Του έλειπαν οι λέξεις

Μαρία Μπαχά, «Σολωμός» (15x247)
Μαρία Μπαχά, «Σολωμός» (15x247)

Αχ! που ’ν’ ο ύπνος ο γλυκός και τ’ όμορφ’ όνειρό του.[1]


Ο ποιητής δεν μπορεί να κοιμηθεί. Θέλει να συμπληρώσει το ημιτελές, διαβλέποντας τα υπόλοιπα και ακόμα περισσότερα.[2] Οι αισθήσεις τον απορροφούν από τα εξωτερικά, τα οποία ή τον τραβούν με τα κάλλη τους, ή τον βιάζουν με την ανάγκη και με τον πόνο, έως εις τη βεβαιότητα του θανάτου.[3] Τα κανόνια δεν ακούγονται πια απ’το Μεσολόγγι, όμως μέσα του βροντούν, χρόνια αργότερα, και η λιμνοθάλασσα είναι μια έκταση σπαρμένη τυχαία κι εκχερσωμένη. Η απειλητική βοή του ανυπόμονου στρατού έσβησε, όμοια με τον άνεμο που βρίσκει στον βράχο.[4] Αλλά τα ερωτήματα εγείρονται τεράστια: Πώς πάει το Έθνος; Πώς πάνε οι δουλειές; Πώς πάνε οι κληρονομιές και οι περιουσίες; Στρίβει ο Διάβολος τα κέρατά του σαν μουστάκι.
Η έμπνευσή του, εγκεφαλική. Ο ποιητής θέλει να αποχωρίζεται διαρκώς το σταθερό έδαφος της τετελεσμένης εκφραστικής προσπάθειας,[5] γι’αυτό και δεν τελειώνει τα ποιήματά του. Για το ξεχείλισμα της ψυχής! Είναι στο Χρυσό Βιβλίο πια, γιατί είναι ο γιος του Conte Solomone. Ή μήπως δεν είναι; Μήπως ο πατέρας αυτός ποτέ δεν τον αγάπησε σαν legitimo;[6] Che nascità![7] Ο ποιητής ζει στην οριακή γραμμή ανάμεσα στους κανονιοβολισμούς της Επανάστασης και στην εικόνα της μάνας του. Μα, κι εκεί ακόμα, έφτασε μ’ασπούδα.[8]
Είναι κι αυτός ένας ποιητής της μελαγχολίας του πολέμου. Και δεν ξέρει από πού βαστά η σκούφια του. Η πατρίδα των προγόνων του; Είναι χαμένη στην Ανατολή, εκεί όπου οι τέχνες του κορμιού ανθούν. Κι η μάνα του; Η μάνα του μεγάλος πόνος.
Η Αντζέλικα, τόσο παραγνωρισμένη! Από τη Μάνη, ήταν κι αυτή μια Moriotta, και οι γυναίκες οι Μοραḯτισσες δεν αστειεύονται.

Να μπάσεις δραματικά την περιγραφή για τις Μοραΐτισσες που έρχονταν. Οι βάρκες γεμάτες που λες και θα βουλιάξουν. Παιδιά, γέροι και γυναίκες (κι ούτε ένα παλικάρι).[9]

Tον βασανίζει η εικόνα της μάνας του. Είναι η μορφή η ιδανική, που με τα συναισθήματα που τον κατακλύζουν του βγαίνει αμαυρωμένη.[10] Εξιδανικεύει τη γυναικεία αυτή μορφή που τον εμπνέει, τη θυματοποιεί, τη φαντάζεται δεμένη στον στύλο, μάρτυρα μιας αδιάφθορης καθαρότητας.
Η μορφή της αναδίδει ένα άρωμα από μισομαραμένους πανσέδες, βιολέτες, χαμομήλια και αποξηραμένα κλαδάκια δεντρολίβανου που τα φυλάει με επιμέλεια στο κομοδίνο της.[11]
Ο ποιητής ακουμπά το χέρι του στο γραφείο και χαζεύει μιαν αχτίδα ηλιακή που μπαίνει στο δωμάτιο diagonalmente.[12] Μένει εκεί, να βλέπει το μπράτσο του πάνω στο γραφείο orizontalmente[13] και να φτιάχνει φανταστικές γωνίες στο κενό, μαζί με τις σκαλωσιές της σκόνης. «Η σκόνη πολύ δυνατή, σαν την καταγωγή μας», σκέφτεται ο ποιητής, που το ζακυνθινό αρχοντολόι τον αηδιάζει. Είναι ένας ακόμη ποιητής στο λυκόφως. Όμως, του λείπουν οι λέξεις για να το πει, κι έτσι μένει infinito. Τις λέξεις πάντα τις αγόραζε, όσο όσο. Ξαμολιόταν στα χωριά και έκαμνε συλλογές από λέξεις. Έπινε καφέ και συζητούσε αναζητώντας λέξεις στα χείλια του καφετζή. Έτρωγε με ανθρώπους του χωριού κι έστηνε αυτί, γιατί του λείπανε λέξεις. Λυρισμός αβυθομέτρητος. Φράσεις ελλειπτικές, κείμενο δύσληπτο. Ένα τεράστιο δέντρο με νοήματα που απλώνει τα κλαδιά του, ο ποιητής όμως νιώθει πως λείπουν ζωτικοί χυμοί.

Πιος ιχε πι που σούμελε πέτρα να βγαλις ρόδο;[14]

Η μάνα του, μια mantenuta,[15] με τα μαλλιά της ανάκατα και κατακόκκινα από το κλάμα, τώρα να! Τη βλέπει απέναντί του στα δικαστήρια, εκτεθειμένη, φεγγαροκρουσμένη, transparente,[16] αυτήν την προδότρα την Αντζέλικα που στάθηκε απέναντί του στο δικαστήριο, τον κοίταξε στα μάτια, με αγάπη βέβαια, όμως η προδοσία προδοσία, γιατί ξεκάθαρα ήταν μιλημένη, δεν μπορεί, γι’αυτό και ήρθε το απροσδόκητο και τον πίκρανε, όταν η Αντζέλικα σηκώθηκε, μάζεψε τα κόκκινα μαλλιά της, άπλωσε το χέρι στο Ευαγγέλιο και πήρε το μέρος του αδερφού του, του Giovanni:[17]

Όταν μια γυναίκα παραδίνεται έτσι όπου τον Έρωτα ποιεί ξαδέλφι με το Χάρο, πώς διάβολο μπορείς να ξέρεις τίνος παιδί είσαι;[18]

Κι επιτέλους, να που πριν από λίγο κατάφερε να κοιμηθεί και να δει τον incubo:[19] στη μια μεριά της ζυγαριάς ο ίδιος, στην άλλη μια τρίχα απ’τα μαλλιά της Αντζέλικα, μια τρίχα με το θερμό το χρώμα. Αυτή η πτήση είναι μια πτήση γνώριμη, δεν θες παραισθησιογόνες ουσίες για ν’απογειωθείς, αρκεί να μισοκλείσεις τα μάτια και όλα θα έρθουν πίσω αυτούσια, οι εικόνες, οι μυρωδιές γαζίας στη Μπόχαλη, η μούχλα των κλιμακοστασίων, οι σκοτεινές στοές στους δρόμους

Καλ' όνειρο, στη Ζάκυνθο τίναξε τα φτερά σου.[20]

Πετάει με τη σκέψη πίσω στο Ζante, τότε που ήταν μικρός, και του’ρχεται η μορφή του οικοδιδάσκαλού του, του Αbbé Don Santo Rossi. Αδιάλειπτη προσευχή, ωφέλιμες αφηγήσεις, η ζωή ενός εφήβου. Δυσάρεστες μνήμες; Όχι ακριβώς. Αυτή είναι η αγάπη των γερόντων: σ’ αγκαλιάζουν και ζεσταίνουν, πραγματικά, την ψυχή σου!…Πρόωρα γερασμένος, αυτό ήταν: ένα πρόωρα γηρασμένο παιδί.

Στα δέκα του χρόνια, στο Liceo di Santa Catharina, στη Βενετία, «ήταν αδύνατο να υποταχθεί εις την αυστηρότητα του σχολείου ήδη μαθημένος να μην αισθάνεται άλλον χαλινόν ειμή της αγάπης.»[21] Και μετά, στο Liceo στην Κρεμόνα, όμως είναι όλα δύσκολα, όλα δυσάρεστα. Όταν, το 1815, σπουδάζει στην Παβία, nella città delle cento torri[22] o ποιητής γνωρίζει ένα σωρό κόσμο. Ο Vincenzo Monti μιλάει με τον νεαρό ποιητή για τις εικόνες και τους ποικίλους συνδυασμούς τους. Κι εκείνος, στριφνός και δύστροπος χαρακτήρας από μικρός, γυρνά και ρωτάει τον Ιταλό για τις πρώτες πηγές, απ’ όπου αναβλύζουν οι εικόνες.
Δεν σταματά να καίγεται η καρδιά του. Δεν αφήνει όμως να ξεπερνάνε τα όρια οι ορμές της παθιασμένης καρδιάς και τα πετάγματα του θερμού νου. Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει.[23] Ο Μonti θυμώνει.[24] Οι στίχοι δίνουν και παίρνουν. Τα φθινόπωρα τα διαδέχονται παγωμένοι χειμώνες. Στην Ελλάδα τα πράγματα αλλάζουν. Πρέπει να γυρίσει, κι ας μην υπάρχουν τίτλοι ακόμα, κι ας μην υπάρχουν περγαμηνές, γιατί εκεί υπάρχει η χρυσή και η μαύρη πέτρα, το χλωρό χορτάρι, κι εκεί τρέμει η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.
Μαζεύει τα λιγοστά του υπάρχοντα: δυο κιβώτια με βιβλία. Τα λιγοστά του ρούχα, τα λιγοστά του γρόσια. Θα κάνει μια τελευταία βόλτα από το σπίτι του Giuseppe, και το αντίο θα είναι δύσκολο. Γιατί όλα αυτά τα δέκα χρόνια πέρασαν σαν νερό, τώρα είναι μεγάλος άντρας πια. Τελικά είναι αριστοκρατικά υπέροχο να μένεις μόνος, μαραζώνοντας σαν κενό κέλυφος, στερημένος από την αγκαλιά του άλλου.[25] Πρέπει να γίνει αυτός ο αποχαιρετισμός, οπωσδήποτε, όσο σκληρός κι αν φαίνεται. Θα πάει, θα χτυπήσει δυνατά το μεταλλικό ρόπτρο στην εξώθυρα, κι εκείνος θ’ανοίξει. Θα του ανακοινώσει την απόφασή του, απόφαση ιερή, λίγο ως πολύ. Και, φεύγοντας, δεν θα γυρίσει καν να κοιτάξει πίσω του. Γιατί όταν θα φύγει απ’την Παβία οριστικά, ο Giuseppe Montani θα αναλυθεί σε κλάματα.[26]
Ανακαλεί την εικόνα: στα είκοσί του επιστρέφει στην πατρίδα του με την προσδοκία να ξαναδεί τη μητέρα του και την επιθυμία να γίνει ποιητής. Οι πολιτικές ταραχές έχουν κάπως καταλαγιάσει. Πώς πάει το Έθνος; Πώς πάνε οι δουλειές; Πώς πάνε οι κληρονομιές κι οι περιουσίες;
Όταν πια η Ελλάδα θα ελευθερωθεί, ο ποιητής θα απολαμβάνει τις πρώτες τιμές. Θα φιλοξενείται στα Μουράγια της Κέρκυρας,[27] παραθέτει γεύματα σε φίλους όπως τον Βαλαωρίτη, τον Παράσχο, τον Ραγκαβή, τον Ζαλοκώστα και τον Ρεγάλδη, τον Πολυλά και τον Λασκαράτο. Με τον Κάλβο, ουδεμία σχέση. Θα βολτάρει περνώντας από την Porta Reale και ανηφορίζοντας τα τείχη. Η αγγλική φρουρά θα παρουσιάζεται στο πέρασμά του. Φεύγοντας, ούτε που θα γυρίζει να κοιτάξει τα ερείπια του κάστρου, που θα κλαίνε κι αυτά από πίσω του.
Λίγη ώρα αργότερα θα κατηφορίζει στη Σπιανάδα φορώντας μαύρη ζακέτα, μαύρο λαιμοδέτη, άσπρα γάντια, άνθος γαζίας στο πέτο και ψηλό καπέλο:[28] Σε σκληρότατη θάλασσα τρέχω. Και πανάκι και ξάρτι δεν έχω. Και το πέλαο μουγκρίζει φριχτά. Η γλαυκότη του αιθέρος μαυρίζει, Η φωνή των ανέμων σφουρίζει, Λείπει η τέχνη και δε με βοηθά.[29]

Τελείωσε η αναπόληση. Ο ποιητής κλαίει κι αυτός, όπως τα ερείπια του κάστρου. Γιατί τον πιάνει πάντα η νοσταλγία για την ομιχλώδη οσμή των μεταχειρισμένων βιβλίων. Γιατί του έλειπαν πάντα οι λέξεις. Γιατί θα υπήρχε πάντα ένα κενό. Και γιατί θα γινόταν, τελικά, ο στίχος του ποιητή, μια προσωρινή στιγμή διασταύρωσης ανάμεσα σ'αυτό που έγινε και σ' αυτό που θα’πρεπε να γίνει.[30]


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: