Ερωδιοί και άλλα ποιήματα του Ρόμπερτ Μπλάι

Ο ποιητής Ρόμπερτ Μπλάι
Ο ποιητής Ρόμπερτ Μπλάι



[ Α Τ Λ Α Ν Τ Ι Κ Ο Σ ]

( Εν εξελίξει ανθολογία μεταφράσεων αγγλόφωνης ποίησης )



Πριν από ακριβώς έναν αιώνα, ο Ρόμπερτ Μπλάι γεννήθηκε στα νοτιοδυτικά της Πολιτείας της Μινεσότα, στην Κομητεία Lac qui Parle (δηλ., στη λίμνη που μιλά). Ήταν νορβηγικής καταγωγής. Υπηρέτησε τη θητεία του στο Ναυτικό.
Σπούδασε στο Χάρβαρντ, σύγχρονος, μεταξύ άλλων, των Έντριεν Ριτς, Φρανκ Ο’Χάρα, Τζον Άσμπερι, Κένεθ Κοκ. Μετά τη φοίτησή του στο Πανεπιστήμιο της Άιοβα (MFA, 1956), ταξίδεψε στη Νορβηγία με υποτροφία του Ιδρύματος Φουλμπράιτ. Εκεί ήρθε σ’ επαφή με τις ρίζες του, αλλά και του αποκαλύφθηκαν –καθοριστικά για τη μετέπειτα εξέλιξή του– αυτά που θ’ αποκαλούσαμε διαχρονικά συμφραζόμενα της παγκόσμιας ποίησης (απ’ τον Ρουμί στον Ρίλκε, τον Τρακλ, τον Βαγιέχο, τον Νερούδα). Κατά τη διάρκεια της δημιουργικής σταδιοδρομίας του, ήταν αδιάκοπη η ενασχόλησή του με τη μετάφραση.
Η πρώτη του συλλογή εκδόθηκε το 1962 (Silence in the Snowy Fields). Σημείωνε ότι τον «ενδιέφερε η σύνδεση μεταξύ ποίησης και απλότητας» και ότι «θεμελιώδης κόσμος της ποίησης είναι ένας κόσμος ενδότερος, που τον προσεγγίζουμε μέσω της απομόνωσης». Θέματά του ο κόσμος της φύσης, η ενόραση, η επικράτεια του παραλόγου. H Μιτσίκο Κακουτάνι επεσήμανε τη «δέσμευσή του σ’ ένα ιδίωμα χτισμένο πάνω στην απλοποιημένη φρασεολογία και τις ελεύθερες συνειρμικές διαδικασίες του ασυνείδητου νου». Αυτοί του οι διασκελισμοί με συνάρπασαν καθώς τον μετέφραζα.
Έναν χρόνο αργότερα, δημοσίευσε το δοκίμιο με τίτλο «Μια λάθος στροφή στην αμερικανική ποίηση». Εκεί υποστήριζε πως –απ’ το 1917 και εξής– της έλειπε ψυχή κι εσωτερικότητα («inwardness», που θα μπορούσε ν’ αποδοθεί και ως ενδοσκόπηση). Υπαίτιους θεωρούσε τους μοντερνιστές (Έλιοτ, Πάουντ, Μουρ, Ουίλιαμς) και ιδεώδη παραδείγματα προς μίμηση, ώστε ν’ αντιστραφεί αυτή η τάση, τους Ευρωπαίους και Λατινοαμερικάνους ποιητές (αυτούς που αναφέρω παραπάνω).
Αντιτάχθηκε σθεναρά στον Πόλεμο του Βιετνάμ, συνεισφέροντας, μεταξύ άλλων, στο αντιπολεμικό κίνημα και την αμοιβή χιλίων δολαρίων του National Book Award για τη συλλογή του The Light Around the Body (1967). Συνενώνει σε αυτήν το ιδιωτικό και το δημόσιο και υιοθετεί τη στάση του παρεμβατικού διανοούμενου.
Εξαιρετικά δημοφιλές, αν και αμφιλεγόμενο, υπήρξε το έργο του Iron John: A Book about Men (1990), κεντρικό επιχείρημα του οποίου ήταν πως οι σύγχρονοι άνδρες καταστρέφονται από την απουσία παραδοσιακών προτύπων πατρότητας και καθοδήγησης, καθώς και τελετουργιών μύησης και μετάβασης. Επηρεασμένος και από τον Γιουνγκ, θεωρούσε πιθανή λύση την εκ νέου ανακάλυψη νοημάτων κρυμμένων στην ποίηση και τη μυθολογία. Χαρακτήριζε τους συμπατριώτες του, Αμερικανούς, φυλή αιώνιων εφήβων, δίχως συμπόνια, ενσυναίσθηση και δημιουργικότητα (The Sibling Society, 1997).
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από Αλτσχάιμερ. Πέθανε στη Μινεάπολη το 2021, σε ηλικία 94 ετών.


    ΕΡΩΔΙΟΙ

Έσυραν τα λιγνά τους πόδια και χορεύουν οι ερωδιοί
στο κρυστάλλινο σπίτι τους πέρα ψηλά κοντά στα σύννεφα.
Σ’ έχω ανάγκη στην άμμο, το χέρι σου αγγίζω και κλαίω.
Σ’ έναν άλλο κόσμο είμαι διαυγής και διάφανος.


                ΤΙ ΚΡΑΤΗΣΕ ΤΟΝ ΟΡΑΤΙΟ ΖΩΝΤΑΝΟ

Άνδρες και γυναίκες περνούν μόνο μια στιγμή στον Παράδεισο.
Οι δυο εραστές βλέπουν τον Τσάρλι Τσάπλιν να τρώει το παπούτσι του,
Και μια στιγμή αργότερα βρίσκονται ξυπόλυτοι στον τάφο.

Ξέρω πως ήθελα πάνω από δυο χρόνια μαζί σου.
Αν η σύζυγός μου ήταν ικανή ν’ απορροφήσει περισσότερη σκληρότητα,
Ίσως να ’χα μπορέσει να πληρώσω τους πύρινους αγγέλους να φύγουν.

Ο νεκρός άνδρας κείτεται στο κρεβάτι με το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του
Να εξέχει∙ χάρη σ’ αυτό το δάχτυλό του
Μπόρεσε να υπομείνει το βάρος του γάμου τόσο καιρό.

Καμιά φορά τρομάζω εκείνο το αγόρι που κοιμάται καταγής.
Κρατάει το κεφάλι του στα μπράτσα του∙ το μόνο που μυρίζει είναι το τρίχωμα
Που απομένει όταν η μαρμότα φαγωθεί.

Υπάρχουν τόσες μαρμότες όσα κι αστέρια,
Οπουδήποτε υπάρχει πληθώρα από κάτι, βρίσκουμε τον μπελά μας.
Είναι η γενναιοδωρία των χιονονιφάδων που μας οδηγεί στην αυτοκτονία.

Τα φτερά των νυχτερίδων είναι οι Σωτήρες των κουνουπιών∙
Κι οι μπακαλιάροι αποζητούν το δίχτυ. Η βεβαιότητα του θανάτου
Ήταν το μόνο που κράτησε τον Οράτιο ζωντανό τόσο καιρό.


                ΠΟΙΗΜΑ ΠΡΟΣ ΕΠΑΙΝΟ ΤΗΣ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ

Στο βαθύ φθινόπωρο, το σώμα ξυπνά,
Και βρίσκουμε στην παραλία λιοντάρια–
Φόβος κανείς.
Ο άνεμος σηκώνεται, το νερό γεννιέται,
Απλώνοντας άσπρα σάβανα σε μια βραχώδη ακτή,
Προς τα πάνω τραβώντας μας
Απ’ τον βυθό της γης.

Δεν ήρθαμε για να μείνουμε ολόκληροι.
Ήρθαμε για να χάσουμε τα φύλλα μας σα δέντρα,
Δέντρα που είναι σπασμένα
Και ξανά ξεκινούν, απ’ τις μεγάλες ρίζες τους τραβώντας∙
Σαν τρελοί ποιητές αιχμάλωτοι των Μαυριτανών,
Άνδρες που εκπληρώνουν
Μια δεύτερη ζωή.

Πως θα μαθαίναμε στη φτώχεια και στα ράκη,
Πως θα γευόμασταν το χόρτο του Ντίλιντζερ,
Και πως θα κολυμπούσαμε στη θάλασσα,
Σε ξηρά όχι πάντα βαδίζοντας πάνω,
Και πως, χορεύοντας, θα βρίσκαμε στα δέντρα έναν σωτήρα,
Ένα σπίτι στο σκούρο γρασίδι,
Και στον θάνατο θρέψη. 


                ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΡΟΜΠΕΡΤ ΚΡΙΛΙ

Λάτρευε το πατινάζ σ’ εκείνο τον μικρό ποταμό όταν ήταν παιδί.
Και του άρεσε να μιλά. Το να μιλάς καλά ισοδυναμεί
Με το «ποτέ να μη λες αυτό που ο άλλος θέλει
Ν’ ακούσει» – σα σκούρα πράσινα φύλλα, που ξεθωριάζουν
Ή λαμποκοπούν. Μια νίκη, φίλε, πράγμα
Θαυμαστό. Προσφέρθηκες να πάρεις μαζί σου στη Βοστόνη
Τον ξάδελφό σου, μα του φαινόταν παράδοξο
Να πάει σε μια πόλη όπου δε γνώριζε κανέναν.
Ο πατέρας σου, γιατρός, μια φορά μιλούσε όλη νύχτα
Στον ασθενή του. Έτσι κι εσύ. Γιατί δε θα ’πρεπε
Να ’μαστε ξεροκέφαλοι; Γιατί να μην εκτρέφουμε κοτόπουλα στις πόλεις;–
Ροκ, Νταρκ Μπράχμα, Ρόουντ Άιλαντ Ρεντ; –
Να μένει πιστός κανείς σε ό,τι αγαπά – θρίαμβος αφοσίωσης.


                ΠΩΣ ΕΖΗΣΕ Ο ΘΟΡΟ 

Ο Χένρι Θόρο εγκατέλειψε τον σκανδαλώδη βίο του
Για να ζήσει ανάμεσα στους γερανούς και τα μυρμήγκια.
Φοβόταν λιγουλάκι τις γυναίκες, μα του κρατούσε
Συντροφιά η ωραία γλώσσα του.
Το ψυχρό βλέμμα του έφερνε σε πολλούς αμηχανία.
Ήξερε κάθε μέρα της άνοιξης το ποιο μπουμπούκι
Θ’ άνοιγε με τόλμη∙ αυτό το παρακολουθούσε.
Κυρίως, ζούσε σε μοναξιά μεγαλόπρεπη.

                ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΥΣΤΕΡΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ ΣΤΟΝ ΒΙΟ ΜΟΥ

Μια σιωπή αιωρείται πάνω απ’ τη γη:
Το γρασίδι σηκώνεται ελαφρά μες στη ζέστη
Σαν το αρχαίο φτερό ενός πουλιού.
Ένα άλογο καρφώνει το βλέμμα του πάνω μου.


                ΚΟΡΑΚΙΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙ

Αυτό οι άνδρες κι οι γυναίκες που σε σπίτια κατοικούν
Δεν το καταλαβαίνουν. Οι παλαιοί αλχημιστές στημένοι
Πλάι στον φούρνο τους το υπαινίχθηκαν χίλιες φορές.

Τα κοράκια τη νύχτα κρύβονται μες στο παπούτσι μιας γριάς γυναίκας.
Ένα τετράχρονο μιλά κάποιαν αρχαία γλώσσα.
Έχουμε ζήσει τον ίδιο μας τον θάνατο χίλιες φορές.

Κάθε πρόταση που λέμε σε φίλους σημαίνει
Και το αντίθετό της. Κάθε φορά που λέμε «Έχει ο Θεός» σημαίνει
Πως ο Θεός ήδη μας εγκατέλειψε χίλιες φορές.

Μανάδες μέσα σ’ εκκλησίες ξανά και ξανά γονάτισαν
Σε καιρό πολέμου για να ζητήσουν απ’ τον Θεό να προστατέψει τους γιους τους,
Και οι προσευχές τους δεν εισακούστηκαν χίλιες φορές.

Το μωρό θαλασσοβούτι ακολουθεί το στιλπνό σώμα
Της μητέρας του για μήνες. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, έχει
Βουτήξει το κεφάλι της στη λίμνη Ρέινι χίλιες φορές.

Ρόμπερτ, ξόδεψες τόσο μεγάλο μέρος της ζωής σου
Κλεισμένος στο σπίτι να γράφεις ποιήματα. Θα το
Έκανες ξανά; Θα το έκανα, χίλιες φορές.



                        ΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΓΓΛΙΑΣ

        Ι
Τη μορφή μες στο σάβανο που παλεύει να βγει απ’ το φέρετρο∙
Τις πνιχτές κραυγές που η θάλασσα βγάζει τη νύχτα∙
Τη μαύρα βράκα που καταριέται το άγριο ποτάμι.

        ΙΙ
Είδα ένα όραμα του Κότον Μάδερ, να οδηγεί
Τους Πουριτανούς προς την πύλη της κόλασης,
Φέγγοντας τον δρόμο μ’ ένα κλαδί από πεύκο που εξέπεμπε σκοτάδι
Και μια μαύρη κλώσα περπατούσε πάνω στο στήθος του.

        ΙΙΙ
Τ’ αγκάθια των δασών της Μασαχουσέτης,
Το μαύρο άλογο στα όνειρα του Κότον Μάδερ,
Το σύννεφο που επί της θαλάσσης περπατούσε
Και την τρελή μορφή που απ’ τα κλαδιά κρεμιέται,
Τη χτένα μες στο αίμα∙ τ’ άλογα στα πισινά τους πόδια όρθια τη νύχτα.


                Η ΑΛΚΗ

Η άλκη της Αρκτικής πίνει στο χείλος της τούνδρας,
αναδεύοντας το νεροκάρδαμο με το στόμα της.
Το νερό είναι τόσο καθαρό, η ψύχρα του απώτατου Βορρά.
Ένας ελαφρός άνεμος μέσ’ απ’ τα βαθιά έλατα περνά.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: