90 Δευτερόλεπτα: Γριές σε στροφές

Κάθε μήνα, σας προτείνουμε έναν τρόπο
για να διασχίσετε 90 δευτερόλεπτα της κυριακάτικης ζωής σας.
Τι ψυχή έχουν;

90 Δευτερόλεπτα: Γριές σε στροφές

Τα προκαταρκτικά

Συνήθως είναι υπόγεια. Παλιότερα, σε κοιτούσαν στα μάτια όταν έμπαινες, τώρα στην τσέπη. Παλιότερα, οι υπάλληλοι γνωρίζαν τι περιέχει μέσα του το εμπόρευμα που πουλούν, τώρα ούτε το όνομα του δημιουργού του. Παλιότερα, έβρισκες εμπόρευμα σαράντα χρόνων παλιό και σπάνιο, τώρα μόνο της ώρας. Φυσικά, πρόκειται για τα βιβλιοπωλεία. Ναι, ναι, μπήκαμε σε βιβλιοπωλείο. Κι αν δεν βρούμε εκεί αυτό που ζητάμε, τρέχουμε σε μια βιβλιοθήκη. Όχι Σάββατο ή Κυριακή, διότι, όπως σε όλες τις υποσαχάριες χώρες, θα τη βρούμε κλειστή. Άρα, καλπάζουμε μέχρι εκεί κάποια άλλη μέρα. Και ζητάμε. Και μας δίνουν. Τα ποιήματα του Μπωντλαίρ. Γάλλος άνθρωπος είναι. Για διαβάστε τώρα μερικές στροφές από το ποίημά του «Οι γρηούλες» στην αριστουργηματική μετάφραση του λησμονημένου ποιηταρά Αλέξανδρου Μπάρα.

Και τώρα, δράση 90′′

«Στων γηραιών πρωτευουσών τούς δαιδαλώδεις δρόμους / που η φρίκη κι όλα μέσα τους σαγήνη καταντούν / παραφυλάω, στου ριζικού μου υπάκουος τους νόμους / κάποιες υπάρξεις θελκτικά ρημάδια να περνούν. [...]
Κάποτε αυτά τα τέρατα γυναίκειο είχανε σώμα / η Επονίνη ή η Λαΐς! Ρημάδια και στρεβλές / ας έχουν κάποια αγάπη μας! Ψυχήν έχουν ακόμα / καθώς μέσ’ στ’ αποφόρια τους περνάνε ριγηλές. [...]
Σέρνονται από τον άδικο βορηά μαστιγωμένες / τρομάζοντας των αμαξιών τον τόσο ορυμαγδό / και σφίγγοντας στον κόρφο τους τις ψηλοκεντημένες / τσαντούλες τους, θεία λείψανα μέσ’ τον κατατρεμό. [...]
Παρατηρήσατε ποτές το φέρετρο πώς μοιάζει / ενός παιδιού και μιας γρηάς, πώς ίδια είναι μικρό; / Σοφός ο θάνατος στα όμοια φέρετρα τούτα βάζει / παράξενο ένα σύμβολο και συγκλονιστικό. [...]
Που ακόμα ζήτε ντρέπεστε σκιάχτρα ρητιδωμένα / τοίχο με τοίχο φοβισμένες πάτε και κυρτές / κανείς πια δε σας χαιρετά, περίεργα πετρωμένα / συντρίμματα ανθρωπότητας ώριμα για ταφές!. [...]
Μα εγώ που τόσο τρυφερά σάς βλέπω να περνάτε / με τη ματιά μου ανήσυχη στο βήμα σας τ’ αργό / σα να ’μουνα πατέρας σας, ω μάγεμα, κοιτάτε / πως δίχως να το νιώθετε απολαβαίνω εγώ; [...]
Ερείπια εσείς! Φαμίλια μου! Μυαλά, δικές μου φάρες! / σας στέλνω εγώ κάθε βραδιά χαίρε αποχωρισμού! / Πού θα σας εύρει τ’ αύριο ω Εύες μου ογδοντάρες / τώρα που μπήγεται σ’ εσάς το νύχι του Θεού;»
Τέλος χρόνου

Αμέσως μετά

Είστε ελεύθεροι υπηρεσίας. Μπορείτε να ξεκαρδιστείτε από το κλάμα, να σπαράξετε στο γέλιο, μπορείτε να κυλιστείτε στις μοκέτες, ή μπορείτε να βγείτε μια βόλτα στους δρόμους και να σπουδάσετε την πανίδα τους. Κάθε Κυριακή, οι δρόμοι των πόλεων πλημμυρίζουν από ξεχωριστά πλάσματα, από θελκτικά ρημάδια, που λέει κι ο ποιητής. Από γριές δηλαδή. Γριές που ζητιανεύουν σε πεζούλια, γριές που σχολνούν από την εκκλησία, γριές που αρπάζουν λαίμαργα το μνημόσυνο κόλλυβο που τους κερνούν άλλες γριές έξω από εκκλησίες, γριές που χαζεύουν λαίμαργα τις τζαμαρίες από τα φαστφουντάδικα, γριές που μαλώνουν με τη σκιά τους, που διώχνουν με την παντόφλα τ’ αδέσποτα σκυλιά, γριές αδέσποτες, εφήμερες, ανεξιχνίαστες. Οι γριές του μέλλοντός μας.