Η πόλη Μαρία

Η πόλη Μαρία

Ο Δημήτρης Αγγελής είναι μια ξεχωριστή φωνή μέσα στη γενιά του. Η παρουσία του στον χώρο είναι πάντα αισθητή και γίνεται ακόμα αισθητότερη όταν θέτει σε κυκλοφορία νέα ποιητική συλλογή.
Μετά από τις συστηματικές και πανεπιστημιακές σπουδές, το διδακτορικό στη φιλοσοφία, τα δοκίμια, τις μελέτες, τα διηγήματα και τα χριστιανικά Ανθίβολα, τη διεύθυνση του περιοδικού Φρέαρ, τις μεταφράσεις, τις ημερίδες, τα συνέδρια και τα συμπόσια, μετά τις οχτώ ποιητικές συλλογές, τα βραβεία και όλα τα αποταμιεύματα της ψυχής και του μυαλού, προσέρχεται πάνοπλος στο Ναό της ποίησης.
Μύστης και προσκυνητής, σ’ έναν κόσμο που υποφέρει από τις πληγές της ιστορίας, είναι φυσικό να αντλεί τη θεματική του πάντοτε από τα δράματα γύρω του, όμως ο ίδιος δεν είναι του κόσμου τούτου, ούτε ο τρόπος του είναι.
Εφόσον η φυσική τάξη των πραγμάτων έχει διασαλευτεί εξυπακούεται πως η διασάλευση αυτή συμπαρασύρει και την ορθολογική εξωτερίκευση της εσωτερικής του αγωνίας. Ως ποιητής, αντιλαμβάνεται αλλιώς την εντολή άνωθεν, οπότε ως Απόλλων θεός μεταφέρει τα «δοσμένα» αλλιώς.
Ο χρόνος αλλάζει, αλλάζει κι ο τόπος. Η σκηνή στήνεται στην φωτιά του πολέμου –Η Πόλη Μαρία γίνεται η τραγική ηρωίδα, η μάνα Παναγία, η Μαριούπολη στην Ουκρανία, που της έτυχε να ζήσει τα πάθη που γέννησαν τα αβγά του φιδιού και οι ιστορικές εξελίξεις.
Η πόλη προσωποποιείται, ανοίγει διάλογο με την εξουσία, το Κράτος (και τη Βία,) που σαν από σύμπτωση εκεί επάνω στον Καύκασο έδρασε σε χρόνους μυθικούς, έριξε τον σπόρο του που φούντωσε ε στην πόλη.
Σαν πίνακας ζωγραφικής ξεδιπλώνεται η συλλογή, σαν αναπαράσταση των σιταροχώραφων του Βαν Γκογκ, όπου αντί για τα μαύρα πουλιά, οι ερωδιοί σηματοδοτούν το χώρο· όχι πιο πέρα από δω, είναι άλλου «θεού» ο κόσμος. Εδώ είναι του Κράτους :

Έχει κατέβει το σύννεφο και μιλάμε, δηλαδή/ βρέχομαι/ και περνούν ξανά φορτηγά
«Εγώ είμαι το Κράτος», είπε το Κράτος
«Κι εγώ η Μαρία», είπε η Μαρία,
«οι δρόμοι μας είναι πάντα χωριστοί – εγώ αποβλέπω σε μια πόλη
που απεργούν οι μεταφυσικοί κι οι ποιητές κάνουν επίσχεση εργασίας»

«Ακούτε βροχές που δεν υπάρχουν, Μαρία, είπε το κράτος –εγώ που … έβλεπα είχα ήδη μουσκέψει

«Ο κίνδυνος παραμονεύει παντού», απάντησε ετοιμόλογη πάντα η Μαρία,
«όμως ο έρωτας μάς κάνει αόρατους».

«Πού είστε επιτέλους, Μαρία», ακούστηκε η φωνή του Κράτους μέσα στον κήπο,
«φανερωθείτε!»

Αλλά πια δεν μας έβλεπε.

Η σχέση του Αγγελή με τα πράγματα και τις καταστάσεις μοιάζει με ιεροπραξία. Κινημένη η φύση από μία θεϊκή πνοή, ανταποκρίνεται στα καλέσματα. Από την άλλη, ο ποιητής από αυτήν εξαρτάται και σ’ αυτήν ακουμπά, το μόνο στέρεο θεμέλιο, πλασμένο από αέρα και αισθήσεις.

Αυτός ο αέρας που σε τυλίγει, Μαρία, …
Αυτός ο αέρας που σφύριζε τότε που χορεύαμε μες στα ηλιοτρόπια και μας έκλεβε τα πηλήκια
είμαι εγώ, τα μάτια μου που σε λεηλατούν κάθε λεπτό – αν σε χάσω,
θα πρέπει να βρω καινούριο νόημα στη ζωή
και δεν έχω.

Γεμάτοι οι στίχοι από εικόνες, καλλιτεχνικά, μοναδικές, όπως το σπάνιο γαλάζιο ανθοδοχείο από την Ντελφ ή, καθημερινές, αλλά εξαγνισμένες από την αθωότητα· ένα κορίτσι μυρίζει λεμόνι. Εφιαλτικές, μια αόρατη ραπτομηχανή που γαζώνει σαν μακρινή ηχώ πολεμικού όπλου. Θρησκευτικές, ο Μωυσής στη στέγη που τα χέρια τεντώνει (σαν εκείνον τον βιολιστή τη στέγη σ’ ένα κόσμο που καταρρέει). Η χθεσινή εφημερίδα που ξεβράζει γεγονότα. Εφιάλτες άλλων εποχών και ποιητών, εικόνες παλιές και συναισθήματα βρήκαν ροή προς τους νέους· τα λυπημένα Χριστούγεννα των ποιητών, ο Σαχτούρης επανέρχεται, αφού ο κόσμος γυρίζει και επαναλαμβάνεται.

«Εγώ ο Νίτσε φωτογραφίζω το μέλλον», που δεν θα υπάρχει στο μέλλον. Το άδειο βλέμμα του Άμλετ με το κρανίο του Τσαϊκόφσκι και όχι του καημένου Γιόρικ ― πώς αλήθεια καταφέρνει να μεταθέτει τα πράγματα και να συνδέει τις εποχές με τα ασύνδετα σημαινόμενά τους! Ο Ίψεν που ταΐζει τον σκορπιό στη γυάλα και ο Αρτό με τα πενήντα ηλεκτροσόκ («Δεν είμαι άρρωστος, έχω συνείδηση», φώναζε ο δυστυχής, «Οι μυστικές καταστάσεις του ποιητή δεν είναι παραλήρημα, δρ. Φερντιέρ. Είναι η βάση της ποίησής μου», αλλά ποιος μπορεί να τον νιώσει; Κανείς).
Και η Πόλη Μαρία θα υποστεί τα δικά της ηλεκτροσόκ χωρίς αναισθητικό..…

Ατέλεια του χρόνου είναι που γερνάμε . Όχι δική μας

«Ο νέος που λάτρευε τον Ήρωα στο πρόσωπο του Λορεντζάτου και αψηφούσε τους σοφούς είναι σήμερα 53 ετών. Ό,τι και να κάνει, οδεύει προς το τέρμα. Τίποτε δεν μπορεί να τον βαυκαλίσει πια. Έγινε ό,τι ήταν να γίνει (στα 52 ο Αρτό, στα 53 ο Λορεντζάτος)», έγραφε ο αξέχαστος Αντώνης Ζέρβας που ανέλυσε τα πράγματα, εκεί στα σαββατιάτικα πρωινά στο Φρέαρ

Αν ο αναγνώστης προσπαθήσει να βάλει σε λογική συνοχή τη σκέψη του Αγγελή, θα χάσει τελείως τον δρόμο. Αντίθετα αν αφεθεί στην ανοιχτή θάλασσά του, θα δει να ξεπηδούν σαν δελφίνια ονόματα, πρόσωπα, αισθήματα, καταστάσεις, ακούσματα, εικόνες από μια μεγάλη και πλατιά παράδοση που υπερπηδώντας τα σύνορα των εποχών φέρνουν στο ίδιο νήμα μπροστά όλα όσα η ζωή και τα απρόοπτα της έκαναν συγγενικά.
Η Μαρία θα μείνει ίσως ένα λήμμα στο λεξικό, όπως η «Κροατία· ονομασία παλαιάς χώρας της Ουγγαρίας, ανηκούσης νυν εις την Νοτιοσλαυίαν», την οποία απορρόφησε το «στουπόχαρτο, απορροφητικός χάρτης», όπως διάβαζε ο Σεφέρης στο δικό του λεξικό. Κάπως έτσι και εκείνο το βασίλειο της Κομμαγηνής χάθηκε από τον χάρτη και το θυμάται μόνο ο Καβάφης. Τι θα γίνει, λοιπόν, με τη Μαρία; Θα χαθεί και αυτή στις βροχές και στα χορτάρια, θα την καταπιεί το χιόνι; Ωστόσο, τα μήλα μυρίζουν ωραία, υπάρχει μια μνήμη από σκύλο που γαυγίζει και ένα θρόισμα στις φυλλωσιές του δάσους, μα δάσος δεν υπάρχει. Ο Κήπος έμεινε χωρίς τον κηπουρό του. Οι μικρές αλεπούδες τρώνε τα αμπέλια κι ο Διόνυσος δεν θα ’χει να μεθύσει, όμως ο ποιητής ελπίζει πάντα:

Μια μέρα
Θ’ αναβλύζει ερήμην μας άνοιξη
Από παντού…
Λοιπόν Κράτος …είναι ποτέ δυνατόν /στη ζωή / να μην αγαπάς μια Μαρία;»
Αλλά κανείς δεν απάντησε.

Ένας Σικελιανός, σε μαύρη απορία, βαδίζοντας στην «Ιερά οδό», είχε ακούει ίσως τη φωνή την ελπιδοφόρα· «θα ’ρτει». Κι ο Αγγελής με μια εσωτερική τρανή φωνή μας λέει: Όχι δεν είν γραμμένο η πόλη να χαθεί…. Το πρώτο ποίημα τελειώνει με τον στίχο Αλλά πια δεν μας έβλεπε.
Και η συλλογή τελειώνει Αλλά κανείς δεν απάντησε.
Ποιος; Το Κράτος…

Στο εξώφυλλο, ο Κώστας Σιαφάκας φιλοτέχνησε ένα καμένο δέντρο σαν άνθρωπο σε ώρα ικεσίας, αλλά κι ένα ακόμα φλεγόμενο σαν βάτο, ένα άσπρο σπίτι, ένα άσπρο πουλί στη στέγη κι ένα άσπρο σεντόνι στο μαύρο παράθυρο. Να ναι αυτή η εικαστική απάντηση στο ποίημα;

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: