Ο Ρεπουμπλικανικός πόλεμος κατά του πολιτισμού

Θ. Οικονόμου, «Το άγαλμα» (Μολύβι σε ψηφιακό χαρτί)
Θ. Οικονόμου, «Το άγαλμα» (Μολύβι σε ψηφιακό χαρτί)


______________
Γράμματα από τις Διασπασμένες Πολιτείες της Αμερικής, 1
___________________


Αυτή η καινούρια μηνιαία στήλη του Χάρτη θα έχει ως θέμα της την θυελλώδη πολιτιστική ζωή των Πολιτειών που δεν είναι πια Ηνωμένες ― μια διάσταση της σημερινής αμερικανικής πραγματικότητας που είναι λιγότερο γνωστή από την πολιτική και κοινωνική ζωή της αλλά εξ ίσου σημαντική. Οι Πολιτείες της Αμερικής είναι πλέον πολιτισμικά διασπασμένες καθώς τη θέση της (φαινομενικά τουλάχιστον) ενιαίας και εθνικής κουλτούρας έχουν πάρει οι εμφύλιοι πόλεμοι για την καταγωγή και την ταυτότητά της. Η στήλη θα επικεντρώνεται στην εκστρατεία του Ρεπουμπλικανικού καθεστώτος (δηλαδή όχι μόνο της κυβέρνησης Τραμπ αλλά γενικά των αντιδραστικών μηχανισμών προπαγάνδας, ελέγχου και καταστολής) ενάντια σε όλες τις πολιτιστικές καινοτομίες των τελευταίων ογδόντα ετών. Ξέρω πως τα πράγματα είναι σύνθετα όμως θα μιλήσω σχηματικά για να δώσω με λίγα λόγια μια αδρή περιγραφή της βαθιάς πολιτισμικής διάσπασης που διατρέχει τη χώρα.
Τη δεκαετία του 1960 συνέβη στην Αμερική μια μεγάλη αριστερο-αναρχική επανάσταση στο χώρο της αυτογνωσίας και της αυτονομίας που έγινε πρώτα γνωστή ως counter-culture: η κουλτούρα (τέχνη, σκέψη κι επιστήμη) άρχισε να αμφισβητεί ριζικά συλλογικούς και προσωπικούς κανόνες που κυριαρχούσαν από την εποχή του Διαφωτισμού, περίπου δυο αιώνες νωρίτερα. Από εκείνη τη δεκαετία υποτιθέμενες οικουμενικές αξίες και πανάρχαια κριτήρια εξετάζονται ιστορικά και αμφισβητούνται φιλοσοφικά. Θεμελιώδεις Δυτικές ουσιοκρατικές έννοιες που κανονικοποίησαν θεσμούς (όπως η αυθεντία, η κυριαρχία, η πίστη, η παιδεία, η οικογένεια και η εθνότητα) αποδομούνται και γενεαλογούνται. Πανίσχυρα καθεστώτα από την αποικιοκρατία ως τον νεοφιλελευθερισμό καταδικάζονται για τις απολυταρχικές μεθόδους τους. Η κριτική σκέψη, έρευνα και δημιουργία δείχνουν πως αρχές και ταυτότητες δεν είναι προαιώνιες και πανανθρώπινες αλλά ρευστές και διαπραγματεύσιμες. Βαθμιαία φτάσαμε στην παγκόσμια διάχυση της πολιτισμικής σχετικότητας και του κουίρ (του υβριδικού, του απροσδιόριστου, του μεταβαλλόμενου, του επιτελεστικού), σε μια ανεξάντλητα επινοητική εποχή όπου φαίνεται πως όλα επιτρέπονται και εξασκούνται – όχι μόνο ως ελευθερία λόγου αλλά και ως τρόπος ταυτότητας και ζωής.
Η πολιτική και οικονομική εξουσία που επιβλήθηκε μεταπολεμικά πανικοβλήθηκε από αυτή την πολιτισμική επανάσταση, τη συστηματική κριτική της νεωτερικότητας, και ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, και ειδικά με την διεφθαρμένη Ρεπουμπλικανική κυβέρνηση Νίξον, άρχισε να αμύνεται τόσο με βίαιη καταστολή της αμφισβήτησης όσο και με βιοπολιτικό έλεγχο των πληθυσμών. Όμως στο τέλος του 20ού αιώνα αντιλήφθηκε πως, όσο αδίστακτα κι αν κυβερνούσε, δεν μπορούσε να παράγει ιδέες και έργα, κι έτσι μειονεκτούσε πολιτιστικά με αποτέλεσμα να μη μπορεί ποτέ να πάρει ιδεολογικές πρωτοβουλίες και μόνο να αντιδρά καθυστερημένα και υστερικά στις πρωτοποριακές προκλήσεις και εγκλήσεις. Κήρυττε αλλεπάλληλους πολιτισμικούς πολέμους και τους έχανε όλους. Αποφάσισε λοιπόν σταδιακά να αλλάξει τακτική και να στραφεί εναντίον του πολιτισμού που κατάφερνε να θέτει τους όρους κάθε αναθεώρησης και διαμάχης.
Αφού δεν μπορούσε να προσφέρει τίποτε πρωτότυπο στη σκέψη, την έρευνα και την τέχνη, παρά μόνο να τις κατηγορεί, πήρε την τολμηρή πρωτοβουλία να τις απορρίψει συλλήβδην. Έτσι ξεκίνησε τη δική της αντεπανάσταση, κηρύσσοντας πως όλος γενικά o πολιτισμός, που μεγάλο μέρος του πληθυσμού παρακολουθούσε και εκτιμούσε, στην πραγματικότητα περιφρονεί το κοινό του και είναι άξιος ανάλογης μεταχείρισης. Ενώ ο συντηρητισμός παλαιότερα υποστήριζε την ατομική καλλιέργεια και υπερασπιζόταν το κοινό γούστο, τώρα καταδικάζει την γνώση και τη δημιουργία, μποϋκοτάρει τους θεσμούς τους και προωθεί απροκάλυπτα την αγραμματοσύνη, την ασχετοσύνη και τη χυδαιότητα.
Η στρατηγική αυτή βρίσκει την αποθέωσή της στο σημερινό Ρεπουμπλικανικό καθεστώς το οποίο διεξάγει ολομέτωπο αγώνα ενάντια σε κάθε πολιτιστική έκφραση και διερεύνηση με σκοπό να κυβερνήσει όχι μόνο οικονομικά και δικτατορικά αλλά και σκοταδιστικά. Ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, ο φονταμενταλισμός, ο σεξισμός και άλλες μισαλλοδοξίες κινητοποιούνται στην πολιτισμική σφαίρα εμπνέοντας μίσος για κάθε πειραματική και αναθεωρητική στάση της κουλτούρας, αποκαλώντας δημαγωγικά τους φορείς της «ελίτ» και προστατεύοντας έτσι την οικονομική ελίτ από κάθε κριτική. Παρουσιάζουν τον πολιτισμό σαν μια «πέμπτη φάλαγγα» και καλούν τον πληθυσμό να βρίσκεται σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση.
Πώς καταφέρνουν να στρέφουν τόσο πολύ κόσμο ενάντια στην καλλιέργεια, την ευρυμάθεια και την ενημέρωση; Εδώ έχουμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον φαινόμενο. Οικειοποιούνται το λεξιλόγιο του ριζοσπαστικού πολιτισμού και το στρέφουν εναντίον του. Έπαψαν να επικαλούνται ανθρωπιστικές αξίες, αφού δεν είναι πλέον αξιόπιστες, και αντίθετα επικαλούνται προς όφελός τους την αριστερή ρητορική που αμφισβήτησε την ιδεολογική ηγεμονία τους (ελευθερία λόγου, πολιτική ορθότητα, θυματολογία, εκπροσώπηση μειονοτήτων, δικαιωματισμό, αστάθεια αξιών). Κάνουν αναφορές σε ταυτότητες, ελευθερίες και μειονότητες για να κατοχυρώσουν τα δικαιώματα των μόνων γνήσιων θυμάτων, που υποτίθεται πως είναι οι λευκοί ετερόφυλοι άνδρες ευρωπαϊκής καταγωγής και περιορισμένης καλλιέργειας! Χρησιμοποιούν το γεγονός πως ο πολιτισμός αμφισβήτησε εκ των έσω την εξουσία των ειδικών για να ισχυριστούν πως η γνώμη του ειδικού (του γιατρού, μηχανολόγου, συνταγματολόγου, ιστορικού, χημικού κλπ.) δεν έχει καμιά αξία και δεν πρέπει να λαμβάνεται ποτέ υπ’ όψιν. Στον αιώνα μας, η Δεξιά χρησιμοποιεί επιθετικά για πρώτη φορά Αριστερή ορολογία για να σπείρει σύγχυση και να φιμώσει τον προοδευτικό λόγο της επιστήμης και της δημιουργίας.
Το βλέπουμε στην καθημερινή αντι-πολιτισμική κινητοποίηση του Ρεπουμπλικανικού καθεστώτος με την υποστήριξη ισχυρών θεσμικών δυνάμεων του Δημοκρατικού τόξου: απόκρυψη βιβλίων, έλεγχος εγχειριδίων, λογοκρισία ομιλιών, απαγόρευση θεμάτων, απόλυση προσωπικού, μείωση χορηγιών, αποθάρρυνση συνεργασιών, ακύρωση παραστάσεων, ματαίωση εκθέσεων, αστυνόμευση συλλογών. Πρόκειται για ένα νέο Μακαρθισμό. Το πρωτοφανές σε αυτή την αντεπανάσταση είναι πως δεν γίνεται (όπως στο παρελθόν) στο όνομα παραδοσιακών αξιών αλλά για να προωθήσει όσα ο πολιτισμός αποδοκιμάζει – το ευτελές, το εκδικητικό, το προσβλητικό και γενικά ό,τι ενισχύει διακρίσεις και συγκρούσεις μεταξύ ανθρώπων.

Ζω την αμερικανική κουλτούρα άμεσα και ενεργά εδώ και 45 χρόνια ως καθηγητής Νέων Ελληνικών σε δύο πολυπληθέστατα πολιτειακά πανεπιστήμια και έχω παρακολουθήσει την εξέλιξη που περιγράφω εδώ. Η επίθεση του Ρεπουμπλικανικού καθεστώτος κατά της τόσο επιτυχημένης πολιτισμικής επανάστασης του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα είναι χωρίς προηγούμενο. Αφού οι προοδευτικές δυνάμεις πρωταγωνιστούσαν μεταπολεμικά στα πολιτιστικά πράγματα, και αφού οι συντηρητικοί δεν κατάφεραν να τις ανταγωνιστούν λόγω έλλειψης ιδεών και έργων, η μόνη λύση είναι να καταστραφεί η δημόσια σφαίρα τής κουλτούρας, το πεδίο που δημιούργησε ο Διαφωτισμός για να αντισταθεί στην τυραννία της θεοκρατικής μοναρχίας. Και αυτό επιτυγχάνεται με το να εκμεταλλεύονται οι συντηρητικές δυνάμεις την ριζοσπαστική αυτοκριτική του πολιτισμού για να τον καταστρέψουν, αφού δεν μπορούν να τον ελέγξουν, και να τον αντικαταστήσουν με τον άρτο και τα θεάματα μιας βαρβαρότητας που καυχάται και βρυχάται.



_____________
Το άρθρο αυτό επαυξάνει παρατηρήσεις που έκανα στο άρθρο μου «Ο πόλεμος της εξουσίας κατά της κουλτούρας» (21 Νοεμβρίου 2024).

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: