Η δική μου Έδεσσα

Τσατάλ Χουγιούκ, βραχογραφία
Τσατάλ Χουγιούκ, βραχογραφία

Καθυστερημένα είχα πληροφορηθεί ότι η Έδεσσα έχει αδερφοποιηθεί με την Ούρφα, πόλη της σημερινής Τουρκίας, στα ΝΑ της, κάπου κοντά στον Ευφράτη. Η πόλη με το όνομα Έδεσσα είχε ιδρυθεί στην ελληνιστική εποχή και ερείπια της ακρόπολής της σώζονται σε απότομο λόφο. Έχει πολύ σημαντική ιερατική σχολή και στην ευρύτερή της περιοχή υπάρχουν δύο διάσημοι αρχαιολογικοί χώροι, ο νεολιθικός οικισμός Τσατάλ Χουγιούκ, αλλά και το Γκιομπεκλί Τεπέ, ένα πολύ πρώιμο (10.000 π.Χ.) περίπου, ιερό (;), κυκλοτερές, με πανύψηλες στήλες με παραστάσεις ανάγλυφες. Στο κέντρο της πόλης δροσερή πλατεία με πολλά νερά σε αυλάκια και πισίνες και πολλά μαυριδερά ψάρια που λένε ότι απηχούν συμβολισμούς του παρελθόντος. Λες και είσαι στην Ιαπωνία. Αλλά εκεί είναι τεράστια χρυσόψαρα.

Φρεντ Μπουασονά, Ἐδεσσα 1908

Η πόλη ανήκε αρχικά στο περσικό βασίλειο, αλλά επανιδρύθηκε από τους Μακεδόνες ως Αντιόχεια και, αργότερα, επί Σέλευκου Α΄του Νικάτωρος, το 305 π.Χ., πήρε την τελική της ονομασία Έδεσσα. Η μυρωδιά της υγρασίας, όπως εκείνη της δικής μου Έδεσσας, ίσως να ήταν η αιτία. Η ίδια υγρασία από μιά φωτογραφία του Boiassonnas των αρχών του εικοστού που εικόνιζε δρόμο πλακόστρωτο με αυλάκι στη μέση του για τα νερά των σπιτιών και τα βρόχινα και σπίτια αριστερά και δεξιά με σαχνισιά. Η ίδια μυρωδιά όταν άρχιζε η ανηφόρα από το Λόγγο και τα καημένα τα λεωφορεία της δεκαετίας το ’50, ίσως και του ’60, με τις βαλίτσες στην οροφή τους, άρχιζαν να μουγκρίζουν.
Τότε, στην ανηφόρα μου ερχόταν να κάνω το σταυρό μου. Ήτανε σα να μπαίνω σε εκκλησία. Το ποτάμι κυλούσε σιγμοειδώς μέσα στην πόλη ώσπου να χυθεί στους καταρράκτες. Κάπου στο κέντρο υπήρχαν και άλλοι καταρράκτες, οι λεγόμενοι Μικροί. Στις περισσότερες όχθες υπήρχαν σπίτια με σαχνισιά και πασσαλόπηκτα αποχωρητήρια. Όμως το ποτάμι ήταν πεντακάθαρο... Παντού ξύλινες γέφυρες που έτριζαν. Και γυναίκες που χτυπούσαν με μανία χαλιά και φλοκάτες. Περνούσε και κοντά από τα νεκροταφεία και τροφοδοτούσε, πριν τους μεγάλους καταρράκτες, μία μεγάλη πισίνα, υποκατάστατο της θάλασσας εκείνη την εποχή, φτιαγμένη έλεγαν με αγγαρεία, επί Κατοχής. Τα καλοκαίρια εκεί γινόταν της τρελής. Τίποτε σχεδόν από όλα αυτά δεν έχει μείνει. Ίσως, κάτι σαν διατηρητέο θλιβερό απομεινάρι, το Βαρόσι… Παντού έγιναν διευθετήσεις και πολυκατοικίες. Παντού. Τα ίδια και σε άλλες πόλεις των Βαλκανίων και της Τουρκίας. Σχεδόν σε όλες.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: