Γιώργος Σεφέρης, «Ελεγίσκος» και «Οιδιπόδειο»: Δύο ποιήματα γραμμένα την ίδια μέρα

Ελεγίσκος

Το κονυζόχι, το θυμάρι, την αφάνα
και το κυκλάμινο που γίνεται με τον καιρό πιο σκούρο
και το βουνό που παίρνει χρώμα δαγκωμένο μούρο
το δειλινό —
Ω Μούσες! Μούσες, θα το ξαναϊδώ;
Πότε θα δείξει η Αλκυόνα καλοσύνη;
Πότε θα ξαναϊδώ τη Μαγκουφάνα;

8. 10. 1948

                    ______________

Οιδιπόδειο, ’48

Ο Σέρλοκ Χολμς έχει υποκαταστήματα παντού
σ’ όλη τη γη, σ’ όλη την οικουμένη·
ο Οιδίπους ανακρίνει το βοσκό παντού
χωρίς να ξέρει τι τον περιμένει.
Παραφυλάει στο σταυροδρόμι ο Λάιος ο νεκρός
και στα περβόλια ακούς τραυλίσματα: «τυφλὸς τὰ τ’ ὦτα…»
με χαλασμένο φρένο, νευρικός, τρέχει ο καιρός—
Κύριος! εδώ σβήνουν τα μάτια και τα φώτα!

Άγκυρα, 8. 10. 1948


Γιώργος Σεφέρης, «Ελεγίσκος» και «Οιδιπόδειο»: Δύο ποιήματα γραμμένα την ίδια μέρα

Τα δύο ποιήματα ―«Ελεγίσκος» και «Οιδιπόδειο»― φέρουν την ίδια χρονική ένδειξη· το δεύτερο και τοπική, οπότε εκ των συφραζομένων, και το πρώτο· Άγκυρα. Από μια πρώτη ματιά, δεν φαίνεται να έχουν καμία σχέση πέραν της χρονικής αναφοράς και του τόπου που γεννήθηκαν. Ο Σεφέρης είναι γνωστό ότι συνηθίζει να καταγράφει τον τόπο και τον χρόνο του ποιήματος και αυτό μας συμβουλεύει στους ακόλουθους στίχους:

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο/ τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο /και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει («Α΄. Σαντορίνη»).

Τα έγραψε, λοιπόν, και τα έριξε στην ποιητική του θάλασσα.

Ο «Ελεγίσκος» συμπεριλαμβάνεται στα ποιήματα της συλλογής Τετράδιο Γυμνασμάτων, Β΄, σελ. 97 και στην τελευταία έκδοση των Απάντων στη σελίδα 353. Το Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄ ενσωματώθηκε στα Άπαντα στην τελευταία επανέκδοσή τους, με επιμέλεια Δημήτρη Δασκαλόπουλου. Η συγκεκριμένη συλλογή, αν και ετοιμαζόταν από καιρό, κυκλοφορήθηκε μετά τον θάνατο του ποιητή, διότι, επειδή συνέπεσε η απονομή του Νόμπελ και διάφορες άλλες εγχώριες αντιδράσεις, ο ποιητής δεν ήθελε να κατηγορηθεί για «δεκαρολογία», οπότε την άφησε για αργότερα και τελικά, ο τόμος εκδόθηκε το 1976 από τον Ίκαρο, μετά τον θάνατο του ποιητή που επήλθε το 1971 (λεπτομέρειες διαβάζουμε στο Σημείωμα του Επιμελητή, σελ. 134 του Τετραδίου).

Ο «Ελεγίσκος», όρος που οφείλεται στο Σεφέρη, προέρχεται βεβαίως από την ελεγεία ή το ελεγείον που σημαίνει, μεταξύ άλλων, θρήνο ή θρηνητικό άσμα, οπότε ο «Ελεγίσκος» με τον υποκορισμό του σημαίνει μέτριο πάθος, νοσταλγία, μικρό και τρυφερό συναίσθημα.

Ο Σεφέρης, λοιπόν, όταν γράφει τον «Ελεγίσκο», βρίσκεται στην Άγκυρα, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες πολλές, μεταξύ των οποίων τον άγριο καιρό, ενώ ήταν πρόσφατα εγχειρισμένος και δεν είχε τελείως αναρρώσει, όπως γράφει στην αδελφή του Ιωάννα, από την Άγκυρα, στις 26.4.1948.

Εφευρίσκει, λοιπόν, τον όρο «Ελεγίσκος», σαν να προσέχει να μη διαπράξει ύβριν -αν χρησιμοποιήσει τον όρο «ελεγεία» για ένα προσωπικό συναίσθημα, οπότε το μειώνει, διακωμωδώντας το, κατά κάποιον τρόπο. Πρόκειται για ένα συναίσθημα νοσταλγίας για την πατρίδα με τα μυριστικά της ―κονυζόχι, θυμάρι, αφάνα, κυκλάμινο―, για το δειλινό της, για το φυσικό τοπίο –το βουνό που γίνεται με τον καιρό πιο σκούρο και παίρνει χρώμα δαγκωμένο μούρο- για τον πολιτισμό της ―Μούσες… Αοιδή, Μελέτη, Μνημοσύνη― οι οποίες προστάτευαν τις Τέχνες και τα Γράμματα, με την Μνημοσύνη προβαλλόμενη ιδιαιτέρως και ως Μούσα της Μνήμης.

Στον επόμενο στίχο ο ποιητής ρωτά: θα το ξαναδώ; Αυτή η διατύπωση, με μια αντωνυμία ουδετέρου γένους, παραπέμπει σε όλα όσα η μνήμη του ανακαλεί: τοπίο, δειλινό, χλωρίδα Αττικής.

Και έρχονται οι δύο επιλογικοί στίχοι: Πότε θα δείξει καλοσύνη η Αλκυόνα; οπότε παραπέμπει στον γνωστό μύθο, σύμφωνα με τον οποίο μέσα στη γεναριάτικη βαρυχειμωνιά έρχονται λίγες ήπιες καιρικά μέρες για να επιτρέψουν στην Αλκυόνα να γεννήσει, εξ ου και Αλκυονίδες μέρες. Ίσως ο ποιητής υπαινίσσεται και τη δική του ανάγκη, μέσα στην απωθητική, για κείνον, Άγκυρα, να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες να γράψει… Τέλος, ο τελευταίος στίχος Πότε θα ξαναϊδώ τη Μαγκουφάνα; προσδίδει στο τοπίο ταυτότητα, όνομα και, φυσικά, παραπέμπει στο γνωστό τότε τοπωνύμιο, όπου ο φίλος του Γιώργος Κατσίμπαλης είχε το σπίτι του που το αποκαλούσε «Τριανέμι». Ήταν ένα σπίτι πετρόχτιστο, στον δρόμο προς το δάσος της Μαγκουφάνας, Ομφαλός της Αττικής, για τον Κατσίμπαλη που είχε φιλοξενήσει τον Σεφέρη, τον Χένρι Μίλερ και άλλους επιφανείς. Ο Σεφέρης ονόμαζε το σπίτι «κάστρο» και «μαρμαρωμένο καράβι» που από τη γέφυρά του είχε την εντύπωση πως αρμενίζει την Αττική, ενώ ο Κατσίμπαλης το αποκαλούσε “Ντάπια της Μαγκουφάνας” όπως έγραφε το συμφωνητικό αγοράς» (Αγαπητέ μου Γιώργο, Επ. 30-12-31 και 1 -1 -32). Με το όνομα Μαγκουφάνα ήταν γνωστή η περιοχή που σήμερα εκτείνεται ανάμεσα στην Πεύκη και στο Μαρούσι. Το όνομά της οφείλεται σε κάποιον Μαγκαφά, βυζαντινής καταγωγής Μάγιστρο (Έπαρχο) της Μ. Ασίας.

Με τη Μαγκουφάνα ο ποιητής φέρνει στο του τις μέρες που συγκεντρώνονταν οι φίλοι στο σπίτι του γαλαντόμου και φιλόξενου Κατσίμπαλη. Η Μαγκουφάνα είναι πλέον παρελθόν και ο Σεφέρης με την απόσταση που τον χωρίζει από την Ελλάδα και από την ευτυχισμένη (αν ήταν ευτυχισμένη ποτέ η ζωή του), εκφράζει μιαν απέραντη νοσταλγία και αγάπη για την πατρίδα, μια νοσταλγία συνθεμένη από οπτικές, οσφρητικές, γευστικές, απτικές, ακουστικές εμπειρίες σε ένα πλαίσιο τόπου, χρόνου, μύθου, συνθηκών και αναμνήσεων. Ο Σεφέρης είναι γήινος και ως Ανατολίτης, αισθησιακός. Μέσα σε εφτά στίχους χώρεσε όλη την Ελλάδα και όλους τους αιώνες.

Παρόμοια νοσταλγία έχουμε ξαναδεί στο ποίημα «A΄ Hampstead», γραμμένο στο Λονδίνο, το 1931, όπου τον ποιητή βασανίζει ο ίδιος καημός. Ίδια ώρα, ίδια αίσθηση, ίδια συναισθήματα: είναι βράδυ, κι εκείνος θα ήθελε μια καλύβα σ’ ένα λόφο και από το παράθυρό του να βλέπει να κυματίζει ένα σεντόνι βουτημένο στο λουλάκι/ απλωμένο σαν τη θάλασσα, έστω κι ένα ψεύτικο γαρούφαλλο στη γλάστρα, τα κοπάδια θ’ αντιλαλούσαν… Όλα αυτά συνθέτουν ειδυλλιακή εικόνα που έρχεται από το παρελθόν και ολοζώντανη στήνεται μπροστά του, πίνακας παλιάς ζωγραφικής, αλήθεια που η ανάμνησή της φέρνει πόνο. Έτσι και τώρα, δεκαεφτά χρόνια μετά, στην Άγκυρα, έχει το ίδιο αίσθημα, κι ας φαίνεται πως παίζει με την αφάνα και τη Μαγκουφάνα, σμικρύνοντας σ’ έναν «ελεγίσκο» τη νοσταλγία του. Βεβαίως η ακουστική αλχημεία ίσως παραπέμπει συγχρόνως και στον «μαγκούφη» εαυτό του, ποιος ξέρει. Η λέξη πρέπει να είναι τουρκικής καταγωγής και σημαίνει τον μοναχικό άνθρωπο… Βεβαίως ο Σεφέρης στην Άγκυρα ήταν μαζί με τη Μαρώ, αλλά η μοναξιά-μαγκουφιά είναι ευρύτερης έννοιας, εφόσον ο Σεφέρης σε όλη του τη ζωή είχε το αίσθημα του πρόσφυγα. Και επειδή οι συνθήκες και οι άνθρωποι, που γνώρισε λόγω καριέρας, τον δυσκόλεψαν πολύ, αντίδοτο ισχυρό οι Μούσες –η Αοιδή, η Μελέτη και η Μνημοσύνη– λειτουργούν σαν βαλβίδες ασφαλείας στο προσωπικό του δράμα.




Γιώργος Κατσίμπαλης και Γιώργος Σεφέρης





Το «Οιδιπόδειο» καταγράφεται στις Μέρες Ε΄ (1945-1951), σελ. 125 και στο Τετράδιο Γυμνασμάτων, Β΄, σελ. 21 με την προσθήκη στον τίτλο της χρονικής ένδειξης· «Οιδιπόδειο, ’48» και στα Άπαντα πια, στη σελ. 389. Στο ποίημα αυτό, ο ποιητής τροποποιώντας, εν μέρει, τον μύθο των Λαβδακιδών χρησιμοποιεί τον Οιδίποδα σαν τον Σέρλοκ Χολμς, τον διάσημο λογοτεχνικό ντετέκτιβ, που ξεδιαλύνει όλα τα μυστήρια, μόνο που ο Οιδίπους, στη δική του έρευνα, θα σκοντάψει πάνω στον εαυτό του. Αυτός που κάποτε έλυσε το αίνιγμα της σφίγγας θα πάρει την απάντηση που αναζητούσε στους Δελφούς, θα μάθει «ποιος είναι». «Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη», όπως θα μας πει ο Σεφέρης στο ποίημα «Αργοναύτες» ή Δ΄ του Μυθιστορήματος… είναι επομένως μπροστά στον εαυτό του και σ’ αυτόν οφείλει να απολογηθεί. Είναι αυτός που κατηγόρησε τον Τειρεσία ότι είναι «τυφλὸς τὰ τ’ ὦτα…», ότι δεν βλέπει, δεν ακούει και μετά τα εισαγωγικά και τα αποσιωπητικά στον 6ο στίχο του ποιήματος, εννοείται και ότι δεν καταλαβαίνει. Όμως ο Χρόνος έχει υπομονή· τον Παραφυλάει στο σταυροδρόμι ο Λάιος ο νεκρός…

Ο Σεφέρης αρπάζει από τον μύθο τον μίτο και φτάνει στην εποχή του με χαλασμένο φρένο, νευρικός, τρέχει ο καιρός—Κύριος, κάνοντας άλμα μέγα μέσα στην Ιστορία, για να μας δείξει πόσο τα «αρχαία Λαβδακιδάν» είναι σύγχρονα, πόσο το σύγχρονο «εγώ» είναι βουλιαγμένο στο παρελθόν. Το χαλασμένο φρένο του Καιρού θα μας οδηγήσει στην καταστροφή και εδώ ο ντετέκτιβ –Οιδίπους, Σέρλοκ Χόλμς, ποιητής- δεν βλέπει τίποτα αφού εδώ σβήνουν τα μάτια και τα φώτα, ψευδείς μάρτυρες της πραγματικότητας οι αισθήσεις. Ο άνθρωπος βρίσκεται στο απόλυτο σκοτάδι και στο σκοτάδι συμβαίνει το περιώνυμο φονικό (Τρία Κρυφά Ποιήματα, «Επί Σκηνής, Β΄). Τέλος, δεν είναι η πρώτη φορά που ο ποιητής γίνεται προφήτης. Άλλωστε έχει βιώσει την έξωση από την πατρίδα του, δύο μεγάλους πολέμους, δικτατορίες και άλλες πολιτικές ταραχές του τόπου μας, πέρα από την επαγγελματική του οδύσσεια.

Το «Οιδιπόδειο», στις Μέρες Ε΄, ακολουθείται από ένα πεζό κείμενο, στο οποίο ο Σεφέρης ασχολείται με την «ερμηνεία της ζωγραφικής του εκ Φουρνά», όπου ανάμεσα στο πώς είναι τα γένια τους α, του β ή του γ αγίου, υπάρχει και ο Χριστός, οι μαθητές και η πόρνη με το μύρο. Για το ποίημα ουδέν σχόλιο. Στη συνέχεια του ίδιου κειμένου, πάλι μήνα Οκτώβρη, χωρίς ημερομηνία, καταθέτει ένα άτιτλο επτάστιχο, με θέμα την πόρνη και το φτηνό μύρο που χύθηκε και όπως το χυμένο μύρο μένει για μέρες, / έτσι άπλωσε στο πετσί μας το φονικό / δεν ξεκολνά. Εδώ αρχίζει να φωτίζει το πράγμα. Πιο κάτω, στο ίδιο κείμενο, ένα δεκάστιχο στιχούργημα μιλά για τον θαλασσινό Γέρο και τις μεταμορφώσεις του: γίνεται μακρύμαλλο λιοντάρι/ έπειτα δράκος και πάρδαλη/ υπέρογκο γουρούνι/ τρεχάμενο νερό/ δέντρο στ’ αψηλά φουντωμένο. Αυτό το τέρας που διαρκώς μεταμορφώνεται και διαρκώς ξεφεύγει είναι η κατάσταση του κόσμου μέσα στον οποίο ζει.

_____________


Συμπέρασμα.
Τα δύο ποιήματα, ο «Ελεγίσκος» και το «Οιδιπόδειο», ολοκληρώθηκαν την ίδια μέρα. Ο «Ελεγίσκος» με φαινομενική αφέλεια, το «Οιδιπόδειο» με φανερή πικρή ειρωνεία και ανησυχία. Και αν τα ποιήματα δείχνουν να ταλαντεύονται ανάμεσα σε αμφίσημες διαθέσεις, ο στίχος στο βάθος του και στα δύο ποιήματα κρύβει βαθύ καημό, προσωπικό και δημόσιο.
Ο Σεφέρης του «Ελεγίσκου», όντας ποιητής έξω από την Ελλάδα, νοσταλγεί την όμορφη πατρίδα του, της οποίας την περίληψη δίνει η Μαγκουφάνα, η ανεμόεσσα περιοχή της Αττικής ―το «Τριανέμι»― που ζει ο φίλος του ο Κατσίμπαλης και όπου κάποια Πρωτοχρονιά βίωσε τον βίαιο αέρα και τη δυνατή βροχή σαν βασιλιάς Ληρ, κυριολεκτικά. Όταν όμως βλέπει τα πράγματα από μέσα, ως διπλωμάτης, τότε νιώθει παγιδευμένος σαν τον Οιδίποδα σε προπατορικά αμαρτήματα και σκοτεινές προφητείες. Το «Οιδιπόδειο» εδώ δεν λειτουργεί με την έννοια του γνωστού φροϋδικού συμπλέγματος –ο δεσμός του γιου με τη μητέρα του- αλλά σε μια ευρύτερη παραλλαγή, όπου ο γιος είναι δεμένος με την εποχή του, με τον ομφάλιο λώρο, δεσμό βιολογικό, όπως το έμβρυο με τη μητέρα του, κάτι που το έχει διατυπώσει ρητά στο δοκίμιό του «Η Τέχνη και η εποχή». Μητέρα του είναι η εποχή του, με τα αναπόφευκτα δεινά της στενά δεμένος. Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα και ο Σεφέρης πάσχει από τις αμαρτίες της εποχής του. Αυτό είναι το δικό του «Οιδιπόδειο». Ο Σεφέρης υπήρξε ευαίσθητος άνθρωπος και ποιητής προφήτης που γνώρισε πολλά τέρατα στο ταξίδι της καριέρας του. Η πρεσβευτική ιδιότητα τού άνοιξε παράθυρα σε χώρους που οι κοινοί θνητοί δεν είχαν πρόσβαση.
Δυο μήνες πριν (πάλι στις Μέρες Ε΄, σελ. 124), ο Σεφέρης είχε γράψει το ποίημα «Αύγουστος», από το οποίο αποσπώ τους στίχους:

Κι ο ποιητής κλειστός σ’ ένα μικρό σπίτι με εικόνες
     γυρεύοντας παράθυρα πίσω απ’ τα κάδρα

Ο ποιητής είναι σίγουρα λυπημένος. Επιστρέφοντας στη σελίδα 126 στις Μέρες Ε΄, τον βρίσκουμε να σχολιάζει τη βυζαντινή ζωγραφική και να καταλήγει: «Θα ήθελα να παρακαλέσω τον Τσαρούχη να μου φτιάξει μια εικόνα του Ιωνά και να λέει “λελύπημαι επί τη κολοκύνθη σφόδρα έως θανάτου”. Οι περισσότερες λύπες μας είναι για κολοκύθες».

Τι συμπέρασμα βγάζουμε; Αποφορτίστηκε ο ποιητής γράφοντας ή μισοκρύφτηκε μέσα στην αθεράπευτη θλίψη του, ενώ το σκάφος του σκαμπανεβάζει φορτωμένο λέξεις στα κύματα; Από ένα πλήθος πιθανών ερμηνειών που μπορεί να πάρει μια υπόθεση, εμείς επιλέγουμε εκείνη που μας επιβάλλει η συναισθηματική μας αλληλεγγύη: βαρύθυμος και θαλασσοπνιγμένος.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: