Γερτρούδη

H Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν (1098-1179)
H Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν (1098-1179)


Εγώ,
ο Φραγκίσκος-Μαξιμιλιανός του Παλατινάτου, βουλιαγμένος στην πολυθρόνα μου μπροστά στο παράθυρο, βλέπω σαν σε ομίχλη τις ροδακινιές στον κήπο του ανακτόρου μου και στο βάθος ξεκάθαρα το χωριό Άινμπινγκεν, όπου το γυναικείο μοναστήρι της Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν.
Ω, έχουν παρέλθει οι χρόνοι, δεν έχω ξεχάσει το λίκνισμα του χορού, τα χέρια μου στην μέση της νεαρής Γερτρούδης, τον ρυθμό του βαλς υπό το φως των κεριών, τους καλεσμένους που χειροκροτούσαν, τον χοροδιδάσκαλο που ύψωσε το ποτήρι του στην υγεία του μέλλοντος ζεύγους, τον πρίγκιπα της Σαξονίας που κάπνιζε το πούρο του, τα πυροτεχνήματα που τρόμαζαν τα κυνηγόσκυλα, τις κυρίες με τα φασαμέν, τους κυρίους με τις βελάδες, τους νεαρούς αριστοκράτες που χάζευαν το ταβάνι της μεγάλης αίθουσας του ανακτόρου κουτσομπολεύοντας. Οι μουσικοί της ορχήστρας έκαναν διάλειμμα μετά από εκείνον τον χορό για να δειπνήσουν στην κουζίνα συντροφιά με τους μαγείρους, τις μαγείρισες και τους σερβιτόρους, γλυκά και αγριοφράουλες θα προσφέρονταν αργότερα, χωνευτικά πριν το χάραμα. Η ηγουμένη του μοναστηριού της Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν, θεία της Γερτρούδης, καλεσμένη να ευλογήσει τον αρραβώνα μου με την Γερτρούδη, απέστρεφε το βλέμμα της, το βαλς είναι χορός του Σατανά ο οποίος σπρώχνει το πόδι του άντρα ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας, υποδέχτηκε την Γερτρούδη δύο μήνες αργότερα, η πόρτα του μοναστηριού είχε ανοίξει και είχε κλείσει.

Erzherzog: Φραγκίσκος-Μαξιμιλιανός της Αυστρίας
Erzherzog: Φραγκίσκος-Μαξιμιλιανός της Αυστρίας


Εγώ,
ο προσωπικός γιατρός του Φραγκίσκου-Μαξιμιλιανού του Παλατινάτου, αναμένω, όπως κάθε μέρα τον τελευταίο μήνα, ότι μόλις ανοίξω την πόρτα του γραφείου του Φραγκίσκου-Μαξιμιλιανού και πλησιάσω την πολυθρόνα του μπροστά στο παράθυρο, από όπου βλέπει σαν σε ομίχλη τις ροδακινιές στον κήπο του ανακτόρου του και στο βάθος ξεκάθαρα το χωριό Άινμπινγκεν, όπου το γυναικείο μοναστήρι της Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν, θα μου υποβάλει το ερώτημα: "Erinnest du dich Gertrude?" (Θυμάσαι την Γερτρούδη;) Κρατώ το χέρι του και μετρώ τους σφιγμούς του, μου υπενθυμίζει πως το θερμόμετρο είναι στην τσέπη της ζακέτας του, αναμένει να τον διαβεβαιώσω ότι η υγεία του είναι καλή και να σύρω την πολυθρόνα του κοντά στο μικρό τραπέζι με την τσαγιέρα, δύο μεγάλα φλυτζάνια του τσαγιού και φέτες φρέσκου, ζεστού σχεδόν ψωμιού, με απλωμένο βούτυρο και μαρμελάδα ροδάκινο, αυτές είναι προμήθειες που φτάνουν καθημερινά λίγο μετά το χάραμα από το γυναικείο μοναστήρι της Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν.

Εγώ,
η Γερτρούδη, ηγουμένη του γυναικείου μοναστηριού της Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν, φέρνω καθημερινά πριν το χάραμα με την άμαξα του μοναστηριού φέτες φρέσκου, ζεστού ψωμιού, βούτυρο και μαρμελάδα ροδάκινο στο ανάκτορο του Φραγκίσκου-Μαξιμιλιανού. Θυμάμαι το λίκνισμα του χορού, τα χέρια του στην μέση μου, τον ρυθμό του βαλς υπό το φως των κεριών, τους καλεσμένους που χειροκροτούσαν, τον χοροδιδάσκαλο που ύψωσε το ποτήρι του στην υγεία μας, τον πρίγκιπα της Σαξονίας που κάπνιζε το πούρο του, τα πυροτεχνήματα που τρόμαζαν τα κυνηγόσκυλα, τις κυρίες με τα φασαμέν, τους κυρίους με τις βελάδες, τους νεαρούς αριστοκράτες που χάζευαν το ταβάνι της μεγάλης αίθουσας του ανακτόρου κουτσομπολεύοντας. Οι μουσικοί της ορχήστρας έκαναν διάλειμμα μετά από εκείνον τον χορό για να δειπνήσουν στην κουζίνα συντροφιά με τους μαγείρους, τις μαγείρισες και τους σερβιτόρους, γλυκά και αγριοφράουλες θα προσφέρονταν αργότερα, χωνευτικά πριν το χάραμα. Η θεία μου, ηγουμένη του μοναστηριού της Χίλντεγκαρντ φον Μπίνγκεν, καλεσμένη να ευλογήσει τον αρραβώνα μας, με υποδέχτηκε δύο μήνες αργότερα, η πόρτα του μοναστηριού είχε ανοίξει και είχε κλείσει. Οι ροδακινιές στον κήπο του ανακτόρου έχουν πιάσει, έχουν ανθίσει, σύντομα θα δώσουν καρπούς. Ο γιατρός ήρθε τις προάλλες στο μοναστήρι για να με πληροφορήσει ότι ο Φραγκίσκος-Μαξιμιλιανός κουράζεται να ρωτάει: "Erinnest du dich Gertrude?" Του πρότεινα να απαντήσει "ναι", όταν θα ήταν βέβαιος πως η ώρα πλησίαζε.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: