την αναπόφευκτη επιθυμία της για μια ατέλειωτη συνεύρεση, «μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος».[9]
Η ποιήτρια παραποιεί την πραγματικότητα για να εκφράσει την αναστάτωση του εσωτερικού της κόσμου όπως την βιώνει και την αντιλαμβάνεται. Η φύση κατέχει δεσπόζουσα θέση στην ποίησή της:

Yπενθυμίσεις του έρωτα (2011)

Αν σ’έχει ξεχάσει ο έρωτας
εσύ θα τον ξαναθυμηθείς
μόλις η ματιά σου αγγίξει τη φύση
τις πλαγιές, τα κύματα
τα φυλλοβόλα δέντρα
που δεν αμφισβητούν ποτέ τις εποχές
[…]

Δεν είναι μόνο η Ρουκ που αναζητά διέξοδο ονειροπολώντας τις εικόνες της φύσης αλλά και οι δυστυχισμένοι ήρωες του Beckett ψάχνουν να γευτούν εικόνες που αποτελούν διέξοδο στην τραγική ζωή τους. Ο Χαμ, στο τέλος του παιχνιδιού, ονειρεύεται το πράσινο χρώμα του δάσους, χρώμα της ελπίδας. Και όπως η ποιήτρια ψάχνει την εσωτερική της γαλήνη με την εικόνα της θάλασσας, ο Χαμ χάνεται και αυτός στην αρμονία των ήχων των κυμάτων, της απόλυτης ελευθερίας.
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ αξιοποιεί τα κυπαρίσσια, τα πένθιμα σύμβολα που αγγίζουν θλιμμένες καρδιές. Η θάλασσα κυματιστή και διαρκώς ελεύθερη γεμίζει το σκηνικό των εικόνων της. Το πουλί, ο άγγελος, ο αέρας και τα σύννεφα εκφράζουν μια εμβληματική, επίσης, ελευθερία με την αέναη κίνηση τους στο πεδίο της εφήμερης ζωής, απαλλαγμένης από κάθε τραύμα. H νυχτερινή ενασχόληση της ποιήτριας χαράζει τη θέαση του σκοτεινού τοπίου, όπου τα όνειρα είναι παρόντα, και λιγοστεύουν οι εφιάλτες, με λίγες σταγόνες ελπίδες στο φεγγαρόφωτο και τα άστρα. Η ποίησή της είναι πίνακας ζωγραφικής, και όπως αναφέρει ο Yves Bonnefoy « Βγήκα από το χέρι ενός ποιητή, άρα είμαι μια εικόνα».[10]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: