4 ποιήματα από τη «Σφακτηρία»

4 ποιήματα από τη «Σφακτηρία»



Κατάδικοι

Αστραφτερά λευκάζουνε τα μάρμαρα κι οι βράχοι
Χύνει η Σελήνη γάλα-άναμμα, δηλητήριο
της νύχτας καίει τρυφερό το δέρμα. Μείναμε μονάχοι
όπως λάμπουνε τα κάγκελα στο κρατητήριο.

Φεύγουνε νυχτερίδες οι ψυχές μας, ένα με τα κύματα
για του ορίζοντα την ανοιχτή απεραντοσύνη.
Σώματα αλυσσωμένα, στις καδένες σφαλιστά
σκουριάζουν, μαχαιρώνονται, δίχως ελεημοσύνη.

Δεν ἔχει πού να κρατηθείς, τα σίδερα να σπάσεις
κάμερες πάνω, διπλοπλέγματα ηλεχτρικά.
Εσύ, που στέλνεις φεγγαρόσκονη να μας σκεπάσεις
δώσε μας με τα χνούδια της τα σπλαγχνικά

μια στάλα αγάπη, μια ψιχάλα, μια δροσιά
στο κάτεργο ν’ αναβλαστήσει, θαλάσσης φυλλωσιά.
Στραγγίζουν τα κορμάκια μας, κουρέλια μουσκεμένα
στης πίκρας τη βροχή, στης τύψης το αίμα.


Ιμερτή

Ποια είσαι. Πού σε είχα δει πριν γεννηθώ
και με ξεπλένεις στο ελαφίσιο σου το βλέμμα
κι όλο βουρκώνεις κι έχεις στων ματιών σου το βυθό
τον έβενο του θησαυρού πέρα από αλήθεια κι από ψέμα,

να καίει φωσφόρος στης νυχτός τον ερειπιώνα
να ψιθυρίζει αδαπάνητος με φυλλωσιές.
Ποια είσαι; Πού σ’ είχα δει και μου ’βαλες κανόνα
τη στέρηση της πέτρας, του γιαλού τις απλωσιές.

Κατάστικτο μανδύα φορείς με κοιμητηρίου καντήλια
κι όταν σηκώνεται ο καιρός κι ουρλιάζουν οι ανέμοι
σκεπάζεις τα αγριμικά, ανάβεις τα φιτίλια
στις ρίζες κάτω από την άσφαλτο κι ο κόσμος τρέμει.

Με τα σφυρά από φίλντισι κι υδάτινη οσφύ
και του θανάτου μάλαμα στου σώματος το πείσμα
ποια είσαι κι έρχεσαι απ’ το μέλλον κι η βαφή
ποιανού φωτός σού κάρπισε τον ίσκιο και το σείσμα.

Μια πέτρινη λόγχη της γης, στα σπλάγχνα της θαλάσσης
η νήσος τούτη ― κι είμαι ’δώ, ξερή σταγόνα αίμα.
Πάλι έρχεσαι, μου τραγουδάς «μη με ξεχάσεις»
του τέττιγα χρυσή φωνή και της αγάπης ρέμα.




Συγκομιδή

Αργά-αργά το χέρι μου κι ατρέπτως χωματίζει.
Βγάζει γρασίδι ολόμαυρο, χρυσό μελάνι
πονάει κι αναδεύεται κι ολόβαθα ανασαίνει.
Βγάζει δεντράκι με λυγερά κλαδιά.

Με δάκρυ, στάλα-στάλα, το ποτίζω.
Τις πέτρες έκανα ψωμί, τα βότσαλα προσφάι.
Στάθηκα ―μαύρη μου χαρά― στου φεγγαριού το φως
με του λαγού το σκίρτημα, πριν βόλι τόνε φάει.



Χάραμα

Πώς εξομολογούνται τα πουλιά, κατάλαβα μετά. Όταν στην αμμουδιά τον είδα να τα πλάθει με το σώμα του κατάστικτο από πληγές. Φυλλώματα για ν’ απαγκιάζουν να ζωγραφίζει. Έστρωνε χιόνι κυανό η αυγή και τα ορτύκια μούσκεμα στην κρυσταλλένια πάχνη, πέφταν με ανάλαφρα φτερώματα στο γλαυκό βαμβάκι. Φωτεινές τολύπες.
Ύστερα φώλιαζαν μούσκεμα φως, ραμφίζοντας τον λαμπερό στο αίμα του χιτώνα, άρραφο, από νήμα τ’ ουρανού.
«Βοήθει μοι, σε χάνω», φώναξα τρέχοντας. Αλλά ακούστηκε η μπενζίνα, το τάνκερ φάνηκε διάπλατο στον ορίζοντα, να περνά.
Πώς εξομολογούνται τα πουλιά, τότε κατάλαβα και σκίρτησε το χέρι μου και κάηκε.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: