Να περιπλανιέσαι, να μη σκιάζεσαι

Γεννάδειος Βιβλιοθήκη (μελάνι και ακουαρέλα σε χαρτί)
Γεννάδειος Βιβλιοθήκη (μελάνι και ακουαρέλα σε χαρτί) / Σχέδιο Πάβλος Χαμπίδης



Να περιπλανιέσαι, να μη σκιάζεσαι, σε όλους να δείχνεις τα δόντια, τα όπλα, τη λάμψη που βγάζουν τα μάτια σου όταν μπροστά σου ορθώνεται ένα λιοντάρι. Να μην λες «Δεν πατάω σε απάτητα μέρη». Να σηκώνεις τα μανίκια, να δένεις σφικτά τα κορδόνια σου, να ξεκινάς. Ποτέ να μην σταματάς να ξεκινάς, να συνδέεις με τον διασκελισμό σου το σημείο Α με το σημείο Β και με όλα τα σημεία του κόσμου που μπορούν με κάποιο γράμμα (ή αριθμό ή συνδυασμό γραμμάτων κι αριθμών) να ονοματιστούν, τα σημεία του άνω και του κάτω κόσμου, του κάθε κόσμου που βάζοντας μερικά γράμματα στη σειρά μπορείς να στήσεις κατά το γούστο και τους φόβους σου. Ο φόβος να μην ξεπερνά το γούστο, το κέφι σου. Με κέφι να φτιάχνεις τους κόσμους σου, δίνοντας μια να τους γκρεμίζεις όποτε σου την βαράει.

Να περιπλανιέσαι μέσα στην παντοδυναμία σου να χαρίζεις (κατά το κέφι σου) την ζωή σ’ ένα ανώφελο κουνούπι ή σε μια τίγρη που γρυλλίζοντας απλώνει ένα από τα πόδια της μπρος στα δικά σου – χαμηλώνοντας τη ράχη, τεντώνοντας το τρίχωμα της, ανήμπορη να εμποδίσει τον άνεμο να της κουνάει τα μακριά μουστάκια – καθώς εσύ την σημαδεύεις με την κάνη σου.

Να μη λες αύριο, να μην λες σήμερα, να μην λες χθες, να μην αφήνεις τον χρόνο να σου τρώει τους δρόμους, να βγαίνεις από την τρύπα σου, να αλωνίζεις, ν’ αφήνεις το βλέμμα σου να περιπλανηθεί στη διαδρομή ενός μυρμηγκιού από το σημείο της λείας του ως τη φωλιά του, ν’ αφήνεσαι να σε κουβαλήσει στην πλάτη του, κάθε τόσο ν’ αλλάζεις θρησκεία, ν’ αλλάζεις σημείο παρατήρησης, από τις πιο ψηλές κορφές να χαζεύεις το σύμπαν κι από τα πιο ανήλιαγα βάθη του, κάποτε και ξαπλωμένος ανάσκελα στο χορτάρι κάτω από έναν απαλό ουρανό.

Και να βουτάς, να ταλανίζεσαι, να τραντάζεσαι, να μην γυρεύεις πάντα να έχεις μια πυξίδα, ένα δίκαιο αίτημα στο χέρι, να μην σε νοιάζει το πού, το πόσο, το πότε ή το ποιος. Να σου τρελαίνει την σκέψη το πώς, το πώς ένα φύλλο από ένα δέντρο, πώς μια πυγολαμπίδα μέσα στη νύχτα, πώς αυτή η γυναίκα ή αυτός ο άντρας λιώνει τώρα ή έλιωνε τότε στα χέρια σου, το πώς το ένα σου βήμα ανοίγει δρόμο για το επόμενο.

Να μιλάς στον εαυτό σου, με τον εαυτό σου, να του εμπιστεύεσαι τα μυστικά σου, την φράση «Τι καλά που έχω έναν προορισμό» και την άλλη φράση «Τι καλά που δεν έχω κανέναν προορισμό», να περιπλανιέσαι από τη μια φράση στην άλλη αφουγκραζόμενος μία μία τις παραπάνω λέξεις τους, τον αέρα που τρέχει μέσ’ από τα στενά τους, τον παράξενα μοναδικό ήχο ακόμη και αυτών που εκ πρώτης όψεως φαίνονται ολόιδιες. Να σε καίει όσο γίνεται η διαφορά των πραγμάτων μεταξύ τους, αυτές οι λεπτές τους διαφορές καθώς τα πλησιάζεις με το πρόσωπο, με το σώμα σου, το γιατί του μαύρου και το γιατί του άσπρου, το γιατί του περισσότερο ή λιγότερο μαύρου, άσπρου ή κόκκινου.

Σ’ ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων να προλαβαίνεις να δεις τον εαυτό σου να καταρρέει, να ρέει ανάμεσα στις διαφορετικότητες των πάντων, στις δυνητικές πιθανότητες των πάντων, ώσπου να βρίσκει ξανά το κέντρο, το κουκούτσι του και –δημιουργώντας γύρω του τις απαραίτητες στοιβάδες, δοκιμάζοντας τις νέες του δυνάμεις – να σηκώνεται κι απ’ την αρχή να προσφέρεται, την ώρα που ο κόσμος θα πνίγεται στις διαφορές του ψάχνοντας πάλι μια μικρή ρίζα του για να κρατηθεί.

Πλάνητες σαν κι εσένα δεν στέκονται ούτε στιγμή – δεν ξέρουν, δεν μπορούν – μπρος σε καθρέφτες που τους γυρίζουν πίσω τα ήδη κατακτημένα. Τους σπάζουν και συνεχίζουν τον δρόμο τους, γίνονται ενίοτε τα φαντάσματα που καταφέρνοντας να ξεπεράσουν την αντανάκλασή τους, την ανεπαίσθητη αυτή διαφορά ανάμεσα στο εγώ και στο εκείνο τους, διαπερνούν βολίδα το τζάμι αναζητώντας έξοδο.

Πλάνητες σαν κι εμένα μόνο να φληναφούν ξέρουν.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: