Ένας Έλληνας στο Πακιστάν

Ο Count G με το καινούργιο του συγκρότημα
Ο Count G με το καινούργιο του συγκρότημα

Θυμάμαι πριν καμιά δεκαριά χρόνια, πριν την κρίση και με την μετανάστευση στο φουλ, μια σκηνή στην Μενάνδρου, καταμεσίς στο Γεράνι, όπου ένας Πακιστανός αχθοφόρος προσπαθώντας να παρακάμψει έναν Κινέζο τον προειδοποιούσε σε άπταιστα ελληνικά: «Βγες απ’ τη μέση ρε μαλάκα!» Ήταν μια εποχή που σε ένα πακιστανικό μπακάλικο εκεί λίγο παρακάτω βρίσκαμε φανταστικές μπάμιες, μικρές και καταπράσινες, τις οποίες Πακιστανοί και Ινδοί στην επίσημη γλώσσα τους –γιατί, μέσα στην πρωτοφανή πολυγλωσσία τους, τα δύο κράτη την ίδια επίσημη γλώσσα έχουν παρόλο που την ονομάζουν και την γράφουν διαφορετικά– τις λένε bindi.
Πάντα λάτρευα αυτή την γειτονιά της Αθήνας. Εξάλλου, στην Γερανίου γεννήθηκε προπολεμικά η μητέρα μου και εκεί κάπου παρά δίπλα –δεν θυμάμαι ακριβώς σε ποιο δρόμο– ήταν το βουτυράδικο όπου έφτιαχναν τα βούτυρα «Κερκύρας». Η εταιρία ανήκε στην γιαγιά μου και τα αδέρφια της, αλλά η γιαγιά μου την διοικούσε με σιδηρά πειθαρχία την οποία όλοι οι εργάτες αποδεχόντουσαν με χαμόγελο. Θυμάμαι να πηγαίνουμε εκεί επίσκεψη με την μάνα μου, όχι πολύ συχνά, αλλά πάντα αξέχαστα. Ήμουν πολύ μικρός, ίσως ακόμη στο νηπιαγωγείο, και τρελαινόμουν κάθε φορά που πηγαίναμε, γιατί ξεγλιστρούσα από την εποπτεία των μεγάλων και κατέβαινα στο υπόγειο να δω τους εργάτες και τις μηχανές. Θυμάμαι με δέος τους τεράστιους περιστρεφόμενους κάδους από κατάμαυρο μαντέμι και τα νερά από άκρου εις άκρον, νερά και λάσπες απ’ τα γράσα και οι εργάτες να μη δίνουν σημασία. Εξάλλου φορούσαν γαλότσες, όχι σαν εμένα που η μαμά μου με είχε ντύσει με λουστρίνια και παπιόν. Γι’ αυτό και η πλάκα πάντα κατέληγε στις φωνές της όταν έπαιρνε χαμπάρι ότι το τρελόπαιδο πάλι είχε κατέβει στο υπόγειο κι έκανε τον εργάτη, μέχρι να ενεργήσει ο Λάκης –ένας ανηψιός της γιαγιάς μου που τον είχε επιστάτη– να με πάρει από το χέρι και να με ανεβάσει πάνω, γιατί προφανώς ούτε η μαμά ούτε η γιαγιά τολμούσαν να κατέβουν στις λάσπες με τα τακούνια.
Τον Γενάρη ξαναβρέθηκα σε αυτά τα δρομάκια για την εκδήλωση του ΦΡΜΚ στο παλιό Ρομάντσο. Σκεφτόμουν τι έχει γραφτεί την τελευταία δεκαετία για «το άβατο Γεράνι», το γκέτο των ναρκωτικών, την πιάτσα των κλεμμένων κινητών, κλπ. –πάντα με φόντο τον φόβο των μελαμψών μεταναστών– ενώ προσπαθούσα να διαπεράσω τα πλήθη που έχουν καταργήσει την σημειωτική διαφορά δρόμου, πεζοδρομίου και πλατείας, μετατρέποντας ένα χώρο ξενιτιάς σε κάτι δικό τους. Περπατώντας αργά, συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν στο κέντρο μιας γειτονιάς με τεράστια ιστορία περιδιαβαινόντων πληθυσμών που βρισκόμενοι εδώ έχουν μετατρέψει το ξένο σε οικείο, μιας γειτονιάς ευφυώς ονομαζόμενης πλέον Pakistathens. Βεβαίως, οι Κινέζοι εξακολουθούν να υπάρχουν, μάλιστα είναι πια και ιδιοκτήτες ακινήτων εφόσον τα περισσότερα ισόγεια, που ήταν παλιά βιοτεχνίες, τυπογραφεία, ταβέρνες ή μαγαζιά, είναι τώρα δικές τους αποθήκες. Ίσως γι’ αυτό τον λόγο να μη τους βλέπεις πια τόσο πολύ στον δρόμο, όπου απλώνονται ανέμελοι μυριάδες νεαροί Πακιστανοί.
Δεν είχα ιδέα πως ένα μήνα αργότερα θα συνειδητοποιούσα ότι αυτή η μικρή βραδυνή βόλτα δεν ήταν παρά μια απρόσμενη πρόβα καθώς απ’ το Γεράνι βρέθηκα στην Λαχόρη, στην καρδιά της κοιλάδας του Πουντζάμπ όπου κάποτε είχε ηττηθεί ο μετανάστης Αλέξανδρος από τους ελέφαντες. Ή, τέλος πάντων, κάτι τέτοιο στο περίπου – παραποιώ ό,τι μας είχαν μάθει στο σχολείο, μάλλον επηρεασμένος από το Ρομάντσο. Υπάρχουν ακόμα μέρη στο βόρειο Πουντζάμπ, κοντά στην Πέσαγουαρ και τα σύνορα με το Αφγανιστάν που σε διάφορα χωριά ο Αλέξανδρος ακόμη λατρεύεται ως πρόγονος των τριγύρω φυλών. Βρίσκει κανείς καλλιτεχνήματα με το πρόσωπο του, ολίγον εμπλουτισμένο με ασιατικά χαρακτηριστικά, σκαλισμένο σε σκούρες μαλακιές πέτρες ηφαιστειακής λάβας. Θυμάμαι ο φίλος μου ο Άαμιρ Μούφτι, με τον οποίον πήγαμε μαζί στην Λαχόρη, να μου λέει ότι, καθώς οι περισσότεροι Πακιστανοί μετανάστες στην Ελλάδα προέρχονται από κάτι χωριά σε εκείνα ακριβώς τα μέρη στο βόρειο Πουντζάμπ, επαναφέρουν τρόπον τινα τα σκορπίσματα του Αλεξάνδρου πίσω στην γη από όπου πριν χιλιάδες χρόνια εξανεμίστηκαν, παντελώς άσχετοι βέβαια με την μανία που στις μέρες μας προφέρεται «Μακεδονία».
Πριν από πέντε χρόνια είχαμε κάνει κάτι ωραίες συζητήσεις με τον Άαμιρ για το πακιστανικό ζήτημα στην Ελλάδα (https://enthemata.wordpress.com/2014/09/07/aa-st/), όπου ανάμεσα σε πολλά άλλα ο φίλος μου είχε επισημάνει ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί η παγκοσμιοποίηση και η τεράστια μετακίνηση πληθυσμών μεταξύ ηπείρων δεν είναι η αναβίωση του έθνους ως ανάχωμα και η φαντασίωση εγκλεισμού σε κάποια κοινωνικο-φυλετική καθαρότητα την οποία κάθε εθνικισμός συνεπάγεται. Αντιθέτως, τραβώντας ένα νήμα από την σκέψη του μεγάλου Παλαιστίνιου στοχαστή Έντουαρντ Σαΐντ, έλεγε ότι «στον ιμπεριαλισμό δεν αντιτάσσει κανείς τον εθνικο-απελευθερωτισμό αλλά την εξορία. Οι ιμπεριαλιστές είναι υπερεθνικιστές. Οπότε, η κριτική του ιμπεριαλισμού δεν μπορεί να είναι κάποια μορφή εθνικισμού. Ο Σαΐντ θέλει να πει στους διάφορους εκτοπισμένους λαούς, αλλά και σε όλους όσοι ζούμε σε μια σύγχρονη κοινωνία: Αποδεχτείτε την απάτριδη εμπειρία σας. Η εμπειρία του εκπατρισμού και της εξορίας είναι πολύ πιο οριζόντια ως προς τις αρχές της και απελευθερωμένη από την επιθυμία για την κυριαρχία του κόσμου από ό,τι ένας κλασικός ελίτ κοσμοπολιτισμός ή τουρισμός. Και δεν φετιχοποιεί το τοπικό στοιχείο γιατί συμβαίνει πάντα σε διασταύρωση τόπων και κατανοεί τις πολλαπλές τοπικότητες των ανθρώπων».
Αυτά που συζητάγαμε πριν πέντε χρόνια στην Αθήνα, όταν ο Άαμιρ στοχαζόταν τι σημαίνει ένας Πακιστανός στην Ελλάδα, τα μεταφέραμε στην Λαχόρη για να τεθεί υπό συζήτηση και το τι σημαίνει ένας Έλληνας στο Πακιστάν. Πέρα από τις πολλαπλές περιπλανήσεις μιας πολύχρονης και βαθειάς φιλίας, το έναυσμα της περιπέτειάς μας ήταν πάλι ο Σαΐντ. Οι διαλέξεις και τα σεμινάρια που κάναμε μαζί με συναδέλφους καθηγητές και φοιτητές αλλά και οι εκδρομές σε άλλους κοινωνικούς χώρους και τόπους, που εξέφραζαν ακριβώς αυτές «τις πολλαπλές τοπικότητες των ανθρώπων», ξεκινούσαν από την βάση ενός γεωπολιτικού ανθρωπισμού όπως μας τον έχει μάθει ο Σαΐντ, ενός ανθρωπισμού που ξεπερνάει την μεταφυσική του Δυτικού εκπολιτισμού των άλλων. Σκοπός ήταν να στοχαστούμε όλοι μαζί ποιο θα μπορούσε να είναι το εναλλακτικό φαντασιακό που θα αντιστεκόταν μεν στην παγκοσμιοποίηση και την βίαιη ευθυγράμμιση των πάντων την οποία αυτή παντού δημιουργεί, αλλά θα λειτουργούσε κι αυτό παγκοσμίως, διαπερνώντας την τεχνητή νοημοσύνη των συνόρων. Έναυσμα ήταν η μελέτη του αντι-αποικιοκρατικού αγώνα και του κινήματος των Αδεσμεύτων στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όπου Δύση και Ανατολή (και κατ’ επέκταση μετέπειτα Βορράς-Νότος) θεωρούνταν σχήματα της σύγχρονης εποχής, μη αναγνωρίζοντας τις πολλαπλές επιστρώσεις που διαπερνούσαν αυτές τις κοινωνίες σε βάθη αιώνων.
Πολλές φορές ο Άαμιρ μου έχει πει, αστειευόμενος, πως ό,τι και να κάνω είμαι ένας άνθρωπος της Ανατολής, όπως κι αυτός, και το γεγονός ότι μπορεί να έχουμε διακριθεί στον κόσμο της Δύσης δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά μια πολιτισμική ευλυγισία την οποία οι κοινωνίες μας έχουν χαρακτηριστικά καταφέρει σε τεράστιο βάθος χρόνου. Προσοχή: οι κοινωνίες μας, οι άνθρωποί μας («our people»), έλεγε, όχι οι εθνικότητές μας, τα κράτη με τα σύνορά τους και τις σημαίες τους που μας δίνουν διαβατήρια, και σίγουρα όχι αυτοί που μας κυβερνούν και αποφασίζουν τι σημαίνει Ελλάδα και τι σημαίνει Πακιστάν. Έλληνες και Πακιστανοί, για εμάς τους δυό, είναι παράξενα και παράδοξα οικείοι. Προφανώς, το παράδειγμα είναι απαράμιλλα προσωπικό και η γενίκευση από τον ενικό στον πληθυντικό δεν επιδέχεται καμία επιστημονική σοβαρότητα. Ωστόσο, με δεδομένη αυτή την μη επαναλήψιμη συνύπαρξη δύο ανθρώπων, η συγκλονιστική εμπειρία στην Λαχόρη ξεφεύγει από την συγκεκριμένη συγκυρία.

Στο πανεπιστήμιο είδα το γνώριμο πάθος μιας νεολαίας που προσπαθεί να ανακαλύψει τον κόσμο με δικούς της όρους – αυτό που περιμένεις από κάθε νέο και νέα, που σε κάνει να ελπίζεις ότι, φεύγοντας κάποια στιγμή από αυτόν τον κόσμο, οι κυνικές πρακτικές καταστροφής της ανθρώπινης ζωής που θα αφήσεις πίσω σου (στην ανοχή των οποίων και η δική σου η γενιά έχει συμβάλλει) θα αφανιστούν. Η νεολαία αυτή –και κυρίως οι γυναίκες– καθώς και οι συνάδελφοι καθηγητές που τους καθοδηγούν προσπαθούν να φτιάξουν μια ελεύθερη ζωή κάτω από συνθήκες απερίγραπτες για τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας τους στις λεγόμενες «προηγμένες χώρες», εφόσον πέρα από τις σκληρές επιταγές της θρησκείας και της παραδοσιακής οικογένειας ζουν υπό καθεστώς καθημερινής σωματικής και ψυχικής βίας, είτε λόγω της στυγερής στρατοκρατίας, είτε του φονικού θρησκευτικού φανατισμού που αναπτύχθηκε στο περιβάλλον ενός σχεδόν πεντηκονταετούς πολέμου στο γειτονικό Αφγανιστάν.
Προφανώς, όλα τα έθνη-κράτη είναι τεχνητά. Τα σύνορα τους είναι κατασκευασμένα σε συγκεκριμένες πολιτικές συγκυρίες – θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι κάπου παραπέρα ή παρά δίπλα, ή να μην είχαν καν κατασκευαστεί. Με τον ίδιο τρόπο που εμφανίστηκαν κάποια στιγμή στην ιστορία μπορούν κάλλιστα, σε μια άλλη εποχή, να εξαφανιστούν, να πάψουν να υπάρχουν. Όλα τα έθνη-κράτη είναι τεχνητά, ανεξαιρέτως, αλλά το Πακιστάν ενδέχεται να είναι το πιο τεχνητό από όλα, αν έχει νόημα η συγκριτική κλίμακα στο συγκεκριμένο θέμα. Κι αυτό, γιατί ο μισός πληθυσμός του Πακιστάν είναι από αλλού – είναι πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ινδίας, νοτιότερα των τώρα συνόρων, σύμφωνα με τον διαχωρισμό (partition) της κοινωνίας και την διά της βίας μετακίνηση πληθυσμών που ζούσαν στον χώρο αυτόν εδώ και χιλιετίες. Αυτή η εφεύρεση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, μη ξεχνάμε, πρωτο-εφαρμόστηκε στα δικά μας τα λημέρια. Η δήθεν «λύση» του Μικρασιατικού και η ανταλλαγή πληθυσμών με την Συνθήκη της Λωζάνης ήταν σχέδιο βρετανικής εμπνεύσεως, όπως έγινε και στην Παλαιστίνη, αργότερα και στην Κύπρο και, σε ένα βαθμό, πιο πρόσφατα, με την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
Το Πακιστάν, όμως, ως το κατ’ εξοχήν κράτος των Μουσουλμάνων της Ινδίας πραγματικά δεν υπήρξε ούτε ως ίχνος πριν κατασκευαστεί, αλλά ούτε και ως αίτημα, ας πούμε, επαναστατικό, εθνικοαπελευθερωτικό. Εκατό χρόνια αντι-αποικιοκρατικού αγώνα κατά της Βρετανίας στην Νότια Ασία διεξήχθη από Ινδούς, ή μάλλον, ινδουιστές Ινδούς, γιατί οι μουσουλμάνοι Ινδοί κάπως είχαν βολευτεί στην Αυτοκρατορία – οι μεν ανώτερες τάξεις σε διάφορα αξιώματα και αστικά επαγγέλματα, οι δε φτωχοί έχοντας βρει στο Ισλάμ την ευκαιρία να αποδράσουν από την υποταγή τους στην ατράνταχτη λογική της ινδουιστικής κάστας, δεδομένο που οι Βρετανοί, με τον σατανικά κυνικό τους τρόπο, άρρητα προστάτευαν. «Το εθνικό φαντασιακό του Πακιστάν δεν χωράει παραπάνω από δύο ήρωες» μας είπε αστειευόμενος ένα βράδυ ο Bilal Tanweer, ένας χαρισματικός πεζογράφος της νέας γενιάς, ενώ απολαμβάναμε κάτι υπέροχα καυτερά παϊδάκια εριφίου, ψημένα στα κάρβουνα έξω στον δρόμο, σε κάτι σοκάκια πνιγμένα στην σκόνη, που θα γίνονταν ποτάμια λάσπης αν τύχαινε να βρέξει.
Η εφεύρεση του Πακιστάν, λοιπόν, επανδρώθηκε –χρησιμοποιώ το έμφυλο ρήμα επίτηδες– εξ αρχής ως καθεστώς πολέμου. Και έτσι παραμένει. Ποτέ στα ταξίδια μου δεν έχω δει μια κοινωνία χτισμένη μέσα από την λογική του πολέμου και φτιαγμένη έτσι ώστε να την υπηρετεί σε καθημερινή βάση, σε όλους τους κοινωνικούς τομείς, ακόμη και τους πιο ευτελείς. Με συνέπειες όμως κυριολεκτικά τρομακτικές, γιατί στις ελάχιστες μέρες που ήμουν στην Λαχόρη την μια μέρα συνελήφθη νυχτιάτικα συνάδελφος πανεπιστημιακός χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες –θα μπορούσε κάλλιστα να τον είχαν απαγάγει και «εξαφανίσει» παρακρατικοί– και την άλλη κάποιος φανατικός βομβιστής αυτοκτονίας τίναξε στον αέρα καμιά σαρανταριά Ινδούς παραστρατιωτικούς στα σύνορα με το Κασμίρ, γεγονός το οποίο και γενικεύτηκε ως θερμό επεισόδιο με την Ινδία, με βομβαρδισμούς, καταρρίψεις αεροπλάνων και εκατέρωθεν απειλές πυρηνικής φύσεως. Ευτυχώς, επικράτησε τελικά κάποια ψυχραιμία, με τελετουργικές ανταλλαγές αιχμαλώτων, που μάλλον οφείλονται στην πολύχρονη αντικατοπτριστική αναγνώριση αμφοτέρων, το απόγειο της οποίας είναι η τελετουργική χορογραφία εχθροπραξιών – ένα μπαλέτο διασφάλισης συνόρων που έχω ονομάσει «Γυμναστικές Επιδείξεις Αντιμαχομένων», το οποίο κάθε μήνα διεξάγεται στην γέφυρα Wagah Attari ενώπιον εκστασιασμένων θεατών και των δύο πλευρών που αλαλάζουν και χειροκροτούν:


Το πέρασμα μου από το Πακιστάν σφραγίστηκε την τελευταία μέρα με μια επίσκεψη μόλις 2 χιλιόμετρα από τα σύνορα σε ένα ιστορικό τέμενος των Σικχ πλησίον του χωριού Κάρταρπουρ κοντά στον ποταμό Ράβι, ο οποίος διαπερνάει και την Λαχόρη. Το τέμενος χτίστηκε στο μέρος που ο ιδρυτής της θρησκείας των Σικχ, Γκουρού Νανάκ, κατέληξε να περάσει τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του πριν πεθάνει το 1539. Λέγεται ότι ο δάσκαλος Νανάκ (γκουρού σημαίνει απλά δάσκαλος) είχε σαγηνεύσει και πολλούς μουσουλμάνους, γεγονός το οποίο οι Μούγκαλ αυτοκράτορες, που τότε κυβερνούσαν την Ινδία, θεωρούσαν αιρετική συμπεριφορά – και λογικά, βέβαια, εφόσον οι Σικχ γκουρού δημιούργησαν μια θρησκεία επί τούτου εναντίον και της ινδουιστικής ιεραρχίας της κάστας και της ισλαμικής πατριαρχικής ιεραρχίας (γιατί, συν τοις άλλοις, διακήρυσσαν την ισότητα των φύλων). Παρόλα αυτά, όταν πέθανε ο γκουρού τέθηκε τελετουργικό θέμα ταφής. Οι μεν μουσουλμάνοι ήθελαν να θάψουν το σώμα, οι δε Σικχ να το κάψουν, κι αυτό το πραγματικά ανυπέρβλητο εγκόσμιο δίλημμα το έλυσε, ως όφειλε, ο δάσκαλος μετά θάνατον. Λέγεται ότι όταν, εν μέσω της διαφωνίας, κάποιος σοφός (ή πονηρός) τράβηξε το σάβανο που κάλυπτε τον νεκρό φανέρωσε ένα σώμα από άνθη. Έτσι οι πιστοί συμφώνησαν να μοιραστούν τα άνθη, οι μεν για να τα θάψουν, οι δε για να τα κάψουν, αμφότεροι αφήνοντας τα επιτύμβια δίπλα δίπλα για ενωτικό προσκύνημα ανά τους αιώνες.
Ο Νανάκ δεν θεωρείται ούτε άγιος, ούτε προφήτης. Υπήρξε ένας ποιητής. Είναι μεν ο ιδρυτής της θρησκείας, αλλά μαζί με άλλους δασκάλους που τον ακολούθησαν, μέχρι που ο Γκουρού Γκόμπιντ Σινγκχ αυτοανακηρύχθηκε ο τελευταίος το 1708, είναι ένας από τους δέκα ποιητές που συνθέτουν τις Γραφές των Σικχ, ένα βιβλίο που συνολικά απαριθμεί 1430 στίχους σε 39 ενότητες. Οι Γραφές αυτές δεν θεωρούνται ιερό βιβλίο, όπως στις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες –τις θρησκείες του Βιβλίου όπως, μάλιστα, ονομάζονται– δηλαδή, δεν είναι αντικείμενο λατρείας, ως περιέχον τον Λόγο του Θεού, αλλά ένα βιβλίο ατέρμονης διδασκαλίας ως προς το ζειν, το οποίο έχει μεν γραφτεί από συγκεκριμένους ανθρώπους σε συγκεκριμένους τόπους και χρόνους αλλά αποτελεί την ποίηση του Σύμπαντος. Βεβαίως, οι ξεναγοί μας με μεγάλη χαρά και κατάνυξη, ενώ μοιραζόμασταν το κοινωνικό συσσίτιο που πάντα σερβίρεται σε όποιον δεήσει να εμφανιστεί σε τέμενος Σικχ ασχέτως αν έχει τάσεις λατρείας ή μη, μας ειδοποίησαν ότι θα είχαμε το ειδικό προνόμιο –ως τι; ως (άθεοι) απάτριδες;– να επισκεφτούμε τα ιερά ιδιαίτερα του τεμένους, όπου το Μεγάλο Βιβλίο της Ποίησης κείται κάτω από τα ιερά σκεπάσματα στην διάρκεια της μέρας, αλλά και την μεγάλη κλίνη με τον υφασμάτινο ουρανό, όπου αποσύρεται κάθε βράδυ δια χειρός ιερέως.
Παρόλο που μου ήταν αδύνατο να αγνοήσω το κιτς της πλαστικής φωταψίας που έδινε χρώμα στον περίγυρο της κλίνης, ομολογώ ότι με διαπέρασε μια αίσθηση συμπαντικής αρμονίας (διά μέσου βέβαια της ανθρώπινης τόλμης, ή ίσως και τρέλας) όταν συνειδητοποίησα ότι βρισκόμουν σε ένα χώρο όπου η ποίηση λατρεύεται κυριολεκτικά, όχι ως λόγος θεού, αλλά ως πράξη ανθρώπων. Ο παγανισμός του χώρου ήταν αδιαμφισβήτητος, παρόλο που κανένας πιστός δεν θα το δεχόταν. Αλλά ως γνήσιος μαθητής της εγκόσμιας κριτικής που μας δίδαξε ο Σαΐντ, η πίστη των πιστών, ακόμη και αν στοχεύει στο Υπερπέραν, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πράξη ανθρώπων μέσα στον κόσμο και, με αυτή την έννοια, δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη – την απόλαυση μιας ωραίας γεύσης ή μουσικής, έναν περίπατο στην θάλασσα, έναν έρωτα το καλοκαίρι. Δεν είναι παρά μια πράξη ποιητική, όπως κάθε πράξη που υπερβαίνει τον εγκλεισμό στο αδιέξοδο εγώ.

Εκείνη την στιγμή ένιωσα πάλι την απαράμιλλη απόλαυση της απάτριδης εμπειρίας.

Το σκεπασμένο βιβλίο της Ποίησης
Το σκεπασμένο βιβλίο της Ποίησης
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: