Δύο μικρές περιπλανήσεις

Περιπλανιέμαι σημαίνει χάνομαι, ηθελημένα ή όχι, από προσώπου γης, δεν έχω ή δεν ξέρω το σημείο προορισμού μου. Ή, έχω την αίσθηση της περιπλάνησης, αλλά ταυτόχρονα την ασφάλεια συγκεκριμένου προορισμού. Άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Άλλο το να είσαι στα πέλαγα ως νέος Οδυσσέας, ή Εβραίος σε τρένο από Θεσσαλονίκη προς βορρά και άλλο αυτές οι δύο οι δικές μου περιπλανήσεις.

Περιπλάνηση πρώτη.
Στο 9ο Σύνταγμα Πεζικού στην Καλαμάτα, μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής μου ως δακτυλογράφος Διαβιβάσεων, μου ανακοινώνεται, κάπου στα μέσα του καλοκαιριού του 1971, ότι θα είμαι ο τελευταίος που θα αποβιβάσει το λεωφορείου του Στρατού. Ρωτούσα με αγωνία πού, ως που έμαθα. Στην Καστοριά… Η εκπαίδευση είχε γίνει σε κάτι Remington μάλλον του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, φυσικά με τα δύο δάχτυλα, γιατί για τυφλό ούτε λόγος να γίνεται, αν και ήταν στις προθέσεις του εκπαιδευτή. Το ταξίδι έγινε με δύο στάσεις για ύπνο το βράδυ. Η πρώτη στο Κέντρο Διερχομένων, απέναντι από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Αθηνών. Στο μεταξύ ακούγονταν τρελές ιστορίες που δεν θα πρέπει να απείχαν πολύ από την πραγματικότητα: ότι έχει κοριούς, μπορεί και σκορπιούς και ότι καλύτερο είναι να μείνει ξάγρυπνος κανείς… Η δεύτερη στάση στο Κέντρο Διερχομένων της Λάρισας. Για καλή μου τύχη και ως εκ θαύματος, έπεσα πάνω στον Αργύρη Μπακιρτζή ο οποίος υπηρετούσε τότε στη ΔΑΚ και μου λέει «δε θα πας πουθενά, θα έρθεις στο σπίτι». Είχε τη δυνατότητα, μαζί με έναν άλλον, να νοικιάζει ένα μικρό διαμέρισμα. Με έβαλε να κάνω μπάνιο και μετά κοίταζα με αγαλλίαση τις φωτογραφίες από τις ανασκαφές μας στους Φιλίππους που είχε κρεμάσει στους τοίχους. Και τα σχέδια του Οκταγώνου. Φεύγοντας το πρωί μου έδωσε λίγες δραχμές –του είχα εξομολογηθεί ότι έχω δύο…– και το βίπερ Η ερημία του έρωτα, του Φρανσουά Μοριάκ. Μετά τον κάμπο ακολούθησαν βουνά και, μέσω Σαρανταπόρου, η Καστοριά. Δεν αξιώθηκα να ξανακάνω αυτό τον δρόμο από τότε. Εκεί, ως μορφωμένος, στο Υπασπιστήριο, βρήκα μια γραφομηχανή Olympia κάπως σύγχρονη και έχοντας πάντα μία ασπρόμαυρη φωτογραφία στη δεξιά τεράστια τσέπη του παντελονιού της κυπαρισσί φόρμας, άρχιζα μια άνευ προηγουμένου καθαυτό περιπλάνηση που, εν είδει πύρινου στροβίλου, άλλοτε τρυπούσε τον ίδιο τον ουρανό ενώ, άλλοτε, έφθανε ως τα βάθη της λίμνης και ανέβαζε στην επιφάνεια κατεστραμμένα όνειρα.

Φωτ. Αρις Γεωργίου



Περιπλάνηση δεύτερη.
Μια μέρα, χειμώνα του 1986 στο Cambridge της Αγγλίας, είπα να αφήσω τα συνηθισμένα, διαβάσματα και βιβλιοθήκες, και πήρα έναν στενό δρόμο στρωμένο με λεπτό χαλίκι που έβγαζε προς τα δυτικά από την Granchester Street προς το ομώνυμο χωριό. Αφού βέβαια κατανίκησα πρώτα τους φόβους μου, γιατί υπήρχε έντονη φήμη ότι κυκλοφορεί ένας τρελός και τρομοκρατεί τον κόσμο. Και βρέθηκα σε μέρος που μου φάνηκε ότι συντελείται ένα θαύμα, γιατί στα αριστερά μου απλωνόταν μία μικρή λίμνη με πρασινωπά καθαρά, όχι στεκάμενα, νερά με κύκνους. Ο ένας μάλιστα ήτανε μαύρος και τον γυρόφερναν οι λευκοί, θαρρείς να τον καλοπιάσουν… Οι μη εξαιρετέες πάπιες ήταν αποτραβηγμένες κοπαδιαστά στις όχθες, κατάπληκτες με το θεϊκό μεγαλείο. Κάπου εκεί φανταζόμουν ότι θα κατέβαινε από το χρυσό της άρμα που το πήγαιναν πουλιά η θεά Αφροδίτη. Ήτανε μέρες που διάβαζα το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου του Ελύτη. Ο στενός δρόμος κατέληγε στο ομώνυμο χωριό με χαμηλά σπίτια και με εκείνες τις παχιές στέγες από ψιλά κλαδιά με πλεγμένα χόρτα. Στην επιστροφή, στο βάθος, πρόβαλλε ανάμεσα στα χωράφια μια οξυκόρυφη απόληξη κτηρίου. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να ανήκει σε καθεδρικό ναό. Τελικά ήταν της Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης. Ένας απίστευτος συνδυασμός αλώβητου αγροτικού τοπίου και ναού της σοφίας!

(Ιανουάριος 2023)

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: