Τα κουμπιά

Η κυρία Αφροδίτη περίμενε να περάσει το μεσημέρι για να βγει από το σπίτι της. Ανέμενε την άφιξη της κυρίας Δέσποινας, που θα έφερνε τα φορέματα της βδομάδας, από τα οποία θα έλειπαν πολλά κουμπιά. Θα άπλωνε τις φούστες, τα φαρδιά και τα στενά, τα κοντά και τα μακριά ως τον αστράγαλο, τα μπλουζάκια και τα αμάνικα, τα κεντημένα και τα δαντελωτά. Θα έβγαζε από ένα τσαντάκι όσα κουμπιά είχε καταφέρει να γλιτώσει, λέγοντας ότι έπρεπε να ραφτούν εκεί από όπου είχαν φύγει, θα παραπονιόταν ότι δεν είχε βρει σε όλο το σπίτι της πού είχε πέσει ετούτο ή το άλλο κουμπί και συνεπώς ήταν απαραίτητο να αγοράσει ίδιο, αν το έβρισκε στου Καλυβιώτη, ή να ψάξει στα μαγαζιά για κουμπιά που να ταιριάζουν στο χρώμα, στο ύφασμα, στο σχέδιο του ρούχου. Ζητούσε από την κυρία Αφροδίτη, την ράφτρα της, να πει τη γνώμη της, τι να γίνει, σε δύο μέρες το πολύ όλα τα κουμπιά έπρεπε να είναι στις θέσεις τους, όλα τα ρούχα έτοιμα, η κυρία Δέσποινα είχε κοινωνικές υποχρεώσεις που δεν μπορούσαν να καθυστερήσουν. Η κυρία Αφροδίτη έπιασε το ξώπλατο, πήγε ως το παράθυρο να εξετάσει αν κάθε κουμπί που έλειπε είχε αφήσει τρύπα, αν είχε τραβηχτεί βιαίως, αν το ύφασμα μύριζε αρσενική λαχτάρα, ίδια ή αλλιώτικη από εκείνη της περασμένης βδομάδας. Έτριβε ανάμεσα στον δείχτη και τον αντίχειρα το βαμβακερό πουκαμισάκι, προσέχοντας πως οι κουμπότρυπες είχαν ξεχειλώσει στο ύψος του στήθους και τα κουμπιά είχαν φύγει στο ύψος της μέσης, ίχνος από σάλιο ψηλά, μια νεανική κάψα χαμηλά, φρέσκια και πυκνή. «Εντάξει», είπε, «σε δυο μέρες, να προλάβεις να τα πλύνεις». «Πλυμμένα είναι», χάρηκε η κυρία Δέσποινα. «Το πλυντήριο κόβει τα κουμπιά», βοήθηκε η κυρία Αφροδίτη. Μόλις είχε περάσει το μεσημέρι και ήθελε να βγει από το σπίτι της, να αφήσει τα ρούχα να ηρεμήσουν. Να ηρεμήσει και η ίδια!

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ