Δίκη
Προσθέτω την δική μου ακαμψία
τα δικά μου συνοφρυωμένα γράμματα
το παρένθετο τάλαντο
σ' αυτόν που πληρώνει τοις μετρητοίς
Ισοσκελίζει στο κατάστιχο κάτι το λογιστικό
Ενώπιόν του τώρα,
κάτω από το αναλόγιο της έδρας
κάτω από την εικόνα του Χριστού
με φουσκωμένη την δερμάτινη τσάντα
αποδείξεις και παλιόχαρτα
ένσημα που δεν κόλλησα
το τρέμουλο ενός χεριού που του απευθύνεται
Τα αμείλικτα μάτια του αρχαίου νομοθέτη
ο ζυγός και ο πέλεκυς
Όχι η δικαιοσύνη προσωποποιημένη
Είναι δική μου μύχια ευθυκρισία, αυτός.
Και τι άλλο να προσθέσει αυτός;
Εμένα διά της μεθόδου των τριών;
Αντί διαιρέσεως να κάνει πολλαπλασιασμό;
Μόλις που θα αντιληφθεί
τι ποιόν και το απόν μου
αυθάδεια και ένδεια
την έφεση στην ομοηχία
Αν θα με ψάξει
ενώπιόν του θα με βρει
αβρό, προσαρμοσμένο,
πριν εξοντώσει ο ένας τον άλλο
Απ' την αυτοκτονία πολύ πριν.
Τώρα όμως ένα μικρό παιδί προστίθεται ανάμεσα
βαλβίδα καρδιακή
σφήνα μεταλλική
σ' αυτόν κι αυτόν
και τους σωσίες τους
σε αναπαραγωγή στρατού
του Πέρση βασιλιά
σε υπολογιστή
Θα υποδεχθούν όλοι μαζί τον Άγγελο στο δικαστήριο
κι όπως σαλεύει ο αέρας τα μυαλά
θα τραγουδά ο ασώματος ερωτικό τραγούδι
σε ακατάληπτο ρυθμό
Η ποίηση είναι περίπου το ακατάληπτο αυτό.