Η επίσκεψη της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ στον «πύργο του Χαίλντερλιν»

Λεπτομέρεια έργου του Αλέκου Φασιανού
Λεπτομέρεια έργου του Αλέκου Φασιανού

HÖLDERLIN
ή
Ανηφορίζοντας η νόηση του ποιητή
σπάει

Στον Αντώνη Κουτσουραδή

Το βλέμμα του καρφωμένο στο χείλος του τραπεζιού.
Ορθός· πίσω του το παράθυρο· φύλλα από ψηλά πέφτουν,
σαν στόματα ανοιχτά κολλούν στο τζάμι. Η βροχή, τα
μακριά δάχτυλα του Θεού που γραπώνονται στο περβάζι.

Ο ξυλουργός τού σερβίρει το φαγητό. Πασπαλισμένα με
φρέσκο πριονίδι όλ’ αυτά που κατεβαίνουν στα αγγελικά
έντερά του.

Έρχονται προς το μεσημέρι οι θεοί στην κάμαρά του να
ξαποστάσουν. Η μυρωδιά του κρασιού, η μόνη που θυμίζει
μες στο κρύο τη ζεστασιά της γης. Μεταλαβαίνουν.

Οι τέσσερις εποχές είναι τέσσερα ποιήματα γραμμένα από
άλλον, καταρράχτες χρόνια πριν. Κροκάτη κίτρινη μια
εποχή ροβολάει την πλαγιά ώς το ποταμάκι κάτω απ’ το
σπίτι, μια άλλη φοράει ανέμους δυνατούς για να γλιστράει
πιο εύκολα στους πάγους.

Κι η γυναίκα που περνούσε με τ’ αμάξι; Της μίλησε άραγε
ποτέ; Φούστες με φτερά πουλιών κι ο ουρανός πότε βγαίνει
αληθινός; Με την πίστη ή με την απιστία;

Κεφάλι σκυμμένο, στάση μετάνοιας. Μήπως μετάνιωσε
Που μπήκε στο απόκρυφο εργαστήρι των θαυμάτων;

Και ποιος θα γιατρέψει τα δέντρα απ’ τις πληγές της
ακινησίας, απ’ τον εθισμό της περισυλλογής;

Βιβλιοθηκάριος των ονείρων καταχωρεί τη Νύχτα
μετά τα Νήπια και βυθίζεται στον ύπνο. Εκεί ξαναβρίσκει
το παλιό του σώμα να μυρίζει δάφνη της Ελλάδας. Πικρή.

Κοιτάει και το σκύλο. Με το μπροστινό πόδι στον αέρα
διδάσκει τη Μεγάλη Όσφρηση κι έπειτα με τα νύχια
σκαλίζει το χώμα να κρύψει τον τελευταίο στίχο.
Για ώρα ανάγκης.

Ηττήθηκαν τα σύννεφα, μα η χαρά που βγαίνει απ’ τους
σκουροπράσινους λόφους μοιάζει να ‘ναι η καρδιά άλλου
τοπίου.

Γιατί εδώ ταιριάζει ήλιος πικραμένος και ψυχρός.
Μόνη λάμψη ο ποιητής τρελός μες στην πιτζάμα του.

Tübingen, Απρίλιος 1992

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή της Κ. Αγγελάκη-Ρουκ Άδεια φύση (1993, 39-40). Όπως υποσημειώνει η ποιήτρια (ένδειξη που μπορεί να θεωρηθεί ενδοκειμενική), γράφτηκε στο Τύμπινγκεν της Γερμανίας, ή με αφορμή την επίσκεψη στην πόλη αυτή, τον Απρίλιο του 1992.
Πρόθεσή μου δεν είναι να παρουσιάσω με αισθητικούς όρους το ποίημα, εκτός και αν αυτό συμβεί πέρα από προθέσεις. Ο αναγνώστης μπορεί θαυμάσια να το εκτιμήσει καλύτερα από μένα, χωρίς τις δικές μου προκαταλήψεις. Πιο πολύ με γοητεύει η ιδέα να αναζητήσω τη «γενεαλογία» του, όπως λέμε, το ιστορικό της γένεσής του ή το πλαίσιο αναφοράς του. Υποπτεύομαι ότι το υλικό είναι πλούσιο. Το εγγυάται ήδη ο τίτλος του, το όνομα τού Χαίλντερλιν και ο σαφής υπαινιγμός στη διανοητική του κατάρρευση: «Ανηφορίζοντας η νόηση του ποιητή σπάει» και «ο ποιητής τρελός μες στην πιτζάμα του» (στ. 34). Ο τίτλος και ο επίλογος. Αρχή και τέλος. Το τέλος είναι το Τύμπινγκεν, εκεί που ο Χαίλντερλιν φιλοξενήθηκε μετά την κατάρρευσή του, το 1807, και έζησε μέχρι τον θάνατό του, το 1843, δηλαδή επί τριάντα έξι έτη, χωρίς ποτέ να ταξιδέψει έστω μέχρι το κοντινό Νύρτινγκεν, όπου ζούσε η μητέρα του και όπου έζησε τα τελευταία δημιουργικά του χρόνια, ή στη γενέτειρά του, το Λάουφεν. Εκεί, λοιπόν, πέρασε ακριβώς τα μισά του χρόνια. Πέθανε 73 ετών. Μια σπάνια συγκυρία: το 1804 έγραψε ένα από τα τελευταία του ποιήματα και του έδωσε αυτόν τον τίτλο: «Μισά της ζωής» («Hälfte des Lebens»). Προτείνω να το διαβάσουμε:

Με αχλάδια κίτρινα
και ρόδα άγρια γεμάτη
η γη ασημώνεται στη λίμνη,
οι κύκνοι εσείς οι τρυφεροί
και μεθυσμένοι με φιλιά,
βουτάτε το κεφάλι
στα άγια νηφάλια νερά.

Αλίμονο σε μένα, καταχείμωνο
λουλούδια πού να βρω,
το φως του ήλιου, πού,
και ίσκιους των χωμάτων;
Τείχη ορθώνονται
αμίλητα και παγερά, στον άνεμο
θροΐζουν οι σημαίες.

Συγκαταβατικά, λέω ότι οι δύο στροφές του σύντομου ποιήματος μοιράζονται στην ενιαύσια εποχή της ανθοφορίας και του καταχείμωνου. Από το τώρα του ποιήματος και εξής «τείχη ορθώνονται αμίλητα και παγερά». Είναι τα τείχη της μόνωσης που μοιάζει ηθελημένη. Μια ιδιότυπη διανοητική συσκότιση περιβάλλει τον ποιητή, σαν χειμωνιάτικη σκοτεινιά. Η κατάστασή του χαρακτηρίστηκε ιατρικά με τον όρο «Umnachtung» που σημαίνει για την ακρίβεια «περισκότιση», καταβύθιση στη νύχτα. Είναι η ήπια απόδοση της φρενοβλάβειας. Διαγνώστηκε σε ψυχιατρική κλινική του Τύμπινγκεν, όπου είχε μεταφερθεί εσπευσμένα ο Χαίλντερλιν, και θεωρήθηκε ανίατη. Οι γιατροί τού έδιναν τρία χρόνια ζωής. Για την παραμονή του εκεί όφειλαν οι οικείοι του να αναλάβουν τα έξοδα νοσηλείας. Δήλωσαν αδυναμία. Ο ίδιος δεν είχε καμιά πηγή εισοδήματος. Τη λύση έδωσε η παναγαθοσύνη ενός ξυλουργού, του Ernst Zimmer. Ας κρατήσουμε το όνομα. Αναγνώρισε στο πρόσωπο του Χαίλντερλιν ό,τι δεν είδε η εποχή του, ό,τι δεν αντιλήφθηκαν ο Γκαίτε και ο Σίλλερ, ο κύκλος της Ιένας, ο Γ.Χ. Φος, ο γνωστός τότε μεταφραστής του Ομήρου. Ο Τσίμμερ, ένας απλοϊκός ξυλουργός, είχε διαβάσει το επιστολικό μυθιστόρημα Υπερίων. Γοητευμένος από τη δύναμη του λόγου του ανέλαβε ανιδιοτελώς τη διά βίου φροντίδα του ανήμπορου ποιητή προσφέροντάς του στέγη και φαγητό. Μετά τον θάνατο του Τσίμμερ, το 1838, τη φροντίδα ανέλαβαν οι τρεις κόρες του. Το τρίπατο σπίτι σώζεται σήμερα διαμορφωμένο σε μουσείο. Είναι ο περίφημος «πύργος του Χαίλντερλιν» («Hölderlinturm», ορθότερα, «Πύργος-Χαίλντερλιν»), κτίσμα του 13ου αιώνα. Μπροστά του κυλά ο ποταμός Νέκαρ.
Αυτόν τον «πύργο» επισκέφτηκε η Αγγελάκη-Ρουκ τον Απρίλιο του 1992. Στον πρώτο όροφο οι επισκέπτες περνούν στο δωματιάκι του ποιητή, άδειο σχεδόν. Το παράθυρο βλέπει στον Νέκαρ. Εκεί στεκόταν με τις ώρες ο Χαίλντερλιν παρατηρώντας τα νερά που κυλούσαν αργά. Κάποτε σχολίασε πως αυτός ήταν ο Κηφισός ποταμός, όπως τον γνώρισε από τον Σοφοκλή και τον επικαλείται στο αρχικό σχεδίασμα του ύμνου «Ελλάδα». Σκεφτόταν τον τυφλό Οιδίποδα που πέρασε από εκεί στον δρόμο για τον Κολωνό. Αισθανόταν ταυτισμένος μαζί του, τυφλωμένος κι αυτός από τον θεό του φωτός, τον Απόλλωνα, όπως έγραψε στον αδελφό του.
Στην είσοδο του «πύργου» οι επισκέπτες γράφουν το όνομά τους, ή και δυο λέξεις ακόμη, στο βιβλίο των επισκεπτών. Την πρώτη φορά που επισκέφτηκα τον «πύργο», φθινόπωρο του 1995, αναζήτησα και διάβασα το όνομα του Τσέλαν με την ένδειξη «Μάρτιος 1970», ένα μήνα πριν από την αυτοκτονία του. Αν γνώριζα τότε το ποίημα της Ρουκ, θα αναζητούσα την ενδεχόμενη καταχώρισή της. Ίσως την επόμενη φορά.
Επισκεπτόμουν διακριτικά τον ποιητή κάθε φορά που πήγαινα στο Τύμπινγκεν, στις προγραμματισμένες συζητήσεις στο Πανεπιστήμιο της πόλης με τον καθηγητή που επέβλεπε την εργασία μου σχετικά με τις μεταφράσεις του Χαίλντερλιν στον Οιδίποδα Τύραννο και την Αντιγόνη. Συχνές επισκέψεις στην αρχή, αραιές αργότερα, μέχρι την τελευταία το 2009, όταν η εργασία ολοκληρώθηκε και κυκλοφόρησε στην Γερμανία (2011). Στο διάστημα αυτό έμαθα πολλά για τη ζωή και το έργο του Ερημίτη του Τύμπινγκεν. Πράγματα συγκλονιστικά. Στο δεύτερο μισό της ζωής του, στον «πύργο» του, σχεδίαζε στίχους αποσπασματικούς, συχνά μόνο τίτλους, που μόνο αυτoί τον τοποθετούν με την τόλμη και την ελλειπτικότητά τους στην πρωτοπορία και του 20ού αιώνα, πρόδρομο της νεωτερικής ποίησης. Συνολικά «Ενενήντα δύο σχέδια και αποσπάσματα» που μετέφρασα με προτροπή του οίκου Gutenberg. Στο μεταξύ, ορισμένα από αυτά συμπεριελήφθησαν στην έκδοση του γενναίου και τελειομανούς εκδότη Αιμίλιου Καλιακάτσου με ποιήματα, ύμνους, ελεγείες του ποιητή (Φρήντριχ Χαίλντερλιν Ποιήματα, Στιγμή 2013). Και κάτι ακόμη ως προς τη σχέση μου με τον «πύργο». Ο ετερώνυμος φίλος Στέφανος Γιονάς ταχυδρομούσε στη διεύθυνση του «Hölderlinturm» επί δώδεκα συναπτά έτη, από το 1997 μέχρι το 2008, κάθε χρόνο μία ανεπίδοτη επιστολή προς τον ποιητή, σε μορφή πεζοτράγουδου, ακριβώς στις 7 Ιουνίου, ημέρα θανάτου του Χαίλντερλιν. Συνολικά δώδεκα λυρικά δελτάρια που τώρα πρέπει να βρίσκονται στο αρχείο του μουσείου. Μετέφρασα τα ποιήματα στα ελληνικά και τα εξέδωσα στο όνομά του (Gutenberg 2015). Στο τέλος αυτής της περιδιάβασης θα παραθέσω δύο από αυτά σε διάλογο με το ποίημα της Αγγελάκη-Ρουκ.
Δεν γνωρίζω πόσο βαθιά πηγαίνει η γνωριμία της ποιήτριας με το έργο του Χαίλντερλιν. Σε συνέντευξή της προς τον Γ. Δουατζή το 2009 (αναρτήθηκε και την επομένη του θανάτου της, στις 22.1.20) είπε:
«[...] ανακάλυψα τον Χαίλντερλιν και αυτό ήταν τεράστια ένεση ελπίδας. Γερμανικά δεν ξέρω. Και αγάπησα έναν ποιητή που έχει γράψει σε γλώσσα την οποία δεν μιλάω και τον γνώρισα από μετάφραση».
Παράλληλα, έγραψε στην εφημ. Το Βήμα:

«Τελευταία, όλο και πιο συχνά μου έρχονται στο νου τα λόγια του Χαίλντερλιν: Προς τι ο ποιητής σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς; Αναρωτιέμαι: είναι άραγε οι καιροί μας χειρότεροι από ποτέ; Και: ήταν ποτέ ο ποιητής χρήσιμος; Ή απλά τα πιστεύω των ανθρώπων παλιά ήσαν πιο κοντά στον Θεό, πιο κοντά στον Λόγο, δηλαδή στην Ποίηση που είναι άρρηκτα δεμένη με τη δημιουργία; Ο ποιητής, σαν να ήταν μάρτυρας αυτής της ασύλληπτης πολύπλοκης διαδικασίας, κρατάει σημειώσεις» (29 Αυγ. 2010).
Τον γνώρισε ασφαλώς μέσω γαλλικών ή αγγλικών μεταφράσεων. Αλλά αρκούν οι ελληνικές εκδόσεις, με αναλυτικά εργοβιογραφικά στοιχεία, που δεν είναι λίγες. Ενδεικτικά αναφέρω τον τόμο Friedrich Hölderlin, Ελεγείες, ύμνοι και άλλα ποιήματα, με πρόλογο της μεταφράστριας Στέλλας Νικολούδη (Άγρα 2001). Το ερώτημα «Προς τι ο ποιητής σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς;», από την ελεγεία «Άρτος και Οίνος» («[...] wozu Dichter in dürftiger Zeit?»), είναι πασίγνωστο και δεν χρειάζεται σχολιασμό. Το έχουν επικαλεστεί ο Σεφέρης και ο Ελύτης μεταξύ πολλών άλλων. Η Αγγελάκη-Ρουκ αφιερώνει το ποίημα στον Αντώνη Κουτσουραδή, ο οποίος αργότερα, το 1999, παρουσίασε την ελεγεία «Άρτος και Οίνος». Γνώρισε, βέβαια, και το ουσιωμένο από οδύνη και τραγικό μεγαλείο ποίημα του Νίκου Καρούζου «Τα πολύτιμα βάσανα του Scardanelli» (Scardanelli, είναι ένα από τα πολλά ονόματα με τα οποία αυτοσυστηνόταν ο ποιητής στους συχνούς, ιδίως νέους, επισκέπτες του στον «πύργο»). Ένα απόσπασμα:

[...]
Μετέωρος νίκησε τους επισήμους τα επίχρυσα πρόσωπα
την ανούσια δοξολογία στη μητρόπολη
τα στιλβωμένα ύψη του Γκαίτε τη Βαϊμάρη στο σύνολό της
είν’ αυτός που αφέθηκε
κάπου μέσα στον άκρατο κίνδυνο
μόνος και δίπτερος που ‘νιωθε πως η φιλάρεσκη τύρβη
δεν κατάχωσε της καρδιάς το δουκάτο
(σοβούσε μέσα του τυφλός αετός όταν έρημος δάγκωσε
τα ολόχρυσα Μήλα των Εσπερίδων)
έριξε σαν ένα κουρελάκι την ασθένεια στην άβυσσο
σχεδόν ασκεπής, αλλά τι λέω; δίχως καν το κεφάλι του
το εξαϋλωμένο
πραγματικός Φρειδερίκος
εκείθε στον ορίζοντα της Θήβας ωρυόμενος
δίχως ιμάτιο διψαλέο για καταιγίδα
δίχως το κλειδοκύμβαλο του Τειρεσία
μα ολόσωμα σαβανωμένος απ’ τη Διοτίμα
στην τρισυπόστατη εκκλησία στο θαλερό θυσιαστήριο [...].

Ανήκει στη συλλογή Χορταριασμένα χάσματα που κυκλοφόρησε το 1974. Επιστροφή στο ποίημα της Αγγελάκη-Ρουκ. Οι πρώτοι στίχοι μεταφέρουν την εικόνα του ποιητή στο δωματιάκι του, όπως έχει δοθεί από πολλούς συχνούς επισκέπτες με πρώτον και καλύτερο τον Wilhelm Waiblinger, ο οποίος το 1823 εξέδωσε το μυθιστόρημα Phaeton, μία λεπτομερή καταγραφή των εντυπώσεών του από τον «πύργο». Ο Βάιμπλινγκερ δεν έζησε πολλά χρόνια. Πέθανε το 1830 σε ηλικία 26 ετών. Πρόλαβε, όμως, να δώσει την πολύτιμη μαρτυρία του. Ο ξυλουργός έφερνε πράγματι το φαγητό στο δωμάτιο του ποιητή («Ο ξυλουργός τού σερβίρει το φαγητό», στ. 5), όταν δεν φρόντιζαν γι’ αυτό οι κόρες του, ιδίως η μικρότερη, η Λόττε (Charlotte). Το γεύμα συνοδευόταν πάντοτε από κρασί που αγαπούσε ιδιαίτερα ο Χαίλντερλιν («Η μυρωδιά του κρασιού», στ. 9). Στην αλληλογραφία της και σε πολλές παράλληλες διηγήσεις η Λόττε δίνει επαρκείς πληροφορίες για τα τελευταία δέκα χρόνια του Χαίλντερλιν, αυτά που δεν έζησε, για να περιγράψει, ο Βάιμπλινγκερ. Πέθανε πολύ αργότερα, το 1879. Το 2006 η πόλη έδωσε το όνομά της σε ίδρυμα για ψυχικές παθήσεις και το 2011 έστησε προς τιμήν της στην πλατεία Χρηματιστηρίου μνημείο που φιλοτέχνησε ο Johannes Kares. Να λάβουμε υπόψη ότι μέχρι το 1913, έτος πρώτης έκδοσης μεγάλου μέρους του έργου του από τον Norbert von Hellingrath (έπεσε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου το 1916), ο Χαίλντερλιν ήταν λησμονημένος, αν όχι άγνωστος. Η Αγγελάκη-Ρουκ τον περιγράφει με «το βλέμμα καρφωμένο στο χείλος του τραπεζιού, ορθό, πίσω του το παράθυρο» (στ. 1-2), προφανώς από το χαρακτηριστικό σκιτσάρισμα του ποιητή, σε προχωρημένη ηλικία, που έκανε ο ζωγράφος Rudolf Lohbauer (1802-1873), γνωστός και για τους αγώνες του υπέρ της ελευθερίας του Τύπου. 


Στο σκίτσο είναι εμφανής η διανοητική κατάρρευση. Η ίδια αναφορά και στη συνέχεια του ποιήματος: «Κεφάλι σκυμμένο, στάση μετάνοιας. Μήπως μετάνιωσε / Που μπήκε στο απόκρυφο εργαστήρι των θαυμάτων;» (στ. 19-20).
Το «ποταμάκι κάτω απ’ το σπίτι» (στ. 13-14) είναι, όπως είπαμε, ο Νέκαρ. Στις λιγοστές εξόδους του ο ποιητής συνήθιζε να διασχίζει το γεφυράκι και να κατεβαίνει στη δεξιά όχθη, όπου, καθώς λένε, σε απόμερα σημεία έκρυβε διπλωμένα χαρτάκια με αινιγματικούς, ελλειπτικούς στίχους (Fragmenta) ή κωδικοποιημένα μηνύματα. Αν υπήρχε τρόπος να συγκεντρωθούν και ανασυνταχθούν, ίσως διέσωζαν τη σύλληψη ποιημάτων. Η Αγγελάκη-Ρουκ φαίνεται πως το γνωρίζει αυτό. Γράφει: «[...] με τα νύχια σκαλίζει το χώμα να κρύψει τον τελευταίο στίχο. Για ώρα ανάγκης» (στ. 27-29). Στην εικόνα παρεμβάλλει τη μορφή του «σκύλου» («Κοιτάει και το σκύλο», στ. 26). Και αυτός ο συσχετισμός έχει δοθεί κατ’ επανάληψη στην ανεκδοτολογία για την εκτός του «πύργου» συμπεριφορά του Χαίλντερλιν. Λένε ότι φοβόταν και απέφευγε τα παιδιά που τον θεωρούσαν τρελό και τον χλεύαζαν. Έβρισκε τότε καταφύγιο στο θλιμμένο βλέμμα των σκύλων που αφθονούσαν στους δρόμους, υποκλινόταν μπροστά τους και απευθυνόταν σ’ αυτούς ως υπήκοος μπροστά σε αφέντη.
Τολμώ να εικάσω την ερμηνεία μιας ακόμη εικόνας της Αγγελάκη-Ρουκ με «τη γυναίκα που περνούσε με τ’ αμάξι» (στ. 16). Η ζωή του Χαίλντερλιν συνδέθηκε με το όνομα της Susette Gontard, συζύγου εμπόρου στην Φρανκφούρτη, μητέρας τεσσάρων παιδιών και ερωμένης του. Είναι η γνωστή «Διοτίμα» στον Υπερίωνα, όπως την αποκαλούσε στη μεταξύ τους αλληλογραφία. Η Γκοντάρ πέθανε το 1802 από καλπάζουσα φυματίωση. Ήταν 33 ετών. Ο Χαίλντερλιν βρισκόταν τότε στο Μπορντώ της Γαλλίας απασχολούμενος ως οικοδιδάσκαλος. Από εκεί, διανύοντας με τα πόδια απόσταση 860 χιλιομέτρων (!), έφτασε σε κακή κατάσταση στην Στουτγάρδη, στον κύκλο των φίλων του. Κανείς δεν γνωρίζει τι συνέβη στο μεταξύ. Ήταν τα πρώτα σημάδια της «διανοητικής περισκότισης». Από το παράθυρό του βλέπει τώρα την οπτασία της να περνά, χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να την καλέσει («Της μίλησε άραγε ποτέ;», στ. 16-17).
Διαβάζουμε την καταβύθισή του στους στίχους: «[...] καταχωρεί τη Νύχτα / μετά τα Νήπια και βυθίζεται στον ύπνο» (στ. 23-24). Ο Χαίλντερλιν ερμήνευε τα πρώτα κακά σημάδια και την επερχόμενη τύφλωση ως μέρος θεϊκού σχεδίου που πλήττει τους τολμηρούς, τους υβριστές. Η ύβρις του είναι η ποιητική του τόλμη. Σκέφτεται ότι και ο Όμηρος ήταν τυφλός. Στο ποίημα «Ο τυφλός αοιδός» («Der blinde Sänger») ταυτίζει τον κένταυρο Χείρωνα, τον δάσκαλο του Αχιλλέα, με τον Όμηρο. Τυφλός ήταν και ο Τειρεσίας, ο vates, ο προφήτης-ποιητής. Σύμφωνα με το θεϊκό σχέδιο, στο οποίο παγιδεύεται ο άνθρωπος, αυτό είναι το στάδιο της «απιστίας» («Untreue»), δοκιμασία και προϋπόθεση, για να οδηγηθεί κανείς στην «πίστη» («Treue»). Η Αγγελάκη-Ρουκ αποτυπώνει και αυτή την αγωνιώδη διαδρομή: «[...] κι ο ουρανός πότε βγαίνει / αληθινός; Με την πίστη ή με την απιστία;» (στ. 17-18).
«Διαβασμένη», λοιπόν, η ποιήτριά μας. Μία ακόμη απόδειξη της αντίληψης που έχει για το λειτούργημά της. Τα πραγματολογικά σχόλια που παρέθεσα, δεν κάνουν το ποίημα ωραιότερο. Συνεισφέρουν, ίσως, στην ανάγνωσή του, τη σημαντική των ποιητικών υπαινιγμών. Ας θεωρηθούν απόδειξη της πολυσημίας των λέξεων, όταν κατατίθενται επαξίως στο πεδίο της ποίησης.

ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ: Ενώ έγραφα αυτές τις γραμμές, έλαβα αναπάντεχα, σαν νεύμα επιδοκιμαστικό της ειμαρμένης, ένα ποίημα-«δώρισμα», όπως χαρακτηρίστηκε, από τον καθηγητή και ποιητή Αντώνη Μακρυδημήτρη. Το ποίημα πυκνώνει την ποιητική φιλοσοφία του Χαίλντερλιν και συνομιλεί με την ελεγεία «Άρτος και Οίνος». Φυσικά, και με την Αγγελάκη-Ρουκ. Τίτλος: «Κι η ποίηση προς τι;», από το γνωστό αφοριστικό ερώτημα. Με την άδεια του Μακρυδημήτρη το παραθέτω:

Φτάνουμε κάποτε αργά, πολύ αργὰ στις αποκαλύψεις
Κι αν υπάρχουν θεοί ψηλά στον ουρανό της σκέψης
Από μακριά τον κόσμο θεωρούν και δεν επεμβαίνουν,
Μας προφυλάσσουν από την παρουσία τους οι αθάνατοι
Γιατί δύσκολα αντέχουμε οι θνητοί τη θεϊκή πληρότητα και λάμψη

Η ζωή γίνεται όνειρο στον ύπνο του αιωνίου
Θρέφονται με πίστη και υπομονή οι άνθρωποι στο λίκνο του έργου,
Αλλ’ όταν Εκεῖνοι κατέρχονται με τις βροντές και τους αχούς των κεραυνών
Φοβούνται ξανά οι θνητοί κι αποζητούν παρηγοριά στον μύθο

Συχνά μου φαίνεται, ωστόσο, πως είναι ίσως καλύτερα να κοιμηθείς
Αν το μπορείς, παρά να ξαγρυπνάς στα σιωπηλά μέσα στη νύχτα
Καθώς τα πνεύματα αόρατα περνούν δίχως ν’ αφήνουν ίχνη

Γιατί να επιμένεις και να προσπαθείς ξανά; Δεν ξέρω,
Κι η ποίηση προς τι σε τέτοιους άγονους καιρούς;
Ποιους τέρπει και ποιους ωφελεί;

(Το πυρ της ποίησης, 2011, 54)

Θα χρειαζόταν ένα ακόμη εκτεταμένο σημείωμα, για να έλθει στην επιφάνεια ο διάλογος του Μακρυδημήτρη με τον Χαίλντερλιν. Αλλά σε γενικές γραμμές είμαστε υποψιασμένοι. Περισσότερα σε ένα άλλο ενδεχομένως σημείωμα.
Τέλος, υποσχέθηκα δύο από τα δώδεκα δελτάρια που έστελνε κάθε χρόνο στον «πύργο του Χαίλντερλιν» ο Γιονάς. Επιλέγω το πέμπτο που ιστορεί τον θάνατο της Γκοντάρ με τις τραγικές συνέπειες για την εύθραυστη ψυχική υγεία του ποιητή, και το έβδομο, με τον Πάουλ Τσέλαν, συχνό επισκέπτη του «πύργου», επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος, χτυπημένον κι αυτόν από τη βάσκανο μοίρα του Χαίλντερλιν:

V

Ψυχή μου ξάγρυπνη τριαντατριώ χρονώ
ψυχή που δεν σε κοίμισε το κόκκινο Bordeaux
γιατί καλπάζει ο τρικέφαλος του Άδη –
με μάτια κόκκινα και το λαρύγγι του στεγνό
μ’ ένα δελτάριο στα δόντια ερμητικό
απ’ το μηδέν που γράφει ο χρόνος τ’ όνομά του σε χαρτί:
η Σέστρωτις
το τραμ Euridike
λευκό μαντήλι αρδεύοντας στα χείλη σου το ρόδο.
Η μια φτερούγα που έσπασε κι η άλλη που πενθεί
Ein Hauch um Nichts. Ein Wind.
Να πλησιάζουμε άρα γε οδικώς τον έκπτωτο θεό;
Με σείστρα με χαρταετούς με βόρβορον ιλύν;
Με ρημαγμένα ποιήματα; Πενθώντας μήπως πριν
το πένθος που θα ρθεί;
Ποιος δείχνει στον Ξυπόλυτο ποια πόρτα να χτυπήσει;
το μαύρο κρέπι ν’ ανεμίσει πού;
Τις ελεγείες μου δωρίζω στο κενό. Στου Υπερίωνα
τη θλίψη κατοικώ.
Κι ανίσταμαι. Να τη σηκώσω. Ένα γραμμάριο
η αδέσποτη ψυχή.
Να την τραβήξω. Απ’ τον κακό το θάνατο μακριά.
Απ’ το κακό που την ποδοκρατεί κι από τη νάφθα.

VII

Δεν έχω άλλη προσευχή.
Δεν έχω άλλο ποίημα να υποφέρω.
Αυτός που όρισε του Ιούδα το φιλί
ας με απαλλάξει τώρα
να ξεκουραστώ.
Το θάνατό σου υπηρέτησα, Κύριε,
κι όπως θα πει αργότερα ο Paul
το αγαπημένο σου παιδί,
προσευχήσου κι εσύ τώρα, Κύριε,
προσευχήσου για τα σκόπιμα λάθη μας,
για το κόκκινο που δωρίσαμε αλλού
νηστεύοντας τον έρωτά σου, Κύριε,
για τον ήλιο μετά τη βροχή,
όταν οι λέξεις που είχαμε, Κύριε,
κουράστηκαν να φέρνουν στον κόσμο παιδιά.
Μας δώρισες
το φως της αστραπής σου, Κύριε,
μας χτύπησες
μας ρήμαξες
μας έριξες μέσα στη νύχτα, Κύριε.
Και τώρα που δεν έχω άλλη θυσία να ντυθώ,
προσευχήσου για τις τύψεις σου, Κύριε.

Στον απόηχο πάντοτε του σθεναρού ποιήματος της Αγγελάκη-Ρουκ. Και στη μνήμη της.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: