Παίζουμε ένα ποίημα;

Παίζουμε ένα ποίημα;

Συγγραφείς, αναγνώστες και κριτικοί μπορούν να παίξουν, μαζί ή μόνοι, ένα ποίημα με διαφορετικούς τρόπους, σαν παιχνίδι, όργανο, θέατρο, στοίχημα, παρτιτούρα. Η τακτική αυτή στήλη παίζει κάθε φορά ένα πρόσφατο ελληνόγλωσσο ποίημα, για να θέσει ένα γενικό ποιητικό, αισθητικό ή άλλο παρεμφερές θέμα.

(4) Έθνος και ομοερωτισμός

Μάριος Χατζηπροκοπίου: «Των γυναικών του Κωνσταντή»

Ασκέρια δυο πολέμαγαν, κανένα δε νικούσε. […]
Για να τελέψει ο σκοτωμός, για να σωθούν ταγόρια
στους τρεις αρχιπολεμιστές έναν θ αρπάξει ο Χάρος. […]
Ο Κωνσταντίνος γέλασε – τα νιάτα μου χαλάλι. […]
Απόψε αν με παντρέψετε, απόψε αν πρωτοσμίξω
λαβώστε με τη χαραυγή και με τον Χάρο ας σμίξω.
Τελάλης βγήκε στα χωριά, σέρνει φωνή μεγάλη:
– Νύφη του αρχιπολεμιστή ποιας της βαστάει να γένει; […]
Τακούσανε οι ανύπαντρες, τακούν οι ορφανεμένες
τακούν μανάδες με μωρά, χήρες πά στον ανθό τους
νύφη του μελλοθάνατου καμιά δε θε να γένει.
Σέρνει φωνή στους ουρανούς, τα Χερουβείμ δακρύζουν
δακρύζουνε οι Αρχάγγελοι, δακρύζει κι ο Αϊ-Γιώργης
γλυκοκοιτάει τον Κωνσταντή και σεκλεντίζει ο νους του
τον δράκοντα ελησμόνησε, νυφούλα πάει να γένει.
Ξηλώνει την αρματωσιά, ντύνεται στα μετάξια
βάφει τα χείλη βυσσινιά, τα δυο βυζιά φουσκώνει […]
στου Κωνσταντίνου τη σκηνή τρυπώνει βράδυ βράδυ
μες στις κουβέρτες του γλιστρά, στον κόρφο του πλαγιάζει […]

(Τοπικοί Τροπικοί, Αντίποδες, 2019, σσ. 48-9)

Όταν ο «πατριάρχης της ελληνικής λαογραφίας» (σελ. 25) Νικόλαος Πολίτης εξέδωσε την θεμελιώδη συλλογή του Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού (1914) δεν συμπεριέλαβε είκοσι τέσσερα τραγούδια που είχε στην κατοχή του επειδή «εγείρουν ζητήματα ποικίλων μορφών ομοερωτικής επιθυμίας»(25). Από το χειρόγραφο αυτών των «απόκρυφων» τραγουδιών, που ανακαλύφθηκε πρόσφατα στη Βιβλιοθήκη Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Σάο Πάολο, η παρούσα φιλολογική έκδοση ανθολογεί, και δημοσιεύει για πρώτη φορά, έξι δημοτικά τραγούδια, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω. Αυτό είναι το ιδιοφυές εύρημα στο οποίο βασίζεται το πρώτο βιβλίο του ποιητή, περφόρμερ, επιστήμονα και δραματολόγου δρ. Μάριου Χατζηπροκοπίου, Τοπικοί Τροπικοί, μια συλλογή η οποία έχει τη μορφή αυτής της φαντασιακής έκδοσης.
Το δημοτικό τραγούδι από το οποίο παραθέτω, όπως και όλη η συλλογή, κινείται ταυτόχρονα σε πολλά πεδία λόγου. 1ον παρουσιάζεται σαν έργο άλλου ποιητή. 2ον χρησιμοποιεί δημοτικό ιδίωμα (μέτρο, λεξιλόγιο κλπ.). 3ον ως δημοτικό, θεωρείται «μνημείο λόγου της ελληνικής παραδόσεως»(77). 4ον παρουσιάζεται σαν αρχειακό υλικό. 5ον αποτελεί ανακάλυψη ερευνητικής εργασίας, κ.ο.κ. Ο Χατζηπροκοπίου λοιπόν κινείται ταυτόχρονα μέσα σε πολλά ιδιώματα, από το λαϊκό ώς το επιστημονικό. Όλα φαίνονται αυθεντικά. Άλλωστε η υποτιθέμενη αποσιώπηση τολμηρών ποιημάτων από τον Πολίτη θυμίζει άλλες σεμνότυφες αποσιωπήσεις όπως της Γυναίκας της Ζάκυθος από τα Σολωμικά Άπαντα του Πολυλά ή πολλών προτάσεων από τις πρώτες εκδόσεις του τελευταίου σημειώματος του Καρυωτάκη. Θυμίζει επίσης το λαμπρό πόνημα Ananios of Kleitor: Poetry & Fragments and their Reception from Antiquity to the Present (2009) στο οποίο ο Ελληνο-Αμερικανός ποιητής George Economou εκδίδει, μεταφράζει και υπομνηματίζει τα σωζόμενα αποσπάσματα ενός ανύπαρκτου αρχαίου ποιητή.
Στην ταυτόχρονη χρήση τόσων κωδίκων συναντούμε μια μείζονα διάσταση περφόρμανς του συγγραφέα που εντυπωσιάζει με τη δεξιοτεχνία της. Ώς εδώ η χρήση μπορεί να θεωρηθεί ως μιμητική: ο Χατζηπροκοπίου μπορεί να παίξει πειστικά τον λαϊκό τραγουδιστή, τον αρχειοφύλακα, τον ειδικό επιστήμονα. Το στοιχείο, όμως, που αιφνιδιάζει στο τραγούδι, ακριβώς επειδή εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται αληθοφανές, είναι η ομοερωτική επιθυμία του Αϊ-Γιώργη για τον Κωνσταντή. Στην μίμηση κωδίκων γλώσσας προστίθεται τώρα η αναπαράσταση ταυτοτήτων φύλου: σεκλεντισμένος ο άγιος από την ομορφιά του Κωνσταντή λησμονά το δράκο που τρώει ένα παιδί την ημέρα, ντύνεται νυφούλα και πλαγιάζει στον κόρφο του νιού.

Η πολλαπλή παρένδυση του Αϊ-Γιώργη (από άγιο σε άνθρωπο, από άνδρα σε γυναίκα, από τιμωρό σε εραστή) προσφέρει μια καινούργια οπτική στη χρήση των γλωσσικών κωδίκων, δείχνοντας πως και η ίδια η χρήση μπορεί να ειδωθεί με παρενδυτικούς όρους, καθώς ο συγγραφέας αλλάζει διαρκώς ρόλους. Ο ετερώνυμος εκδότης των απόκρυφων δημοτικών ποιημάτων, ο δρ. Νικηφόρος (ένα μικρό όνομα του Χατζηπροκοπίου) Ερράντες, ένας ρευστού φύλου μεταδιδακτορικός Νεοελληνιστής που ετυμολογικά ίσως σφάλλει στον πλάνητα ερωτισμό του, προτείνει ρητά μια τέτοια ερμηνευτική σκοπιά. Σύμφωνα με την εισαγωγή του, τα ομοερωτικά ποιήματα ανήκουν στην κατηγορία «queer lament» και θέτουν «ζητήματα πούστικου θρήνου ή, σε ελεύθερη απόδοση, πουστιάς και ολολυγμού»(23). Αυτοί οι πούστικοι θρήνοι μας βοηθούν να αντιληφθούμε πως ίσως «η προφορική μας παράδοση να βρίθει στιγμών […] πουστιάς και ολολυγμού»(24). Ταυτόχρονα μας τονίζουν ότι η ταυτότητα φύλου είναι θέμα όχι σταθερής ουσίας αλλά επιτελεστικής διαδικασίας. Πουστιά, καθώς και ποίηση, είναι ζήτημα περφόρμανς.
Ας προσέξουμε τα τεκμήρια της δημοτικής παράδοσης, τα ομοερωτικά τραγούδια: «Σκιαγραφούν το φύλο και τη σεξουαλικότητα όχι ως υπερβατικές, παγιωμένες ουσίες, αλλά ως διαδικασίες: επιτελεστικές (performative), ανοιχτές στη ρευστότητα (gender fluid) και σε πρωτεϊκής υφής μεταμορφώσεις. Χωρίς βεβαίως οι κοινωνικές επιταγές να αγνοούνται – αντιθέτως υπογραμμίζεται η αδυνατότητα για ριζοσπαστικά υποκείμενα διαφόρων ειδών όχι μόνον να βιώσουν την επιθυμία τους, αλλά ακόμη και να καταστούν άξια πένθους. Κινούμενες στο αυθεντικά ελληνικό δίπολο ηδονής και οδύνης, οι είκοσι τέσσερις απόκρυφες εκλογές συνιστούν δυνάμει την πρώτη εθνική μας ανθολογία queer lament, πουστιάς και ολολυγμού» (25). Κάθε ποίημα δείχνει με τρόπο δραματουργικό πως, αν η παράδοση είναι γεμάτη πουστιά, και η πουστιά έχει τη δική της παράδοση περφόρμανς. Και οι δύο εθνικές παραδόσεις είναι εξίσου ανοιχτές στη ρευστότητα και τη μεταμόρφωση.
Όλα αυτά έχουν σοβαρές συνέπειες και για την κυκλοφορία και πρόσληψη γενικά της ποίησης. Όσοι την παρουσιάζουν δημόσια ή την αναλύουν συστηματικά αξίζει να σκεφτούν τις δικές τους πουστιές, δηλαδή τους δικούς τους διαφυλικούς, διαγλωσσικούς, διαμηντιακούς κ.ά. ρόλους. Π.χ. μια πιστή ανάγνωση θα πρέπει να είναι επιτελεστική κι όχι απαγγελτική, πράγμα καθόλου εύκολο ή γοητευτικό. Τα πράγματα είναι ακόμη δυσκολότερα στο χώρο της λογοτεχνικής και πολιτιστικής ανάλυσης. Πώς αναλύεται και αποτιμάται μια λογοτεχνική περφόρμανς; Εδώ και δεκαπέντε σχεδόν χρόνια, δηλαδή από τις πρώτες εκφάνσεις της, η γραφή της ποιητικής γενιάς του 2000 εκτελείται/επιτελείται σε πολλούς και διάφορους δημόσιους χώρους. Ενώ όμως γράφονται κριτικές για τα βιβλία της, απουσίαζουν πλήρως αντίστοιχες κριτικές για ατομικές ή ομαδικές περφόρμανς. Γιατί δεν γράφει κανείς κριτική για ποιητικές περφόρμανς στην Ελλάδα; Επίσης, υπάρχουν άραγε τα κατάλληλα αναλυτικά κριτήρια και εργαλεία ώστε να συζητηθούν αφού ακόμα και το λεξιλόγιο παραμένει αγγλικό;
Ο τίτλος αυτής της συλλογής δημοτικών τραγουδιών του εθνικού ομοερωτισμού παραπέμπει στους «θλιβερούς τροπικούς» του Λεβί Στρως. Το ενδιαφέρον του Χατζηπροκοπίου, τόσο εθνογραφικό/ερευνητικό όσο και ποιητικό/επιτελεστικό, εστιάζεται στο θρήνο έμφυλων, θρησκευτικών, εθνοτικών κ. α. κοινωνικά μεθοριακών μειονοτήτων όπου το ελληνορθόδοξο κουήρ συναντά το ινδικό, πακιστανικό, αμερικανικό κ.ά. Σε αυτούς τους τοπικούς τροπικούς, το μειονοτικό πένθος για τον Κωνσταντή, που διατηρεί τη συλλογική του μνήμη ζωντανή με την ενίσχυση ετήσιων τελετών πούστικου θρήνου, βοηθά τον συγγραφέα της εισαγωγής, κι ίσως και τ@ν αναγνώστη του, να μείνει διαθέσιμ@ στη ρευστότητα και να μην παρασυρθεί ούτε από ανθρωπολογική θλίψη ούτε από αριστερή μελαγχολία.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: