Παίζουμε ένα ποίημα;

Συγγραφείς, αναγνώστες και κριτικοί μπορούν να παίξουν, μαζί ή μόνοι, ένα ποίημα με διαφορετικούς τρόπους, σαν παιχνίδι, όργανο, θέατρο, στοίχημα, παρτιτούρα. Η τακτική αυτή στήλη παίζει κάθε φορά ένα πρόσφατο ελληνόγλωσσο ποίημα, για να θέσει ένα γενικό ποιητικό, αισθητικό ή άλλο παρεμφερές θέμα.

(2) H αριστερή μελαγχολία

Παίζουμε ένα ποίημα;

Κατερίνα Ζησάκη: Αγώνας

ότι δε λάβαινα μέρος στους αγώνες 
ήταν γνωστό
ότι δεν είχε πιτσιλίσει τα μούτρα μου αίμα
γνωστό επίσης

εκείνο που δεν ήξερε κανείς
ήταν – παρ᾽ όλο που με τρόμαζαν οι κρότοι
πως έφτιαχνα λέξεις να οπλίσω τις βόμβες
κι ότι δυνάμωνα τις νύχτες τις μαχήτριες και
τους μαχητές με τα χάδια και το κορμί μου
την άλλη μέρα έγδερνα το σώμα μου
και με λέξεις έκλαιγα τους νεκρούς

δισυπόστατα πράγματα
διφορούμενα
θα μας τρελάνει όλους αυτός ο αγώνας
αλήθεια σύντροφοι: ποιoς αγώνας

(Mισέρημος, Μανδραγόρας 2018, σελ. 36)

Παίζουμε ένα ποίημα;

Τι θέση παίρνει κανείς στον αγώνα; Η ομιλήτρια αυτού του ποιήματος ενδιαφέρεται έντονα να ξεκαθαρίσει τη θέση της, ώστε να μην παρεξηγηθεί. Ήταν γνωστό πως δεν λάβαινε μέρος με περιστασιακές πράξεις σε ευκαιριακούς αγώνες και πως δεν έβλεπες αίμα στο πρόσωπό της. Υπήρχαν, όμως, πράγματα που δεν ήξερε κανείς – η διαρκής συμβολή της, παρά τον φόβο της, στον συνεχή αγώνα. Πριν κάθε αγώνα όπλιζε λεκτικά τις βόμβες, στη διάρκειά του δυνάμωνε σωματικά τους αγωνιστές και την επομένη θρηνούσε και λεκτικά και σωματικά τους νεκρούς. Ήταν απούσα από τη μάχη αλλά παρούσα στα μετόπισθεν ως άνθρωπος και συγγραφέας, εξηγεί η ομιλήτρια στους συντρόφους της.
Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως αυτά τα πράγματα είναι δισυπόστατα: λέξεις-βόμβες, χάδια-αγώνες, ποιητές-μαχητές, απουσία-παρουσία. Κι ακόμα χειρότερο, είναι διφορούμενα: όχι μόνο η υπόσταση αλλά και η φορά του αγώνα είναι διπλή, εσωτερικά αντιφατική και γι᾽ αυτό «θα μας τρελάνει όλους». Στο σημείο αυτό ο χρόνος του ποιήματος αλλάζει απότομα, κι από διαρκής αόριστος («λάβαινα», «έφτιαχνα» κ.λπ.) γίνεται θορυβημένος μέλλων («θα μας τρελάνει»). Η διευκρίνιση της συμβολής της στον αγώνα έκανε την ομιλήτρια να συνειδητοποιήσει τη διπλή φύση του αγώνα και στο τέλος να ρωτήσει «ποιος αγώνας» – μια ερώτηση χωρίς ερωτηματικό, μετέωρη, διφορούμενη: για τι είδους αγώνα μιλάμε ή τι ανοησίες λέμε τώρα.
Αυτή είναι η διαδρομή της λέξης «αγώνας», από τον τίτλο ώς το τέλος του ποιήματος, που δεν είναι τέλος, αφού εκκρεμεί η απάντηση του αναγνώστη στην ερώτηση της ομιλήτριας «ποιος αγώνας» και ποια η σχέση των μικρών αγώνων μαζί του. Ο τελευταίος στίχος όχι μόνο θέτει το ακαριαίο ερώτημα, αλλά κατονομάζει και αυτούς στους οποίους απευθύνεται: είναι οι σύντροφοι στον αγώνα.
Κύρια πολιτική «διάθεση» (Χάιντεγκερ) στο ποίημα είναι η «αριστερή μελαγχολία» (Μπένγιαμιν), εκείνη που συμβάλλει στον διαρκή αγώνα χωρίς να συμμετέχει, που φοβάται και όμως δυναμώνει άλλους, που πιστεύει στον αγώνα κι ας αμφιβάλλει για το νόημά του, που δίνει έκφραση κι ας πάει να τρελαθεί. Δεν σχεδιάζει παραίτηση, αποχώρηση ή έξοδο. Ασκεί ριζική αμφισβήτηση του προτάγματος μέσα από το ίδιο το πρόταγμα. Η αριστερή μελαγχολία είναι η πολιτική διάθεση της νέας ελληνικής ποίησης, εκείνης που εμφανίστηκε τη δεκαετία του 2000. Η διάθεση αυτή εντατικοποιήθηκε την τρέχουσα δεκαετία, με την οικειοποίηση και εξουδετέρωση των κοινωνικών κινημάτων και εξεγέρσεων από τον Σύριζα και τους υποστηρικτές του. Εκφράζει τη στάση της αριστεράς, η οποία, παρά την κατάρρευση του κομμουνισμού και τη χρεοκοπία της επανάστασης στο τέλος του 20ού αιώνα, έχοντας εγκαταλείψει κάθε μεσσιανική ουτοπία και καθεστωτικό έρεισμα, παραμένει προσηλωμένη σε αριστερές ανατρεπτικές προοπτικές.
Ως θεωρητική έννοια και επιστημολογική αρχή η μελαγχολία κυκλοφορεί ευρύτατα σε κοινωνικοπολιτικές συζητήσεις του αιώνα μας. Επιστήμονες και στοχαστές διερευνούν μελαγχολίες όπως η φυλετική (David L. Eng), η μεταναστευτική (Sara Ahmed), η αποικιοκρατική (Paul Gilroy), η έμφυλη (Judith Butler), η φιλοσοφική (Ilit Ferber), η διαλεκτική (Max Pensky), η πολιτική (Lieven de Cauter), η δημοκρατική (Adrian Little), η φιλελεύθερη (J. M. Bernays), η πολιτιστική (Jermaine Singleton) και άλλες. Πλήθος είναι και οι αναφορές στη μελαγχολία από Έλληνες και ξένους σχολιαστές που αναφέρονται στην Ελλάδα των Συριζανέλ. Όταν, λοιπόν, συζητώ την ποίηση του 21ου αιώνα, στο πλαίσιο της αριστερής μελαγχολίας, δεν κυριολεκτώ, δηλαδή δεν αναφέρομαι σε ποιητές που γνωρίζω/νομίζω πως είναι αριστεροί ή/και μελαγχολικοί. Κάνω κάτι τελείως διαφορετικό. Τοποθετώ την πιο καινούργια ελληνική ποίηση σε μια διεθνή επιστημονική και θεωρητική συζήτηση, στην οποία πολλοί κλάδοι αναλύουν σύγχρονα θέματα ειδικού και γενικού ενδιαφέροντος, μια συζήτηση από την οποία έως τώρα, δυστυχώς, απουσιάζουν η νεοελληνική κριτική και φιλολογία.
Η Αμερικανίδα ποιήτρια Anne Boyer δημοσίευσε πριν δυο χρόνια στο ιστολόγιο του Poetry Foundation ένα δοκίμιο με τίτλο ‘‘No’’, όπου σχολίασε την αρνητικότητα στην ποίηση, με τρόπο που παραπέμπει στο θαυμάσιο ποίημα της Κατερίνας Ζησάκη: ‘‘Poetry is sometimes a no. Its relative silence is the negative’s underhanded form of singing. Its flights into a range-y interior are, in the world of fervid external motion, sometimes a method of standing still. Poetry is semi-popular with teenagers and revolutionaries and good at going against, saying whatever is the opposite of whatever, providing nonsense for sense and sense despite the world’s alarming nonsense’’. Έτσι και η Ελληνίδα ποιήτρια, σε ένα άλλο ποίημα της ίδιας συλλογής της, με θέμα την οδό Πατησίων του Πολυτεχνείου, όπου «μας τελείωσε νωρίς η διαδρομή», απευθύνεται απαυδισμένη στον Γερμανό συγγραφέα που πρώτος μίλησε για «αριστερή μελαγχολία» και τον «άγγελο της ιστορίας», λέγοντας:

πόσο πια με την Πατησίων – μου ξέφτισε 
θα βρω άλλες ήττες για ν᾽ αγαπήσω
τον άγγελο της ιστορίας τον πάτησε ταξί
Βάλτερ Μπένγιαμιν πάρε τα λόγια σου πίσω.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ