Tύρος, 28 Απριλίου του 1192. Κάνει αφόρητη ζέστη. Ο Κοράδος ο Μομφερατικός, που μόλις έχει διοριστεί ως ο νέος Χριστιανός ηγεμόνας της Ιερουσαλήμ, αφού κόρεσε την πείνα και τη δίψα του δειπνώντας παρέα με τον επίσκοπο του Μποβέ[1], βγαίνει έξω κι ανεβαίνει στο άλογό του, όταν ακούει έναν ύποπτο θόρυβο-αυτή είναι η ανάπλαση της σκηνής που συμφωνεί με ένα από τα χρονικά της εποχής.
Ο σύγχρονος ποιητής συνεχίζει: δύο άγνωστοι άντρες χιμούν με στιλέτα και σκοτώνουν τον Κοράδο μπροστά στα κλειστά μαγαζιά του Σουκ ― λογικά τα μαγαζιά θα πρέπει να ήταν κλειστά, εφόσον η αφήγηση μιλά για νυκτερινή δολοφονία.
Ο ένας από τους δολοφόνους το βάζει στα πόδια και κρύβεται σε μια εκκλησία χριστιανική, όπου μεταφέρθηκε για ασφάλεια ο Κοράδος. Εάν στέκει η αφήγηση και όντως ο Κοράδος πρόλαβε να μεταφερθεί σε έναν ναό, τότε ο κρυμμένος δολοφόνος βρίσκει την ευκαιρία να τον αποτελειώσει με απανωτά χτυπήματα.
Μετά τη σύλληψή τους, οι δύο δολοφόνοι ομολογούν ότι προέρχονται από την Αδελφότητα των Ισμαηλιτών. Κυκλοφορούν φήμες ότι ο εγκέφαλος πίσω από τη δολοφονία είναι ο μυστηριώδης ηγέτης σιιτικής αίρεσης που ζει απομονωμένος στο φρούριο Αλαμούτ, ο Ρασίντ αντ-Ντιν Σινάν[2]. Οι οπαδοί του τον αποκαλούν «ο Γέρος του Βουνού» ή απλώς «ο Πρεσβύτερος».
Και εδώ η φαντασία του ποιητή οργιάζει: φαντάζεται μια καταπράσινη κοιλάδα μεταξύ Συρίας και Ιράν, τη μυθική Κοιλάδα των Ασασίνων. Βλέπει μπροστά του πέτρινα ερείπια φρουρίων της εποχής των Αβασιδών, ξεραμένα ποτάμια και θάμνους. Βλέπει έρημο στο βάθος και εκεί τοποθετεί το κάστρο των Νιζαρί, μιας σιιτικής αίρεσης που προέκυψε από το ισμαηλιτικό σχίσμα του 8ου
αιώνα και πρέσβευε πως διαφύλασσε τα θεμέλια του αληθινού Ισλάμ. Πιο πίσω, υψώνονται οι χιονισμένες κορυφές των βουνών Άλμπορζ, και απόκρημνοι, γυμνοί κόκκινοι βράχοι αντικαθιστούν την πλούσια βλάστηση με τα οπωροφόρα δέντρα.
Πώς να αναπλάσει ―τώρα― την εικόνα του φρουρίου Αλαμούτ; Χρειάζονται περίπου σαράντα λεπτά για να ανέβει κανείς ένα απότομο μονοπάτι γύρω από το βραχώδες ύψωμα για να φτάσει στην πύλη και στην κινητή γέφυρα. Βλέπει απομεινάρια υπόγειων δωματίων, άδειες δεξαμενές νερού και τμήματα των περιμετρικών τειχών. Ο σύγχρονος ποιητής δυσκολεύεται στην αναρρίχηση, γιατί δεν είναι ασκημένος σε κάτι τέτοιο.
Η αμφίρροπη ιστοριογραφία των Χριστιανών
Ο χρονικογράφος Αμβρόσιος[3] παρουσιάζει ένα ηθικά άρτιο πορτρέτο του Κοράδου, συνθέτοντας όλη την αφήγηση του δημόσιου φόνου σύμφωνα με ιπποτικές και φεουδαρχικές αξίες και μετατρέποντας τον Κοράδο σε ίνδαλμα της αντίστασης κατά των Μουσουλμάνων κατά την Τρίτη Σταυροφορία ― αυτό είναι ένα σημαντικό μοτίβο στα Chansons de Geste και στα ρομαντικά μυθιστορήματα, καθώς και στον Γουλιέλμο της Τύρου[4]:
Έβλεπες πολλούς ιπποκόμους
Πολλά ωραία σπαθιά να κρατούν
έβλεπες άλογα να κυλούν […]
έβλεπες πολλούς ανθρώπους να χαίρονται[5].
Η απιστία, η δολοπλοκία και ο φθόνος αποδίδονται επίσης στον Κοράδο τον Μομφερρατικό, με τόσες πλεκτάνες, δολοπλοκίες και σχεδιασμούς κατά της βασιλικής (αγγλικής) εξουσίας και με τη μυστική επικοινωνία που διατηρούσε με τον Φίλιππο Αύγουστο και με τον Σαλαντίν. Επίσης, η παραβίαση των χριστιανικών αξιών επιβαρύνει το ηθικό του πορτραίτο: παρά τις διαμαρτυρίες του Αρχιεπισκόπου του Canterbury, και παρά το γεγονός ότι είχε ήδη παντρευτεί δύο φορές, ο Κοράδος παντρεύτηκε την Ισαβέλλα στις 24 Νοεμβρίου 1190, καταλαμβάνοντας έτσι τον θρόνο της Αγίας Πόλης.
Ο Αμβρόσιος, αντί να θρηνήσει έναν θάνατο καθοριστικό για το μέλλον της σταυροφορίας, δίνει έμφαση στην πάντα απρόβλεπτη εισβολή του Κακού σε ανεξέλεγκτες μορφές και στην παντοδυναμία της θείας Πρόνοιας. Στην αφήγηση της δολοφονίας διακρίνει το χέρι του Θεού, που εκμεταλλεύεται τον φόβο των Σταυροφόρων, όπως ακριβώς στον πρόλογο βλέπει στην πτώση της Ιερουσαλήμ την τιμωρία για τις αδικίες των Χριστιανών.
Στο Χρονικό του Αμβρόσιου[6], τα ηθικά και θρησκευτικά ζητήματα πηγάζουν από τις φιλοδοξίες των Σταυροφόρων, που επιθυμούν να ακολουθήσουν τα βήματα του Χριστού και να φτάσουν στην Ιερουσαλήμ. Προσδοκούν τη νίκη επί των Σαρακηνών, του κατεξοχήν εχθρού που μολύνει την Αγία Πόλη, και την κατάκτηση και υποδούλωση μιας εχθρικής Ανατολής γεμάτης εμπόδια. Διεξάγουν έναν ιερό πόλεμο, όπως τον αντιλαμβανόταν ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, ο αδελφός του Ιωάννη του Ακτήμονα[7].
Για τον σύγχρονο ποιητή, που μεγάλωσε διαβάζοντας τον Ρομπέν των Δασών, η πίστη στον Θεό είναι απόλυτη αλήθεια για κάθε Χριστιανό, αποκλείει de facto άλλες πεποιθήσεις και αρκεί για να κατηγοριοποιήσει τους Μουσουλμάνους ως εχθρούς και διώκτες των Χριστιανών, καθιστώντας τους έναν «ορατό» και πολύ πραγματικό αντίπαλο. Η εξεικόνισή τους στο έργο του Αμβρόσιου δύσκολα διακρίνεται από αυτήν που συναντούμε σε άλλα Χρονικά και στα Chansons de Geste, αυτό του είναι ξεκάθαρο, γι’ αυτό και δεν εμπιστεύεται τα κείμενα εκείνης της εποχής.
Η αβεβαιότητα του σύγχρονου ποιητή
Γιατί, εάν τα εμπιστευθεί, τους Σαρακηνούς θα πρέπει να τους περιγράψει καρικατουρίστικα, περιλαμβανομένου του Σαλαδίνου. Όλα τα σωματικά τους γνωρίσματα (ανατομικές παραμορφώσεις και σκούρο χρώμα δέρματος) και τα ηθικά τους ελαττώματα (ψωροπερηφάνεια) πρέπει να τα κωδικοποιήσει στερεοτυπικά στις περιγραφές του. Το κάθε αντικείμενο και την κάθε κίνηση πρέπει να τα περιγράψει λεπτομερώς — το μπάνιο, την ιππασία, τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, τις αντιπροσωπείες, τις πρεσβείες, τα δείπνα και τις ομιλίες.
Εάν ο ποιητής εμπιστευθεί το Itinerarium peregrinorum και το Gesta Regis Ricardi[8], η ιστορία που θα πλέξει έχει μόνο μιαν επιλογή: να ακολουθήσει τα ίχνη των θρύλων που επινόησε ο Burchard του Στρασβούργου και που τους τροφοδότησαν πολλοί Ευρωπαίοι συγγραφείς, περιλαμβανομένων των Arnold του Λίμπεκ και Jacques de Vitry.
Επιπλέον, δεν είναι σίγουρος σε ποιο σημείο του χάρτη να τοποθετήσει τους Σύριους σεκταριστές που αποκαλούνταν Ασασίνοι: να τους τοποθετήσει στο ορεινό φόντο αυτής της Κοιλάδας που φαντάστηκε;[9].
Άραγε, είχαν αυτοί έθιμα και τελετουργικά; Η στρατολόγησή τους γινόταν όντως σε μια τοποθεσία που είχε το εξωτικό όνομα «Κήποι του Παραδείσου»; Γεύονταν, όντως, εκεί, τις απαγορευμένες ηδονές των γυναικών και του χασίς; Πού τις έβρισκαν τις γυναίκες πάνω εκεί στα άγρια βουνά;
Όντως η ονομασία «ασασίνοι» προέρχεται από το αραβικό hachichiyyin, το οποίο με τη σειρά του προκύπτει από το χασίς;
Όντως, πάνω στις ηδονές τους, εισέβαλλε ο «Γέρος του Βουνού» και τους έβαζε στο χέρι το στιλέτο, στέλνοντάς τους να πεθάνουν στο όνομα του Αλλάχ;
Θα ήταν εξωφρενικό να τα φανταστεί όλα αυτά;
Κάπου διαβάζει πως ο «Γέρος» δάσκαλος των ασασίνων αποκεφάλισε τον πρωτότοκο γιο του, αμέσως, χωρίς δίκη, ύστερα από καταγγελία κάποιου για ένα έγκλημα που έγινε στα τείχη. Λίγες ημέρες αργότερα ο πραγματικός ένοχος ομολόγησε, λέει ο θρύλος, κι αυτομάτως αποκεφαλίστηκε κι εκείνος. Ο Χασάν αποκεφάλισε επίσης και το άλλο αρσενικό παιδί του, επειδή το έπιασε μεθυσμένο. Τα κεφάλια έπεφταν όντως το ένα μετά το άλλο;
Έπειτα: ποια είναι η ψυχολογία αυτών των ανθρώπων; Κυριαρχεί η επιθυμία τους να γευθούν τις πνευματικές ηδονές του παραδείσου;
Πού βρίσκεται, στην αντίληψή τους, αυτός ο υπεσχημένος παράδεισος;
Το βέβαιο είναι πως όλοι οι Σιίτες, και άρα και οι Ασασίνοι, πιστεύουν ότι ο Αλής, ο γαμπρός του Μωάμεθ, επελέγη κατόπιν θεϊκής εντολής να διαδεχθεί τον Προφήτη ως Ιμάμης.
Το αποτέλεσμα του διχασμού των Αράβων σε Σιίτες και Σουνίτες το βιώνουμε έντονα μέχρι σήμερα. Αυτό να μην το λάβει υπόψη του ο ποιητής; Πώς να το αγνοήσει; Αφού αποτελεί βασική αιτία της μελαγχολίας του...
Πώς ο Κοράδος συνάντησε τον θάνατο
Ο σύγχρονος ποιητής, για να βρει πώς ο Κοράδος έφτασε να συναντήσει τον θάνατο στην Τύρο, πρέπει να πάει τρεις ηγεμόνες πίσω: ο πρώτος, ο Αμαλρίκ, ήταν παντρεμένος με την Αγνή του Κουρτενέ και είχε δύο παιδιά, τον Βαλδουίνο και τη Σίβυλλα. Αυτός ο γάμος δεν πήγε καλά, κι έτσι ο Αμαλρίκ παντρεύτηκε στη συνέχεια τη Βυζαντινή πριγκίπισσα Μαρία Κομνηνή και απέκτησε μια ακόμη κόρη, την Ισαβέλλα. Ο Αμαλρίκ πέθανε το 1174 και τον διαδέχθηκε ο γιος του, Βαλδουίνος Δ΄, άκληρος και λεπρός, που πέθανε το 1185 και τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του, Βαλδουίνος Ε΄, ο οποίος ήταν γιος της Σίβυλλας και του πρώτου συζύγου της, Γουλιέλμου του Μομφερατικού, που είχε πεθάνει πριν από τη γέννηση του γιου του. Μέχρι τότε η Σίβυλλα ήταν παντρεμένη με τον Γκυ ντε Λουζινιάν. Όταν ο Βαλδουίνος Ε΄ πέθανε το 1186 η Σίβυλλα έγινε βασίλισσα με τον Γκι ως σύζυγό της.
Ο Σαλαντίν (που είχε αιχμαλωτίσει τον Γκυ ντε Λουζινιάν) ανακατέλαβε σχεδόν όλα τα εδάφη των Σταυροφόρων, με εξαίρεση την Τύρο ― την οποία υπερασπίστηκε ο αδελφός του Γουλιέλμου του Μομφερατικού, ο Κοράδος της ιστορίας μας, που έφτασε από την Ευρώπη ακριβώς την κατάλληλη στιγμή.
Όταν ο Γκι απελευθερώθηκε από τον Σαλαντίν, ο Κοράδος δεν επέτρεψε ούτε σε αυτόν, ούτε στη Σίβυλλα, να κυβερνήσουν στην Τύρο. Μάλιστα, κατά την πολιορκία της Άκρα, η Σίβυλλα πέθανε και ο Γκι δεν είχε πλέον καμία νόμιμη αξίωση στο βασίλειο. Το βασίλειο πέρασε στον πλησιέστερο συγγενή της Σίβυλλας, την ετεροθαλή αδελφή της Ισαβέλλα.
Η Ισαβέλλα ήταν παντρεμένη με έναν ανήλικο σταυροφόρο ευγενή, τον Χάμφρεϊ Δ΄, Λόρδο του Τορόν, αλλά ορισμένοι σταυροφόροι θεώρησαν ότι αυτή ήταν η τέλεια ευκαιρία για τον Κοράδο να εγείρει αξιώσεις στον θρόνο. Τον Νοέμβριο του 1190, ενώ ξεκινούσε η Τρίτη Σταυροφορία, ο γάμος της Ισαβέλλας και του Χάμφρεϊ ακυρώθηκε βίαια και ο Κοράδος παντρεύτηκε την Ισαβέλλα ― με σαφείς ηγεμονικές βλέψεις. Ωστόσο, δεν συμφώνησαν όλοι με αυτό — ο Φίλιππος Β΄ της Γαλλίας και οι Γάλλοι σταυροφόροι το δέχτηκαν, αλλά ο Ριχάρδος Α΄ της Αγγλίας όχι. Με αυτήν τη διχογνωμία να επικρατεί, μέσα στην επόμενη χρονιά η Άκρα ανακαταλήφθηκε από τους σταυροφόρους. Ο Σαλαντίν, ο Ριχάρδος και ο Κοράδος προχώρησαν σε διαπραγματεύσεις: τελικά, τον Απρίλιο του 1192, ο Ριχάρδος συμφώνησε να αναγνωρίσει την ηγεμονική αξίωση του Κοράδου.
Ο απροσδόκητος θάνατος του Κοράδου, δύο μέρες μετά, που είχε τόσο έντονη απήχηση στον κόσμο των σταυροφόρων, αποδόθηκε στους Ασασίνους, μιαν αίρεση γνωστή για τον τυφλό φανατισμό και τις επικίνδυνες αποστολές της. Άραγε, υπάρχει κάποια σκοπιμότητα στη λογοτεχνική ανάπλαση μιας τέτοιας σκηνής σήμερα;
Κορράδος και Ισμαήλ: το παραμύθι ενός φόνου
Οι περιγραφές των διάφορων χρονικογράφων της εποχής διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Οι διαφορές είναι εξωφρενικές, σε σημείο να προβληματίζεται πολύ ο σύγχρονος ποιητής στο τι να πιστέψει και τι να απορρίψει ως ιστορική πλάνη.
Για να συνθέσει, όμως, τη δική του ιστορία, πρέπει να διαβάσει με προσοχή τις εκδοχές όλων των ανθρώπων που έζησαν εκείνη την εποχή και που άφησαν κείμενα για να την περιγράψουν. Από μόνη της αυτή η ενασχόληση γοητεύει τον σύγχρονο ποιητή.
Για παράδειγμα, τη δολοφονία την εξιστορεί κάπως διαφορετικά ένας από τους αξιωματικούς του Σαλαντίν, ο Ιμάντ αντ-Ντιν αλ-Ισφαχάνι[10]. Ο Ισφαχάνι τοποθετεί τη δολοφονία μέρα μεσημέρι, σε δημόσια εμφάνιση του Κοράδου: οι Ναΐτες ιππότες και οι Ιωαννίτες μοναχοί έχουν γονατίσει με χαμηλωμένα τα βλέμματα. Ο Κοράδος μόλις έχει περάσει με την πομπή του από τον ναό της Ανάστασης και το πλήθος έχει ξεχυθεί για να δει τον νέο χριστιανό ηγέτη καθισμένο στο λευκό του άλογο.
Ο σύγχρονος ποιητής αποφασίζει, λοιπόν, να φτιάξει τη σκηνή όπως θέλει ― αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας:
Tύρος, 28 Απριλίου του 1192. Κάνει αφόρητη ζέστη. Ο Κοράδος μόλις έχει αναλάβει την ηγεσία της Ιερουσαλήμ.
«Ξέρεις, Ισμαήλ, όλα αυτά τα χρόνια σε πέρασα από διάφορες δοκιμές για να σιγουρευτώ για την αφοσίωσή σου. Πίστευα ότι ήσουν κάποιος τρελός που ήθελε να με δολοφονήσει για να μην αναλάβω τον θρόνο», λέει χαμηλόφωνα στον εικοσάχρονο Άραβα που βρίσκεται έφιππος δίπλα του. «Σε νιώθω πλέον δικό μου άνθρωπο και πρέπει να σου εκμυστηρευτώ ότι με βοήθησες πολύ να κατανοήσω τον τρόπο σκέψης των ομόθρησκών σου».
Σίγουρος για την ορθή εκτίμησή του, ο Κοράδος αφιππεύει και η προσωπική του φρουρά σχηματίζει έναν κύκλο από σπαθιά και ασπίδες γύρω του, καθώς κατευθύνεται προς ένα ιερό τέμενος των μουσουλμάνων. Ο Ισμαήλ τον πλησιάζει σαν για να του πει κάτι.
Όλοι έντρομοι βλέπουν τότε τον νεαρό Άραβα να σκύβει πάνω από τον νέο βασιλιά της Ιερουσαλήμ, να βγάζει ένα στιλέτο από τον θώρακά του και να το καρφώνει με μανία οκτώ φορές στον ακάλυπτο από την πανοπλία λαιμό του Κοράδου.
Λογικά τα μαγαζιά θα πρέπει να είναι ανοικτά, εφόσον η αφήγηση μιλά για δολοφονία κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού. Η φασαρία από τους εμπόρους καλύπτει τον κρότο της πτώσης του Κοράδου. Οι φωνές τους σκεπάζουν τα βογγητά του, καθώς ανυποψίαστοι συνεχίζουν να διαπραγματεύονται τα χράμια τους, τα μπακίρια τους, τα κοσμήματά τους, τα παστά τους κρέατα.
Ο θόρυβος του Σουκ δεν επιτρέπει να ακουστούν τα λόγια των δυο ανδρών.
Τα μάτια του Ισμαήλ γυαλίζουν.
«Άρχοντά μου, θα μπορούσα να σε σκοτώσω οποιαδήποτε στιγμή. Ήθελα όμως να δουν όλοι τον θάνατο ενός σκυλιού!» κραυγάζει ο Ισμαήλ στον αιμόφυρτο Κορράδο, που πασχίζει να φράξει με τα χέρια του τις τρύπες στον λαιμό του και τους πίδακες αίματος που αναβλύζουν και τον πνίγουν[11].