Ο μελαγχολικός ψίθυρος του πατέρα

Frederic Lord Leighton: «Ο Ηρακλής παλεύει με τον Θάνατο για το σώμα της Άλκηστης». Αγγλία περ. 1869-1871. Λάδι σε καμβά, Wadsworth Atheneum, Hartford
Frederic Lord Leighton: «Ο Ηρακλής παλεύει με τον Θάνατο για το σώμα της Άλκηστης». Αγγλία περ. 1869-1871. Λάδι σε καμβά, Wadsworth Atheneum, Hartford

ΤΙ ΝΑ ΤΟΝ ΚΑΝΕΙ τον ήλιο που δεν φτάνει ως τη μέση του ουρανού; Τι να τον κάνει έναν πατέρα που δεν έφτανε ποτέ ως το αυτί του για να του πει ένα μυστικό; Η μαμά βέβαια προσφερόταν, αλλά το αγόρι ήθελε τον πατέρα. Κι εκείνος ήταν πάντα μακριά, το αγόρι ποτέ δεν τον έφτανε. Μια φορά μόνο είχε κάνει τον κόπο να ρωτήσει τον γιο του τι παγωτό ήθελε και το αγόρι είχε ζητήσει παγωτό μάνγκο. Τότε πήγε και του’φερε ένα χωνάκι βανίλια, που το παιδί το σιχαινόταν, κι έτσι το παγωτό βρέθηκε πεταμένο, λιωμένο και πατημένο στην άσφαλτο (γιατί πήγαιναν για μπάνιο στη θάλασσα και είχαν κάνει μια στάση για παγωτό).

Δεν έφταιγε ο κακομοίρης ο πατέρας, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του: τόσο μπορούσε, τόσο έκανε. Και βιβλία αγόραζε στον γιο του, κι εκείνο το μικρό πράσινο βιβλιαράκι για την αξία της φιλίας του το είχε αφιερώσει, «για τον γιο μου, ώστε να μάθει την αξία της φιλίας», και τα νεανικά του ποιήματα του τα έδειξε μόλις έγινε δώδεκα χρονών. Και μια μέρα που οι κυρίες έπιναν τσάι στο σαλόνι και οι άντρες είχαν κλειστεί στην κουζίνα πήγε το αγόρι και άνοιξε κατά λάθος την πόρτα. Κι όταν είδε τον πατέρα του μαζί με τους άλλους άντρες να χαζεύουν κάτι πορνοπεριοδικά, γύρισε ο πατέρας και του είπε: «όταν θα μεγαλώσεις λίγο ακόμα θα σου πω τι κάνουμε με τις γυναίκες στο κρεβάτι». Λογικό ήταν να τρομάξει το παιδί, που είχε προλάβει να δει αστραπιαία τις φωτογραφίες στα ανοιχτά περιοδικά με τις στάσεις του σεξ προτού τις κλείσουν εσπευσμένα ο θείος και ο νονός και ο μπαμπάς. Τι άραγε κάνουμε με τις γυναίκες; Τις δένουμε; Τις χτυπάμε; Αλλά μέχρι εκεί έφτανε το μυαλό του πατέρα, τι να κάνει κι αυτός; Να μεταμορφωθεί στον ποιητή που προσπάθησε να γίνει- και που ποτέ δεν έγινε;
Τι τον έπιασε τώρα τον γιο, τον ποιητή, και τα σκέφτεται όλα αυτά;
Είναι, μάλλον, επειδή σκύβει πάνω στο προσκέφαλο του γέρου του πατέρα, που πεθαίνει, και τον ακούει να ψιθυρίζει: «Αχ, αγόρι μου, γέρασα!...»
Για τις μανάδες δεν μπορεί να πει πολλά: τα δικά τους τα σφάλματα τα συγχωρούν ευκολότερα οι γιοι (οι κόρες όχι), γιατί συνοδεύονται από χειριστικές κουβέντες όπως «Μάνα είμαι, τι να έκανα;», «Η μάνα ξέρει» και τα λοιπά παρόμοια. Έτσι, οι μανάδες τη βγάζουν καθαρή για μια σειρά εγκλήματα εις βάρος των παιδιών τους. Γενικώς ο κόσμος τείνει να πιστεύει ότι η αγάπη της μάνας είναι άδολη, ενώ τα κίνητρα των πατεράδων επανεξετάζονται. Και σ’αυτό το σημείο (ώ, του παραδόξου!) ο ποιητής θα πάρει το μέρος των ανδρών: γιατί είναι απόλυτα πεπεισμένος ότι, με άλλοθι τους αιώνες αδικίας και παραγκωνισμού που έχουν υποστεί, οι γυναίκες καλύπτουν, συσκοτίζουν, συστηματικά αθωώνουν τον εαυτό τους για τις ασυγχώρητες ενέργειες ευνουχισμού των παιδιών τους στις οποίες έχουν προβεί.
Δεν ήξεραν οι κυρίες τι έκαναν οι άντρες στην κουζίνα ενώ αυτές έπιναν το τσάι τους;

Ήξεραν.

Αν ο πατέρας οφείλει να’ναι ήλιος λαμπερός, με τη σειρά της και η μάνα οφείλει να είναι φάρος αναμμένος, για να βρίσκει το παιδί της τον δρόμο του σ’αυτό το πέλαγο απροσδιοριστίας όπου καλείται να επιβιώσει, εφόσον το ‘φερε στον κόσμο χωρίς να το ρωτήσει.

ΗΣΟΥΝ ΒΕΒΑΙΗ (ρωτά ο ποιητής) ότι το παιδί σου θα έβγαινε αγόρι; Πώς ήσουν βέβαιη; Και τι σημασία έχει, άλλωστε; Σάμπως ισχύει το βιολογικό φύλο; Κόκκινοι κύκλοι κάτω από τα μάτια σου κι αυτή η συγκεκριμένη, απτή έκφανση θηλυκότητας, σ’ένα τόσο μικρό κορμί, που κουβαλούσε ένα άλλο.
Το άλλοτε κομψό κορμί της μητέρας, ξέχειλο από υγρά. Θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερη αίσθηση, υποθέτει ο ποιητής, εφόσον σαν άντρας που είναι δεν μπορεί να ξέρει με βεβαιότητα. Κανένας άντρας δεν μπορεί να ξέρει.
Το πρόσωπο κάθε νέου άντρα που πρόκειται να γίνει πατέρας μεταμορφώνεται σε λιμάνι αγωνίας. Φρέσκιες, νεόκοπες ρυτίδες χαράσσονται στο μέτωπό του, γύρω από τα μάτια, τις αποκαλούν το πάτημα της χήνας, και άλλες ρυτίδες, περισσότερες αυτές, χαράσσονται στα μάγουλα καθέτως, που αυτές τις λένε ρυτίδες έκφρασης.
Όμως είναι ρυτίδες αγωνίας. Μήπως και το βλαστάρι που έρχεται στον κόσμο δεν του μοιάσει, μήπως και δεν υιοθετήσει τις αξίες του και τις στάσεις του απέναντι στη ζωή. Μήπως διαπιστώσει, σε μια μελλοντική αλλά κοντινή στιγμή, ότι το πνεύμα του (και η στύση του ακόμα, αν είναι αγόρι) δεν εκπορεύονται από τη δική του βούληση. Ότι τα διανοήματά της (αν είναι κορίτσι) και η στιγμή όπου θα ξεπαρθενευτεί δεν εξαρτώνται απόλυτα απ’αυτόν.
Και προγραμματίζεται, όσο μπορεί, να γίνει το άγρυπνο μάτι που θα παρακολουθεί αυτό το παιδί κάθε στιγμή, που θα παρακαλεί για χάρη του, που θα το σώζει από τις κακοτοπιές: αυτό κάνουν και οι Πατέρες της Εκκλησίας, αυτό περιμένει κανείς να κάνει και κάθε νέος πατέρας. Σ’αυτόν τον αγωνιώδη ρόλο αποδύεται κι αυτός ο άμοιρος ― τι να κάνει;

Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΜΥΘΟΣ λέει πως ο Απόλλωνας σκότωσε τα τέκνα όλων των Κυκλώπων, γιατί έτσι είθιστο να κάνει κάθε καθώς πρέπει θεός της μουσικής: να σκοτώνει τα τέρατα και να ομορφαίνει τον κόσμο. Όμως ο Δίας, που παρά τις παιδεραστικές του επιδόσεις ήταν κατά βάθος πολύ macho, τιμώρησε τον Απόλλωνα, ταπεινώνοντάς τον: του επέβαλε να δουλέψει ως βοσκός στην υπηρεσία ενός θνητού: του Άδμητου, του «αδάμαστου» βασιλιά της Θεσσαλίας.

«Θνητού» τρόπος του λέγειν, δηλαδή, εφόσον ο Άδμητος είχε στη δούλεψή του έναν τόσο λεπτεπίλεπτο θεό κι εφόσον κατάφερε να τον ρίξει και στο κρεβάτι του. Και τι δεν έκανε από πλευράς του και ο Απόλλων, βέβαια, για να γοητεύσει τον Άδμητο: «τας θηλείας βόας πάσας διδυμοτόκους εποίησεν»,1 τα άλογα του Αδμήτου τα έκανε ωραιότερα από όλα τα άλλα.2 Έλιωσε ο Απόλλωνας και «κάηκε από αγάπη» για τον Άδμητο.3 Αυτή δεν ήταν ποινή, αυτή ήταν η αφοσιωμένη υπηρεσία ενός εραστή,4 ενός θεού που έσκυψε το κεφάλι από λατρεία κι από λαγνεία.5
Ακόμη και την Άλκηστη, που τόσοι την είχαν ζητήσει σε γάμο, την κέρδισε τελικά ο Άδμητος, γιατί κατάφερε να δέσει στον ίδιο ζυγό ένα λιοντάρι κι ένα αγριογούρουνο: εννοείται πως τα άγρια αυτά ζώα τα είχε πρώτα εξουθενώσει ο Απόλλων: όπως οι picadors και banderilleros που τρυπούν με τα βέλη τους και κατακρεουργούν τον ταύρο προτού ο toreador δώσει το άνανδρο τελειωτικό χτύπημα και δρέψει τις δάφνες της βάρβαρης αυτής νίκης.
Όμως, απορροφημένος από τον ανδρικό του έρωτα, ο Άδμητος ξέχασε την Άρτεμη, που έγινε έξαλλη και τον καταδίκασε σε θάνατο. Κι εφόσον η γυναίκα θεά αποφάσισε έτσι, θα γινόταν αυτό που αποφάσισε η γυναίκα θεά. Δεν υπάρχει οδός διαφυγής από το μητριαρχικό κλίμα εδώ στις μεσογειακές χώρες, όσα κι αν ισχυρίζονται κάποιοι για τις γυναίκες ότι υπόκεινται στον έλεγχο των ανδρών, ότι υποτάσσονται στους άνδρες, ότι υπακούουν.
Τρίχες κατσαρές.
Ψεύδη.
Τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει.
Εδώ στις νότιες χώρες, όταν λάμπει λαύρος ο ήλιος του μεσημεριού, όταν καίει κάθετα τα σπαρτά και στα χωράφια ξαμολιούνται οι γυναίκες σφουγγίζοντας το μέτωπό τους, τότε πιάνουν τον κορμό ενός φοίνικα και γεννάνε. Κόβουν με τα δόντια τους τον ομφάλιο λώρο, ζώνονται το παιδί μαζί με την αξίνα, και συνεχίζουν τη δουλειά. Οι γυναίκες πάντα κάνουν το δικό τους: και αν δεν το κάνουν απροκάλυπτα, το κάνουν παρασκηνιακά. Γιατί είναι πιο έξυπνες και πιο ανθεκτικές από τους άντρες.
Οι περισσότεροι άντρες τις μισούν, κατά βάθος, τις γυναίκες τους. Μισούν κυρίως την ερωτική σχέση που αναπτύσσουν οι γυναίκες τους με τα αγόρια τους. Γιατί μόνο ερωτική μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή η σχέση. Γι’αυτό και κάνουν ό,τι μπορούν για να μειώσουν τις γυναίκες, από κόμπλεξ.
Αυτός είναι ο λόγος που οι νιόπαντροι διεκδικούν το bachelor’s party τους αγκαλιά με γυμνόστηθες ερωμένες, αυτές που δεν ζητούν κάτι παραπάνω από την τίμια αμοιβή τους. Γι’αυτό προασπίζονται την πολυγαμικότητά τους, γι’αυτό ψεύδονται καθημερινά ασυστόλως σαν μικρά ανώριμα παιδιά. Γι’αυτό βιαιοπραγούν κατά των γυναικών, γι’αυτό τις βιάζουν. Ο ποιητής το ξέρει: γι’αυτό συστηματικά τις σκοτώνουν.
Μάταια παρακάλεσε την αδερφή του στον Όλυμπο ο ερωτευμένος Απόλλωνας, για λογαριασμό του εραστή του: η εντολή της παντοδύναμης Αρτέμιδας ήταν να κατέβει ο Άδμητος στον Κάτω Κόσμο μια και καλή, και μόνο σε ένα σημείο υποχώρησε: δέχτηκε να πάει στον Άδη όποιος δικός του άνθρωπος δεχόταν, πιθανόν, να πεθάνει στη θέση του. Οι γονείς του αρνήθηκαν, οι φίλοι του αρνήθηκαν, και φυσικά ποιος ήταν ο μόνος που προσφέρθηκε να πάει εθελούσια στον θάνατο για χάρη του Άδμητου; Η Άλκηστη!
Ούτε η Περσεφόνη του Κάτω Κόσμου δεν μπορούσε να το πιστέψει αυτό το πράγμα! Ότι ο Άδμητος δέχτηκε, ο τρισάθλιος, ο παλιοεγωḯσταρος, αυτήν την προσφορά, άσχετα εάν τύλιξε όλα τα κηροπήγια και τις ανθοστήλες του παλατιού του με μαύρα υφάσματα και μυξόκλαιγε, κάνοντας τάχατες ότι πενθούσε. Η Άλκηστη ήταν η δάμαρ, αυτός ήταν ο Αδάμαστος, τι φυσικότερο λοιπόν από το να ξεκάνει τη γυναίκα του;

ΕΙΝΑΙ ΑΜΟΙΡΟ ΠΛΑΣΜΑ ο κάθε άντρας: είναι καταδικασμένος στο έγκλημα. Είναι αβέβαια τα βήματά του στον πλανήτη αυτόν. Είναι μελαγχολικές οι προοπτικές του ως εραστή, ως συντρόφου, ως αδελφού, ως πατέρα. Τα μόνα προνόμια που φρόντισε να διασφαλίσει με την πάροδο των αιώνων είναι αυτά που αφορούν την καριέρα και την οικονομική του αυτάρκεια. Γι’αυτό κι έφτιαξε ένα σκηνικό εγκόσμιας πορείας όπου κατά κανόνα το αρσενικό παιδί χαίρει περισσότερων προνομίων από το θηλυκό. Γι’αυτό τα αγάλματα των Ελλήνων είναι ολόγυμνοι άνδρες που αποξύουν τη λάσπη απ’το κορμί τους.
Είναι με πανουργία κατασκευασμένος έτσι ο κόσμος των αρσενικών (ο κόσμος των ενεργειών τους και, αναγκαστικά, και ο κόσμος των λόγων τους), ώστε να επικρατούν στον έξω στίβο. Επειδή τους είναι αδύνατο να επικρατήσουν και στον έσω στίβο (αυτόν του σπιτού, της θαλπωρής, της τρυφερότητας, της ενσυναίσθησης, της διαίσθησης, της ποίησης και της αναβλητικότητας), φρόντισαν –ιδιαίτερα στους μεσογειακούς πολιτισμούς, και δη στους λατινογενείς και ελληνογενείς, να διαιωνίσουν τα στερεότυπα περί «γυναικείων» και «ανδρικών» ασχολιών. Ώστε να μπορούν μετά να κάνουν τη γενίκευση (βλακώδη και ανεξακρίβωτη) περί «γυναικείων» και «ανδρικών» ιδιοσυγκρασιακών γνωρισμάτων. Ώστε να μπορούν να ξεκινούν κάθε λίγο κι από έναν πόλεμο. Ώστε να μπορούν να βιάζουν τις γυναίκες του εχθρού. Το έγκλημα εγγράφεται στο αίμα τους, γίνεται ζωτικό τους χαρακτηριστικό.

Μα τι τον έπιασε τον ποιητή και τα γράφει σήμερα όλα αυτά, πάνω απ’το προσκεφάλι του πατέρα του που αργοπεθαίνει;
Μπορεί να είναι επειδή βλέπει τόσες γυναίκες να αδικούνται και να βιάζονται καθημερινά από τους άντρες τους και από όλους τους γύρω άντρες. Είναι θέμα κοσμικής δικαιοσύνης να τον ενοχλεί αυτό. Είναι θέμα ισορροπίας, είναι θέμα ποιητικής ευαισθησίας να σε ενοχλεί το ότι η Άλκηστη πήγε στον Κάτω Κόσμο στη θέση του Άδμητου.
Ο ποιητής ξέρει πολύ καλά τι συμβαίνει με τις γυναίκες: οι γυναίκες ντρέπονται για τους συντρόφους τους, γιατί μόλις περνάνε τα πρώτα ντουζένια του έρωτα αρχίζει να αποκαλύπτεται το συμπλεγματικό τέρας που κρύβει κάθε άντρας. Αρχίζει να χλωμιάζει το μεσουράνημά του, να καμπουριάζει το ευθυτενές δέμας, να ωχριά το ίνδαλμά του, να φθίνει η λάμψη του. Οι γυναίκες βλέπουν, αίφνης, μια χλωμή απολογητική ηττοπάθεια στη θέση της άλλοτε γοητευτικής έπαρσης. Συνειδητοποιούν πόσο καιρό έχασαν μ’ αυτόν τον αξιοθρήνητο άνθρωπο. Και σκέφτονται: «Τι να τον κάνεις τον ήλιο που δεν μεσουρανεί;»
Το ενενήντα τοις εκατό των γυναικοκτονιών στις Ηνωμένες Πολιτείες εκτελούνται από άνδρες που δεν πέτυχαν στην καριέρα τους και που αναγκάζονται να ζητούν από τις γυναίκες τους χρήματα. Τι εξευτελισμός, ιδιαίτερα γι’ αυτούς τους Προτεστάντες που αναγκάζονται να δείξουν την αδύναμη πλευρά τους, την ανικανότητα για αποταμίευση, την αδυναμία να φτιάξουν ένα σπιτικό και να το διατηρήσουν! Ο μέσος άνδρας δεν το αντέχει αυτό, ιδιαίτερα αν βρίσκεται σε ηλικία όπου οι άλλοι προσδοκούν από αυτόν το μεσουράνημά του. Να πώς εξηγούνται οι πόλεμοι!
Ο ποιητής δεν θέλει καν να σκεφτεί τι ισχύει για τους άντρες της Ανατολής. Τι συμβαίνει με τους άντρες της δικής του χώρας, που στην εφηβεία τους περιφέρονται πιασμένοι χέρι χέρι, καπνίζουν σίσα και συχνάζουν στα μπιλιάρδα, αφού καλύψουν τα πρόσωπα των γυναικών με μπούργκες και μαντίλες, σαν την Άλκηστη όταν γύρισε από τον Άλλο Κόσμο.

ΕΦΟΣΟΝ Η ΖΩΗ και η ισορροπία του άνδρα καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από το πατρονάρισμα που μπορεί να ασκήσει στους γύρω του, φαντάζεται κανείς τις επιπτώσεις αυτού του συμπλέγματος πάνω στον γιο του...
Θα παίξει το γνωστό μινουέτο, θα πάρει τον γιο του και θα του βάλει κρυφά χρήματα στην τσέπη με τον τρόπο που μόνον αυτός ξέρει. Όλο υπαινιγμούς, όλο προσδοκίες. Τα χρήματα και το προφυλακτικό. Θα τον κάνει να νιώθει ασφαλής και άχρηστος ταυτόχρονα: αυτός άλλωστε είναι ο σκοπός. Θα βρεθεί στο λιμάνι δίπλα του, ένας padre padrone- την ώρα που η σειρήνα του καραβιού κανονικά θα σημάνει την αναχώρηση- για να του επιβάλει τι πρέπει να κάνει, ποιον θα πρέπει να πάρει μαζί του, σε ποιον θα οφείλει να ανάβει στο εξής το καντήλι του και στο όνομα τίνος θα πρέπει να προσεύχεται.
Κι εδώ μπαίνει στην ιστορία θριαμβευτικά Εκείνος.
Ο Ύψιστος των Πατεράδων. Ο Δίας. Ο Γιαχβέ.
Η υψίστη των ψευδαισθήσεων.
Μπροστά σ’Εκείνον, στο εξής, θα πρέπει να γονατίζει το άμοιρο το αγόρι/ποιητής! Κι ας μην Τον φτάνει, κι ας μην Τον πιστεύει, κι ας νιώθει ένα μυρμήγκι μπροστά Του. Σ’ Εκείνον θα πρέπει να απευθύνει τις μύχιες σκέψεις του, τον ερωτισμό του, σ’Εκείνον θα εκμυστηρευθεί τις ανασφάλειές του, τα κρίματά του, τους μικρούς ένοχους αυνανισμούς του. Στο όνομα του Πατρός θα πρέπει να εναποθέσει τις ελπίδες του, εφόσον ο άλλος- ο επίγειος- πατέρας βρίσκεται ήδη χιλιόμετρα μακριά...
Στις θερμοκοιτίδες τους θα κλαίνε εν χορώ τα πρόωρα μωρά. Τα ακριβή οικογενειακά ημερολόγια θα βρίσκονται στο σημείο της εκκίνησης και τα άλμπουμ θα γεμίζουν φωτογραφίες. Οι μανάδες θα τα ξεσκονίζουν και θα τα αρχειοθετούν, θα σημειώνουν πόντο πόντο το ύψος του παιδιού τους στο κούφωμα της πόρτας. Όλα αυτά θα γίνονται ινκόγκνιτο. Ποτέ στα social media, για να μην το ποθήσουν οι παιδεραστές, για να μην το εντοπίσουν οι έμποροι οργάνων, για να μην το ματιάσουν οι ζηλιάρες που δεν έκαναν παιδί, οι στέρφες, οι Γιέρμες. Πάντα στα άλμπουμ και στα οικογενειακά ημερολόγια θα βρίσκεται ο δικός τους ο κανακάρης.
Τα μωρουδιακά θα είναι τακτοποιημένα στα συρτάρια και τα teddy bears στα ραφάκια τους. Και ο βόμβος από τα ζωηρά, ασυγχρόνιστα κλάματα των βρεφών θα έρθει να γίνει ο χτύπος της καρδιάς του νέου πατέρα. Όσο για τη μάνα, εκείνη σταθερά θα είναι πιο ήρεμη. Και πιο εξαντλημένη, στις δάφνες του θριάμβου της. Το παιδί που της έφερε η νοσοκόμα θα της ανήκει ολοκληρωτικά.

ΑΝ Η ΖΩΗ τού κάθε νέου πατέρα εξαρτιόταν, παρ’ελπίδα, από κάτι πιο βαθιά ριζωμένο στη παράδοση, αν εξαρτιόταν, να πούμε, από μια ρίζα πανάρχαια, ίσως τα πράγματα να ήσαν διαφορετικά. Ο ποιητής το ξέρει: ο δικός του ο πατέρας, και ο πατέρας του πατέρα του και ο πατέρας του πατέρα του πατέρα του, και πάει λέγοντας - όλη αυτή η ατελείωτη πατρογραμμική διαδοχή αιώνων έρχεται τώρα να τον πλακώσει.
Κάθε επιτυχία του νέου πατέρα ζητά την επιβράβευση και τη μεγαλοθυμία του δικού του πατέρα. Και το ίδιο ισχύει και για κάθε κακότεχνο φάουλ που διαπράττει. Τακίμι των ανδρών.
Εκεί που ο Άδμητος παρίστανε τον θλιμμένο χήρο, νά ’σου κι εμφανίστηκε ο Ηρακλής, ο υπέρτατος macho, που μόλις πληροφορήθηκε τον θάνατο της Άλκηστης έφαγε κι ήπιε τον αγλέουρα, έγινε τελείως ντίρλα στο μεθύσι, κατέβηκε δυο-δυο τα σκαλοπάτια προς τον Κάτω Κόσμο και «μαχεσάμενος Ἅιδῃ» τον νίκησε τον Χάροντα σαν άλλος Διγενής κι έφερε την Άλκηστη πεσκέσι πίσω στον σύζυγό της .
Όμως την έφερε σκεπασμένη, να μην τη δει το φως, μέχρι να πάρει πάλι το χρώμα της. Δεν έφερε μια πραγματική γυναίκα αλλά ένα άγαλμα σκεπασμένο, σαν τις καλυμμένες γυναίκες στους πίνακες του Magritte, σαν τις καλυμμένες γυναίκες στην Καμπούλ.
Τον έδεσε με δεσμά αδαμάντινα τον Χάροντα ο Ηρακλής. Και το’κανε αυτό στο όνομα της ανδρικής του φιλίας προς τον Άδμητο. Όλα αυτά γίνονται, από καταβολών κόσμου, στο όνομα του ανδρός. Στο όνομα του Πατρός. Και παραμένουν σουρρεαλιστικά και ακατανόητα. Μυστήρια θρησκευτικά, άρα ακατανόητα. Γιατί να διευκρινισθούν; Για να φανεί η δυστυχία του πιο έντονη; Καλύτερα να χαθούν στα κιτάπια των ιερών βιβλίων, των Βίβλων και των Τορά. Καλύτερα έτσι, καταλήγει ο ποιητής.
Λαβύρινθοι σιωπής (που την αποκαλούν «λακωνισμό») περιμένουν τον νέο πατέρα/πρώην ποιητή. Όσο λιγότερα λέει, όσο λιγότερο κλαίει, τόσο το καλύτερο γι’αυτόν. Κρείττον σιγάν.

Τι θλιβερό, τι μελαγχολικό! Περιμένουν οι φωνές των ανθρώπων στην άλλην άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, και είναι όλες αυτές οι φωνές πανομοιότυπες: είναι οι πελάτες των πορνείων που βογγούν, είναι οι ιαχές των φιλάθλων και η μυρωδιά του ιδρώτα τους στα γήπεδα της Κυριακής, είναι οι μονότονες φωνές των παρουσιαστών από το σύντομο δελτίο ειδήσεων των εννέα, είναι ο παπάς που ψάλλει στο όνομα του Πατρός, είναι ο πρωθυπουργός που εκφωνεί το διάγγελμά του, είναι οι λερναίες ύδρες.
Και η φωνή του πατέρα ψιθυρίζει, λίγο προτού πεθάνει, στο αυτί του γιου του, του ποιητή: «Αχ, αγόρι μου, γέρασα. Κοίτα πώς κατάντησα!...»

________________

1] Απολλόδωρος, Γ 10, 4
2] Ιλιάδα Β΄ 763
3] Καλλίμαχος, «Ύμνος στον Απόλλωνα»
4] Πλούταρχος, Amatorius 17· Nουμάς 4.5
5] Οβίδιος, Ars αmatoria 2.239

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: