Florilegium I (Ποιητές του Μεταπολέμου)

Florilegium I (Ποιητές του Μεταπολέμου)

Συμεών Γρ. Σταμπουλού, «Florilegium I (Ποιητές του Μεταπολέμου) εκδ. Κουκκίδα 2021

Ο τόμος αφιερώνεται «Στους 134 ανθολογημένους ποιητές της Β΄ Μεταπολεμικής Γενιάς – ανεξαιρέτως».


Florilegium I . Ο δημιουργός του, ανήσυχος ερευνητής, επιστήμονας με οξυμμένες τις ποιητικές του κεραίες, αναπεπταμένες στην αρχαία Ελλάδα,   τη νεότερη, τη σύγχρονη και σε όλον τον κόσμο, ειδικά στη Γερμανία, ο Συμεών Σταμπουλού ονόμασε Florilegium I το Ανθολόγιό του, γιατί, όπως μας λέει θα ακολουθήσουν και άλλα.
Σε αυτά όλα τα Florilegia, θα διασταυρώνει τους Έλληνες ποιητές με άλλους και θα βρίσκει τους υπόγειους δρόμους που τους φέρνουν κοντά.

Κι όπως οι φίλοι, φαίνεται,/ Και οι θάλασσες, από μακριά επικοινωνούνε (Οδυσσέας Ελύτης, Villa Natacha II)

Και αν αλλάξουμε λίγο τους στίχους, θα βρούμε πως οι ποιητές όπως οι θάλασσες από μακριά επικοινωνούνε κι εκεί είναι η γοητεία που οδηγεί στην επισήμανση αυτής «της εκλεκτικής συγγένειας, δηλαδή της ασύνειδης επικοινωνίας και του κοινού κλίματος» που θα αποδείξει ο συγγραφέας, στην πρωτότυπη, στο πλαίσιό της, έρευνά του.

Ο Γερμανός, μας λέει, είναι πιο διαδεδομένος από τον Έλληνα, λόγω πολλών παραμέτρων, με πρώτη τη γλώσσα, βεβαίως. Από την Ελλάδα λείπει κυρίως, ο κριτικός λόγος, τονίζει με έμφαση ο Σταμπουλού, θα μιλήσει για περιοδικά, συγγραφείς και εκδότες που, λόγω εποχής και ευκολιών, μπορούν να εκδίδουν επί πληρωμή, ό,τι θέλουν, οι μισθωτοί κριτικοί αδολεσχούν και «Έτσι μπαίνει το μαχαίρι στη σάρκα» («Ωδή στον Πικασσό» ΙΙ), να 'τος πάλι ο Ελύτης.

Αναλυτικότερα, θα στραφεί στη Γενιά του Τριάντα, στον εθνικό χαρακτήρα της ποίησής μας, στο δόγμα της ελληνικότητας. Και συνεχίζει: κορφολογείται το ποίημα, η ποίηση, ο στίχος, η λέξη, όχι οι επίδεσμοι των τραυμάτων που φέρουν οι ποιητές από την εμπλοκή τους στην ιστορία… Με άλλα λόγια και, μάλιστα του Σεφέρη, η ποίηση δεν είναι χώρος για προσωπικές εξομολογήσεις.

Κι εδώ κάνει λόγο για το σοβαρό θέμα που αφορά το «άδολο ποίημα», με την επίκληση στιβαρών ονομάτων, το ποίημα που δεν έχει τίποτα να πει και δεν απευθύνεται σε κανέναν. Επικαλείται τον Γκότφριντ Μπεν και τα σχόλιά του για τις Ελεγείες του Ντουίνο, τη Νεαρή Μοίρα, όπου «ο δημιουργός διαθέτει ένα αδρανές έμβρυο, σπέρμα δημιουργικό», λόγια που διατύπωσε το 1951 για «το απόλυτο ποίημα δίχως πιστεύω, ελπίδα, το ποίημα που δεν απευθύνεται σε κανέναν, το ποίημα από λέξεις» (σαν να λέμε Πυθία σε παραλήρημα;).

Όλα διατυπωμένα πριν από 100 χρόνια από τον Ρίτσαρντς και τη Νέα Κριτική. Αν, όμως έχουν έτσι τα πράγματα, γεννώνται θέματα. Τι γίνεται με όλη την προγενέστερη ποίηση και, φυσικά, και όλη την επόμενη. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, όλοι κάποιο κίνητρο έχουν είτε εθνικό είτε προσωπικό. Γι’ αυτό υπάρχει και αντίλογος.

Κατά τον Έλιοτ, το ποίημα πρέπει «να είναι υπαινικτικό, έμμεσο, να εξαρθρώνει, αν χρειάζεται, τη γλώσσα μέσα στο μήνυμά του». «Κλίνω σε μια ποίηση που δεν είναι κατανοητή στην πρώτη ανάγνωση». Ακόμα το ποίημα γράφεται ανεξάρτητα από τις πηγές του, τα παραθέματα, κρατά τον αναγνώστη ανυποψίαστο (άρα, αντίθετα από αυτό που έλεγε ο Μαρξ για τη φιλοσοφία, ότι δεν φυτρώνει μόνη της στα κράσπεδα των δρόμων;).

Είναι πολλές οι θέσεις και οι απόψεις που γεννούν απορία, δύσκολο να καταποθούν χωρίς συζήτηση και, μάλιστα, μπροστά στον φόβο των τρανών διεθνώς ονομάτων που οδηγούν το άρμα της θεωρίας. Οι αρχαίοι μας όλοι, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Καρυωτάκης, η Γενιά του Τριάντα και όσοι ακόμα ακολουθούν, σχηματίζουν τείχος.

Τελικώς, και επειδή η εποχή μας βγήκε από έναν πόλεμο και πολλούς άλλους πριν, από έναν Εμφύλιο (η κατάρα της φυλής) και από πολλά προσωπικά βιώματα, το ζήτημα δεν μπορεί να λάβει τέλος. Βεβαίως έχουμε φτάσει σε μια ποίηση του καθημερινού, στην «αθέατη λεπτομέρεια και στο ρυπαρό και απορριγμένο». Πώς θα εκλάβει άραγε ο σημερινός αναγνώστης, και ας μην είναι φανατικός Χριστιανός, «την ηθελημένη σιωπή του Θεού»; Και, βεβαίως, έχει δίκιο ο Χ. Γιόνας για την έννοια του Θεού μετά το Άουσβιτς. Εξυπακούεται πού οδηγείται η πίστη του.

Όλη η Δεύτερη Μεταπολεμική Γενιά, λέει πάντα ο Σταμπουλού, έχει χαρακτηριστικό της το χαμηλόφωνο, αλλά υψηλών εντάσεων ποίημα. Σύντομο, σε ελεύθερο στίχο… με διϋλισμένο το συγγραφικό εγώ (επιλέγω τις λέξεις του συγγραφέα). Το ποίημα αναφέρεται στον εαυτό του. Ο Τοντόροφ λέει ότι τα Ημερολόγια της Τσβετάγεβα είναι η καλύτερη ποίηση αλλά το Ημερολόγιο δεν είναι ποίηση. Τα Ημερολόγια καταστρώματος του Σεφέρη όμως, είναι (εδώ παίζουμε με τα είδη; Με τους τίτλους; Ισχύει η ενιαία γραφή;). Άπειρα θέματα αναφύονται και από όλα τα παραδείγματα προκύπτει αυτό, αλλά και το αντίθετό του.

Στην ενότητα «Η ποίηση πριν και μετά το τείχος», ο τίτλος δείχνει ότι υπάρχει διάσταση, αλλά ο συγγραφέας εντάσσει την επιστήμη στην ποιητική φόρμα. Δεν θέλω (τρόπος του λέγειν) να ξέρω τι λέει, αλλά μου αρέσει όπως το λέει… παρακολουθώ την εικόνα: «Παρόχθιοι πληθυσμοί των λέξεων αποδημητικοί∙/ λέξεις πτερόεσσες χωρίς υποκείμενο/. Ό,τι κάποτε πήγαζε από τις όχθες του Δούναβη/ φυτρώνει τώρα στα ερτζιανά, / στις κεραίες και τους δείκτες της τηλεόρασης». Και δεν έχει σημασία αν μιλάει για την ποιήτρια Κιρς ή για τον μουσικό Μπίρμπαν που μας τραγουδάει Μην περιμένεις καλύτερες μέρες (όπως ο δικός μας Βασίλης Παπακωνσταντίνου τραγουδούσε τα δεινά κάθε δεκαετίας, με το ρεφρέν: «Να δεις τι σου ’χω για μετά»).

Και, ενώ ρίξαμε στο περιθώριο την σχέση με την πραγματικότητα, να που πέφτει το τείχος του Βερολίνου το οποίο χαιρετίστηκε ως θρίαμβος της ελευθερίας, αλλά οι ποιητές θλίβονται με την επανένωση των δύο Γερμανιών (γιατί; Επειδή εισέβαλαν τα αδέλφια μας οι «βλάχοι» ή επειδή χάθηκε ο παράδεισος των πεινασμένων, μόλις αντίκρισαν τις βιτρίνες του καπιταλισμού; Αυτά είναι πραγματικότητα, ωστόσο περνούν στη λογοτεχνία). Το εμβατήριο Ραντέτσκυ; Κάθε Πρωτοχρονιά στη Βιέννη ο τουρίστας περιμένει στο σύνθημα του μαέστρου να χτυπήσει παλαμάκια, αγνοώντας τι είναι αυτό το εμβατήριο. Μας αρκεί; Η μουσική του Στράους είναι ωραία… Bella gerant alii, Tu felix Austria nube! Κι εσύ, αθώε τουρίστα, πλήρωσες, χειροκρότα λοιπόν…. Hypocrite lecteur…

Οι απορίες πολλές, αλλάζουν οι εποχές, ο προσωπικός χαρακτήρας κρύβεται, αλλά δεν εξαφανίζεται και ο συγγραφέας «πέθανε» ή μάλλον όχι. Ας λένε όσοι λένε ό,τι λένε και οι 134 της παρούσας Ανθολογίας δεν εξαιρούνται∙ για τον εαυτό τους λένε, την εποχή τους, τα βιώματά τους, τα ψυχολογικά τους. Μερικές φορές, με πλήρη ταύτιση με το ποιητικό εγώ.

Άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας εξετάζει τον κάθε ποιητή δεν μας αφήνει περιθώρια και παίρνω αφορμή από τον Τάσο Γαλάτη. Κάθοδος, Ανιπτόποδες και Σφενδονήτες, Καλογραίζα, καρβουνόσκονη, εκτελέσεις, πόλεμος, πείνα… Μπορούμε να αγνοήσουμε τον τόπο, τον δρόμο, την Γωνία Δυοβουνιώτου και Τζαβέλα «προσχηματικό ταξίδι στην ανθρωπογεωγραφία των παιδικών χρόνων του ποιητή»; Η μελέτη είναι διεξοδική και η συμμετοχή όλων των παραμέτρων εξωτερικών και εσωτερικών –αντικειμενικών και ψυχολογικών– σοβαρά υπολογίσιμη:

Οι πινακίδες με την ονομασία των δρόμων
αναφέρουν πάντα τους ίδιους ήρωες
κι όμως νιώθω πως έχω ξεστρατίσει
όπως έχουνε κι εκείνοι παραπλανηθεί
σε μία ξένη, σε μια άγνωστη πατρίδα.
Τι γυρεύουνε στη σκοτεινή αυτή χώρα
ο Δυοβουνιώτης κι ο Τζαβέλας
και τι γυρεύω εγώ εδώ,
σκιά σκιάς από το θέατρο του σκιών του Μίμαρου
στη Δυοβουνιώτου του’44.

Οι ξεθωριασμένοι οδοδείκτες επιμένουν
κι εγώ δεν έχω άλλους ήρωες.

Μέσα σε δώδεκα στίχους, ο Τάσος Γαλάτης μας έδωσε το τώρα και το πριν, το δικό του και της πόλης μας. «Τα οδωνύμια, συνεκδοχή του ηρωικού Εικοσιένα… το πινδαρικό όναρ σκιάς… η ταύτιση με τη χάρτινη φιγούρα του Μίμαρου», «σε μια άλλη γειτονιά στην Καλογρέζα του Εμφυλίου», η «Δυοβουνιώτου του’44», στο Παλιό Φάληρο, κοντά στα μακρά τείχη, εκεί που έπεσε ο Καραϊσκάκης, εκεί που ο ποιητής έζησε τα παιδικά του χρόνια, εκεί που είδε σινεμά –Σαρλό, Χοντρό και Λιγνό- εκεί που οι Ελασίτες, οι Χίτες, τα τεθωρακισμένα, η «κόλαση του ποιητή χωρίς Βιργίλιο», και … «Από εκεί κατέβηκε στον Πειραιά ο Σωκράτης, με συντροφιά τον Γλαύκωνα του Αρίστωνος,/ πριν καταλήξει στο σπίτι του γηραιού Κέφαλου / όπου ο διάλογος για την δίκαιη πολιτεία».

Οι στίχοι έχουν λύσει όλες τις απορίες. Χωρίς σχόλια περνάω σε ένα άλλο πολύ σημαντικό παράδειγμα που μας παρέχει ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης. Το ποίημα «Τα κατά Ματθαίον Πάθη των Αθηνών», με μότο το αναρχικό σύνθημα επί της οδού Σόλωνος: «Αθήνα είσαι πιο όμορφη καμένη».

Και δάκρυσε η φωτιά για τα καμένα δάση
και για το δέντρο της Πλατείας ριγμένο
στο καθαρτήριο πυρ απέραντου σπηλαίου.
Αλίμονο, Έλληνά μου!

Δεν θα σου πω «τις πταίει», ενώ διαβαίνω
ανάμεσα στου πάθους την αιτία
και την κατάρρευση του ποταμού,
ξένος εγώ, το κέλυφος του νόστου
μόνο κρατώντας και τα λίγα βάθρα
της πάλαι Αγροτέρας Πάναγνης Παρθένου
Υπεραγίας Αρτέμιδος, απομυθωποιώντας
τα θαυμαστά που είδα σ’ όνειρο τοπία

Το ποίημα είναι γεμάτο αναφορές, ωστόσο, ακόμα και αν δεν τις ξέρουμε το ποίημα πάλι ποίημα είναι γιατί έχει τη λέξη του και τον ρυθμό του. Όμως, πόσα θα είχε χάσει, αν δεν είχε δει την Κόλαση και τον Δάντη, την γοερή επίκληση του Μακρυγιάννη —Έλληνά μου—, τη φράση του Τρικούπη —«τις πταίει—, τους αρχαίους ναούς της Αθήνας, ταυτίζοντας την Παρθένο Μαρία με την Παρθένα Αρτέμιδα, τον Ιλισσό που έγινε υπόνομος. (Να προσθέσουμε και Το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο του Παζολίνι;) Πλήθος αναφορών μέσα σε δώδεκα στίχους. Αλλά αυτό συμβαίνει σε όλους τους μεγάλους ποιητές μας, λέει, και αναφέρει τους Σολωμό, Κάλβο, Καβάφη, Σεφέρη, Ρίτσο. (Ας προσθέσουμε και τον Ελύτη, στου οποίου το Άξιον Εστί η φιλοτιμότατη δουλειά του Τάσου Λιγνάδη έφερε στο φως πλήθος αναφορών. Και, Ναι, σύμφωνοι, Το Άξιον Εστί είναι αριστούργημα από τις λέξεις και τους άπειρους ρυθμούς του, αλλά πόσο πιο καλά το νιώθουμε και όταν ξέρουμε τι λέει).

Ο Σεφέρης αναφέρει κάποιον, ο οποίος στην εκταφή των οστών του Κάλβου ρώτησε: «Μα πέστε μου, ο Κάλβος έγραψε μόνο εθνικιστικά ποιήματα:» Και αυτά, ενώ ο Σεφέρης λέει ότι ήταν «Μια στιγμή που σ’ αγκυλώνουν τα μάτια» (Δοκιμές Β΄, σ. 134). Η εμπειρία είναι το μέγα σκαλοπάτι, ο μέγας γονιμοποιός πόνος. «Συνηθίζω να χαρακτηρίζω τα προσωπικά δρώμενα ως εφαλτήριο… προς τα ουράνια», λέει ο Χαραλαμπίδης.

Το αρνητικό σχόλιο ενός φοιτητή στη Λιψία —«Δεν μπορεί κανείς να διαβάσει ελληνική ποίηση, αν προηγουμένως δεν διαβάσει ελληνική ιστορία»— ανώριμο μου φαίνεται, γιατί θα του αντέτεινα πώς με αυτή τη λογική, αν δεν ξέρω τι έγινε στο Άουσβιτς, τι με ενδιαφέρει η «έννοια του Θεού μετά το Άουσβιτς»; Και γιατί να μην νιώθω απέραντη χαρά με το Εμβατήριο Ραντέτσκυ κάθε πρωτοχρονιά; Και γιατί έγραψε την Ηρωική ή την Ενάτη ο Μπετόβεν, αν και στη μουσική το κέντρο βάρους είναι στην αρμονία και αδιαφορώ για την ιστορία; Το θέμα είναι όμως πως και η μουσική συμφωνία έχει ιστορία. «Η ιστορία λανθάνει και εκεί που ο τόνος δείχνει απόλυτα προσωπικός», λέει ο Σταμπουλού. «Σκοπός της ποίησής μου είναι να ξανακοιτάξει την ιστορία και ν’ απονείμει δικαιοσύνη», λέει ο Χαραλαμπίδης.

Συνοψίζοντας∙ τον όνυχα αντί του λέοντος μόνο δείξαμε από αυτή την εξαιρετικά διεξοδική μελέτη. Παραλείψαμε την αντιπαραβολή με τους ξένους ποιητές που δεν προλάβαμε και μένουν πολλά να δει ο επαρκής αναγνώστης, γιατί σε τέτοιον αναγνώστη απευθύνεται ο Συμεών Σταμπουλού.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: