Ε: Κείμενο με το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι δυνατή η απόλυτη απόδοση της πραγματικότητας μέσω του γραπτού λόγου

Άγγελος του Τζότο
Άγγελος του Τζότο

Το αεροπλάνο προσγειώθηκε στην Οζάκα της Ιαπωνίας βράδυ, στις 2 Αυγούστου. Εκτός από μια ίωση που κουβαλούσα από την Ελλάδα και εκτός από την κούραση του εντεκάωρου ταξιδιού από την Κωνσταντινούπολη, προστέθηκε ότι δεν ήρθε η βαλίτσα, η δική μου και μιας κοπέλας, γεγονός που πολλαπλασίασε τη δυσθυμία μου. Σε αυτά, αν πρόσθετε κανείς την σχεδόν τροπική ζέστη και υγρασία… Την ξεναγό δεν την πρόσεξα από την αρχή. Μας περίμενε στην Οζάκα, δεν είχε έρθει από την Κωνσταντινούπολη. Την έλεγαν Ε. και ήταν σαφές ότι είχε και αυτή μιας μορφής ίωση που εξελίχτηκε σαν τη δική μου, όπως αποδείχτηκε αργότερα. Μας είπε ότι θα πάει για τσιγάρο και θα γυρίσει σε ένα λεπτό. Μόλις γύρισε άρχισε να παρηγορεί τους δυο μας για τις βαλίτσες. Είχαμε κάνει στο μεταξύ τη σχετική διαδικασία για τη δήλωση της απώλειάς τους. Την αγανάκτηση αλλά και την εξόντωσή μου συμπλήρωσε το γεγονός ότι αντί να μας πάει πούλμαν απευθείας στο Κόμπε, όπου και το ξενοδοχείο της πρώτης βραδιάς, μπήκαμε πρώτα σε λεωφορείο και μετά σε καραβάκι. Καταλαβαίνετε την απόγνωσή μου όταν η Ε. μου είπε στο καραβάκι ότι θα βλέπαμε πυροτεχνήματα εν πλω γιατί γιόρταζαν το τάδε, δε θυμάμαι τι μου είπε. Όταν φτάσαμε στο Κόμπε έκανε τα πάντα για να βρω σε ένα convenience ό,τι ήταν δυνατό από μερικά βασικά ρούχα.
Στο μεταξύ είχα αρχίσει να διαπιστώνω ότι τα χαρακτηριστικά της είχαν κάτι το αδιόρατα και σαγηνευτικά εξωτικό επάνω της. Μετά μερικές μέρες μου είπε με περηφάνεια σχεδόν μικρού παιδιού, ότι η μαμά της είναι γιαπωνέζα και ο μπαμπάς της κρητικός από το Ηράκλειο, αλλά με καταγωγή από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Α, της είπα, από την πατρίδα του Σεφέρη. Με κοίταξε με αυτό το είδος της συγκατάνευσης που το πρόσωπο του ανθρώπου αστράφτει. Την ερώτηση αυτή θα πρέπει να της την έκαναν από κάθε γκρουπ, αλλά δεν φαινόταν να εκνευρίζεται, μάλλον λόγω χαρακτήρα και όχι λόγω επαγγελματικής δεοντολογίας. Μου είπε ότι τελείωσε δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη –διαπιστώσαμε ότι μένουμε στην ίδια γειτονιά, αλήθεια το λέω–, ότι δούλεψε και δουλεύει ως δημοσιογράφος και ότι τα τελευταία καλοκαίρια κάνει την ξεναγό στην Ιαπωνία, ότι τα ιαπωνικά είναι μητρική της και ότι έχει συγγενείς στην Ιαπωνία. Η φωνή της ήταν κάπως βραχνή και η προφορά της αυτή η αθηναϊκή με τα υγρά σύμφωνα τονισμένα με μια μουσική χρειά και χάρη. Ήταν λεπτή, μελαχρινή με κοντά μαλλιά σγουρά και κατάμαυρα –όπως εξάλλου και τα μάτια της– που άφηναν μία λεπτή μπούκλα πίσω στο σβέρκο που την τύλιγε στο δάχτυλο με χάρη. Ήταν τα μαλλιά της σαν πυκνός θύσανος που τον έπιανε με τα δυό της χέρια από το σβέρκο χαμηλά και τον σήκωνε προς τα πάνω, ασυναίσθητα, κυρίως όταν σκεφτόταν. «Είχες τ’αηδονιού τη χάρη / και ντερβίσικο καμάρι», όπως έλεγε το παλιό ρεμπέτικο. Όταν μιλούσε και είχε αγωνία για την ολοκληρωμένη διατύπωση μιας φράσης, στράβωνε το στόμα της ελαφρά προς τα δεξιά. Το σώμα της από τη μέση και πάνω φαινόταν κάπως πιο μακρύ από το κανονικό –μπορεί να κάνω και λάθος– ήταν σαν κλαδί τριανταφυλλιάς ή κορμός δαιδάλειας τέχνης και τα χέρια της σα κλάδοι τελείως αγνώστου φυτού. Ο λαιμός της ήταν όπως εκείνος των μεγάλων μπαλαρίνων του μεσοπολέμου, τόσο κομψός, θεέ μου. Τα ρούχα της ταίριαζαν απόλυτα στο στιλ της, με χρώματα μαύρο, σκούρο κυπαρισί, άσπρο, εκρού. Με εντυπωσίασε που είχε μαζί της πολλά παπούτσια ή πέδιλα με ελαχιστότατο ή καθόλου τακούνι. Οι κινήσεις των χεριών της συνόδευαν τη ρυθμική του λόγου της, ήταν αρμονικές και σε έκαναν να σκεφτείς ότι κάποτε θα μπορούσε να έχει σχέση με το χορό.
Επέστρεψε μαζί μας, για να πάει αμέσως μετά διακοπές. Κάπου την έχασα στις βαλίτσες. Όπως μας είπε, θα πήγαινε στα Κουφονήσια, δηλαδή στο πιο φωτεινό μέρος του κόσμου, ύστερα ίσως από τη θάλασσα μεταξύ Ρηνείας και Δήλου. Άρχισα να θεωρώ αυτονόητο ότι πήγαινε να συνδυάσει το χρυσό και υγρό φως εκείνων των θεοτήτων με το φως του Αιγαίου. Το γεγονός αυτό ισχυροποίησε ακόμη περισσότερο την αρχική μου άποψη ότι είχα γνωρίσει μία θεότητα.

ΙΚΕΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: