Ένας Οδηγός Μουσείου που δεν πρέπει να τον φάει η λησμονιά

Ζωή Μυλωνά, «Μουσείο Ζακύνθου» (ΥΠΠΟΑ, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων & Απαλλοτριώσεων, Αθήνα 1998)

Ένας Οδηγός Μουσείου που δεν πρέπει να τον φάει η λησμονιά

Σύμφωνα με την πασίγνωστη φράση του Μαλαρμέ, o κόσμος είναι φτιαγμένος για να τελειώσει σ΄ένα ωραίο βιβλίο (le monde est fait pour aboutir a un beau livre: περιλαμβάνεται σε δημοσιευμένη συνέντευξή του στον δημοσιογράφο και συγγραφέα Jules Huret, τo 1891). Ένα τέτοιο βιβλίο είναι αυτός ο οδηγός.    

Η ατμόσφαιρα στο νησί έχει «λάμψιν φλογώδη» που στις παρυφές της περιβάλλεται από το γαλανό τού ουρανού όπως εκείνο των προφητών από το ναό της Παναγίας Φανερωμένης (18ος αι.), ή της πανοραμικής υδατογραφίας του λιμανιού (18ος αι.). ΄Ισως για τον μυημένο επισκέπτη που αντικρίζει το νησί πλησιάζοντας με το βαπόρι. Όμως άλλο η ατμόσφαιρα και άλλο η οικιστική πραγματικότητα μιας ακόμη χαμένης πόλης, τη φορά αυτή από ολέθριο σεισμό (1953). Η πόλη ξαναχτίστηκε σταδιακά, με αντισεισμικό βέβαια κανονισμό, αλλά άρρυθμα δυστυχώς. Ελάχιστα μέρη θυμίζουν κάπως το παρελθόν, ίσως η πλατεία του Σολωμού και του Αγίου Μάρκου. Στην ατμόσφαιρα, ωστόσο, πετάνε στίχοι των μεγάλων ποιητών, ομιλίες του λαϊκού θεάτρου, αρέκιες, καντάδες, άριες από όπερες, όλα αδέσποτα και οικτρά ξεκομμένα από το προσεισμικό οικιστικό περιβάλλον. Μία ιδέα για αυτό θα μπορούσε κανείς να πάρει από τις πληροφορίες και τη σχετική βιβλιογραφία, μερικές επιλεγμένες φωτογραφίες που παραθέτει η συγγραφέας, και, κυρίως, από τη μακέτα του Γιάννη Μάνεση που εκτίθεται στο σημερινό Μουσείο, καρπό πολύχρονης εξαντλητικής εργασίας (βλ. σσ. 479-481 φωτογραφία και πληροφορίες για την μεθοδολογία της κατασκευής της που κράτησε δεκατέσσερα χρόνια).

Το Μουσείο της Ζακύνθου αποτελεί μία κιβωτό της μεταβυζαντινής και νεότερης ζωγραφικής τέχνης, ένα σταυροδρόμι επιρροών και συγχωνεύσεων. Το μεγαλύτερο μέρος των εικόνων και των τοιχογραφιών σώθηκε με τις ενέργειες του αείμνηστου Μανόλη Χατζηδάκη –στη μνήμη του οποίου αφιερώνεται το βιβλίο–, τότε διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη. Τον είχα γνωρίσει κάποτε κατά τα μέσα της δεκαετίας του ΄70. Είχε περάσει από το Μουσείο της Καβάλας. Θα τον έπαιρνες για θεοσεβούμενο ψάλτη ή επίτροπο εκκλησίας. Του είχα πει ότι ως φοιτητής είχα κάνει μία εργασία για τον Μιχαήλ Δαμασκηνό που είχε αρέσει στον Πελεκανίδη και πολύ το χάρηκε. Έχει δύο Δαμασκηνούς αυτό το μουσείο…

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: