Ερνέστο

Ερνέστο


Ο απεσταλμένος του Εντουάρντο ντι Σαβόγια, πρίγκιπα της Άνω Σαβοϊας, αφίππευσε και ρώτησε τον σταυλίτη μας: "Πού είναι η ποτίστρα;" Δύο μέρες κάλπαζε για να φτάσει εγκαίρως στο σπίτι μας και να μεταφέρει τις ευγενείς επιθυμίες του κυρίου του, η άφιξη του οποίου αναμενόταν το επόμενο Σάββατο, ώστε να παραστεί στην μεγάλη κυριακάτικη λειτουργία στην εκκλησία του Αγίου Ουρβανού, προστάτη του τόπου μας. Εννοείται ότι η εκ μέρους όλης της οικογένειας πρόταση φιλοξενίας του πρίγκιπα στο κυνηγετικό μας περίπτερο είχε τύχει της αποδοχής του, απόδειξη του θαυμασμού του για τις ψαλτικές ικανότητες του πατέρα μου, ιδιαιτέρως στο Χερουβικό, κατά την κατανυκτική ανάγνωση του Αποστόλου και την απαγγελία του Πάτερ ημών και του Πιστεύω.

Το ταχυδρομικό περιστέρι είχε μεταφέρει την είδηση ότι περί την μεσημβρία της Δευτέρας ο απεσταλμένος της Εξοχότητάς του θα μετέφερε το έγγραφο των ευγενών επιθυμιών του, το οποίο πριν παραδώσει στον σταυλίτη μας, έβγαλε από την τσέπη της χλαίνης του και είπε: "Πίνεται το νερό της ποτίστρας;" Όπως επιβάλουν οι άγραφοι κανόνες ανακούφισης ενός μοχθούντος ιππέα, ο απεσταλμένος έγινε δεκτός στην κουζίνα, όπου βρήκε έτοιμα και έφαγε ταχέως τρία λουκάνικα Πεδεμοντίου, πέντε κεφτέδες Θεσσαλονίκης, δέκα φέτες φωμιού αλειμμένες με μελιτζανοσαλάτα Ισκεντέρ, το άλογό του ήπιε νερό κατά βούληση και χόρτασε με σανό της Κάτω Μηλιάς, ο ουρανίσκος του απεσταλμένου ευράνθηκε με δύο λίτρα οίνου της Άνω Μηλιάς. Θα παρέμενε στην κουζίνα ώσπου να μελετούσαμε τις ευγενείς επιθυμίες του κυρίου του, για τις οποίες δεν θα είχαμε καμία αντίρρηση όπως είναι φυσικό, αλλά θα καθυστερούσαμε να το ομολογήσουμε ώστε να τηρηθούν τα προσχήματα.

Ο Εντουάρντο ντι Σαβόγια, πρίγκιπας της Άνω Σαβοϊας δεν ζητούσε πολλά. Υπέφερε από την μυρουδιά του βασιλικού, απεχθανόταν την μαρμελάδα ροδάκινο, δεν έτρωγε κομπόστα αγριοφράουλας, το μπιφτέκι έπρεπε να είναι καλοψημένο, προτιμούσε οίνον ερυθρόν Καλαβρίας, μανιτάρια Μάνης, ήταν ευτυχής που θα κοιμόταν στο κυνηγετικό περίπτερο όπου οι μύγες δεν θα ήταν ενοχλητικές, αρκούσε ένα πορσελάνινο δοχείο νυκτός, να μην έτριζε το σιδερένιο κρεβάτι του, οι κουρτίνες θα έμεναν μονίμως κλειστές, τον ενοχλούσε το φως της πρωίας, οι ενδυμασίες και τα παράσημά του θα έφταναν σιδερωμένα, τα υποδήματά του γυαλισμένα. Όσο για τον γιο του τον υστερότοκο Ερνέστο, που δεν είχε δικαίωμα διαδοχής εκτός αν σε ηλικία δώδεκα ετών γινόταν δεκτός στο ιεροδιδασκαλείο του Αγίου Ουρβανού, σωστό ήταν να κοιμάται στο μικρό δωμάτιο δίπλα στην τραπεζαρία, ώστε να μάθει να μη φοβάται τα φαντάσματα, αφού στην τραπεζαρία υπήρχε πολυέλαιος.

Η πριγκιπική άμαξα έφτασε το απόγευμα του Σαββάτου, το ρολόι στο καμπαναριό του Αγίου Ουρβανού είχε σημάνει μόλις τέσσερις φορές, ο ουρανός ήταν καθαρός όπως η ψυχή μετά την άφεση αμαρτιών της, όταν ο Ερνέστο, υστερότοκος γιος του Εντουάρντο ντι Σαβόγια, πρίγκιπα της Άνω Σαβοϊας ρώτησε: "Πού είναι το δωμάτιό μου;" τον έσφιγγαν και έτριζαν τα σκαρπίνια που φορούσε, βιαζόταν να τα βγάλει. "Δίπλα στην τραπεζαρία", απάντησε ο σταυλίτης μας.

Στην τραπεζαρία η δωδεκάχρονη Μαργαρίτα, κόρη του σταυλίτη μας, ανεβασμένη στην ανοιχτή σκάλα, απαλά, θωπευτικά και αργοπορημένα, περνούσε το ξεσκονόπανο από τις χυτές επίχρυσες καμπύλες του πολυέλαιου, σάλιωνε το δάχτυλό της για να αφαιρέσει αδιόρατες κηλίδες στις βάσεις των κηροπυγίων, σκούπιζε το δάχτυλό της πάνω στο φόρεμά της στο ύψος των γοφών, το σάλιωνε πάλι και τσιμπούσε διακριτικά τα φυτίλια των κεριών ώστε να αφαιρεί το καμένο κεφάλι τους, έσπρωχνε ελαφρώς τον πολυέλαιο λίγο δεξιά και λίγο αριστερά χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλά της το σώμα και τις βάσεις των κεριών πριν τα τοποθετήσει εκ νέου στις θέσεις τους, λικνιζόμενη, μετακινώνοντας τα γυμνά πόδια της λίγο δεξιά και λίγο αριστερά στην κορυφή της ανοιχτής σκάλας, έτριβε προσεκτικά τον γάντζο από τον οποίο κρεμόταν ο πολυέλαιος, άφηνε το χνώτο της στον άξονά του και το αφαιρούσε με ένα μάλλινο πανάκι περασμένο στη ζώνη της, στεκόταν για να πάρει ανάσα βάζοντας τα χέρια στη μέση της, ιδρωμένη, το πορτοκαλόχρουν του απογευματινού ήλιου την πλούτιζε, ο πολυέλαιος ήταν ευχαριστημένος, εκείνη ετοιμαζόταν να τον τρίψει εκ νέου.

Αυτά έπραττε η Μαργαρίτα, η σκάλα έτριζε ελαφρώς με την παραμικρότερη κίνησή της, ήχος συνοδείας. Γλυκιά πνοή ανέμου έκανε την μισάνοιχτη θύρα της τραπεζαρίας να τρίζει, ο Ερνέστο την έσπρωξε, τα σκαρπίνια του τον έσφιγγαν και έτριζαν, σάλιωσε το δάχτυλό του για να ισιώσει ένα μικρό τσουλούφι, η Μαργαρίτα ακούστηκε να του προτείνει: "Μπορείς να έρθεις κοντά μου; Μπορείς να κρατάς την σκάλα; Φοβάμαι μήπως πέσω! Τόση ώρα είμαι εδώ πάνω, ζαλίστηκα." Ύψωσε ο υστερότοκος Ερνέστο που δεν είχε δικαίωμα διαδοχής τα χέρια του, έσφιξε τις άκρες της σκάλας, ύψωσε το βλέμμα του, η Μαργαρίτα ύψωνε τα χέρια της στον πολυέλαιο και υψωνόταν το φουστάνι της, Παρήλθε χρόνος ως φιλοδώρημα. Και ο Ερνέστο ρώτησε: "Τι είναι αυτό που φοράς από κάτω;" "Ποιο;" ψιθύρισε η Μαργαρίτα, "ποιο;" "Αυτό, αυτό που βλέπω", ψέλισε. "Το βρακάκι μου!" πρόφερε η Μαργαρίτα. "Και εσύ φοράς βρακάκι, έτσι δεν είναι;" συμπλήρωσε συλλαβιστά. "Εγώ το φοράω για να το κατεβάζω όταν κάνω πιπί μου", απάγγειλε ο Ερνέστο. "Και εγώ το ίδιο", είπε η Μαργαρίτα. "Δεν θέλεις τώρα πιπί σου;" ενδιαφέρθηκε ο Ερνέστο. "Μετά", απάντησε η Μαργαρίτα, "όταν θα έχω τελειώσει ετούτη τη δουλειά μου". "Πιο αργά", είπε ο Ερνέστο, "όταν θα έχω βγάλει τα παπούτσια μου που με σφίγγουν και τρίζουν". "Εγώ τα έχω βγάλει εδώ και ώρα, βλέπεις πως είμαι ξυπόλητη", γέλασε η Μαργαρίτα. Έσκυψε το κεφάλι, "τώρα ήρθες;" ρώτησε, "πώς σε λένε".

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: