Ο Ρεπουμπλικανικός πόλεμος κατά της ελευθερίας του λόγου

Ξεπακετάροντας το άγαλμα της Ελευθερίας. Νέα Υόρκη 1885.
Ξεπακετάροντας το άγαλμα της Ελευθερίας. Νέα Υόρκη 1885.



______________
Γράμματα από τις Διασπασμένες Πολιτείες της Αμερικής, 3
___________________


Οι δίδυμες απαγορεύσεις παγκοσμίως γνωστές ως woke agenda και cancel culture θριαμβεύουν εδώ και ένα χρόνο στην Αμερική χάρη στους πανταχού παρόντες τιμωρητικούς μηχανισμούς της Ρεπουμπλικανικής εξουσίας που επικαλούνται την ελευθερία του λόγου περιορίζοντάς την διαρκώς.
Το καθεστώς αξιολογεί την δημόσια έκφραση γνώμης με βάση δύο βασικά κριτήρια. Πρώτον, αποδοκιμάζεται και αποθαρρύνεται η παιδεία, η γνώση, η πρωτοτυπία, η ηθική, η αυτοκριτική, η συμπόνοια και κάθε είδους αλληλεγγύη. Αντίθετα, εγκρίνεται και ενθαρρύνεται ο κάθε είδους φονταμενταλισμός (εθνικισμός, ευρωκεντρισμός κλπ.), η αντίστοιχη αλαζονεία και ποταπότητα, και γενικά η μισανθρωπία.
Έτσι, όταν οι Ρεπουμπλικάνοι υιοθετούν τον φιλελεύθερο όρο «ελευθερία του λόγου», εννοούν την επιθετική ελευθερία της βρισιάς, της χυδαιότητας, της υποτίμησης, της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, του σεξισμού και κάθε αποκλεισμού. Είναι η γνώριμη άνεση του Τραμπικού λόγου να εξευτελίζει άτομα και θέματα, αξίες και αρχές, διακηρύσσοντας πως δεν υπάρχουν κανενός είδους όρια. Είναι η αυταρχική ελευθερία που στερεί στον άλλο την ελευθερία του λόγου παρουσιάζοντας τον συνομιλητή σαν αντίπαλο και αντιμετωπίζοντάς τον σαν εχθρό προς εξόντωση.
Εδώ και ένα χρόνο η Ρεπουμπλικανική λογοκρισία απλώνει τα πλοκάμια της παντού ― στο σχολείο, στο εργαστήριο, στο μουσείο, στο βιβλιοπωλείο, στο ίδρυμα, στο σύλλογο και φυσικά στο διαδίκτυο. Ελέγχει απροκάλυπτα έρευνες, εκδόσεις, εικονογραφήσεις, εκθέσεις, συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις, ομιλίες, ανακοινώσεις. Θέτει περιορισμούς στο τί θα ειπωθεί, πώς, πού, πότε και σε ποιους.
Έχει εξαιρετική σημασία πως απαγορεύσεις και τιμωρίες διατυπώνονται για πρώτη φορά όχι σε συντηρητική αλλά σε προοδευτική γλώσσα, δηλαδή στο όνομα της ελευθερίας, της ισότητας, της κριτικής, της ανεξαρτησίας και της ανεξιθρησκείας. Έχοντας αντιληφθεί στο τέλος του 20ού αιώνα πως η αριστερά επικράτησε στους παγκόσμιους πολιτιστικούς πολέμους, η αντιδραστική κοσμοθεωρία (που δεν έχει δικό της στοχασμό) οικειοποιείται επιδέξια μια προοδευτική ορολογία για να προωθήσει την ιδεολογία της. Έτσι απαγορεύει δραστηριότητες στο όνομα της ελευθερίας, καλλιεργεί την απολυταρχία επικαλούμενη την ισότητα, και προωθεί ναζιστικά μέτρα καταδικάζοντας τον αντισημιτισμό (όπως ακριβώς επιτίθεται σε μια ξένη χώρα για … καλό σκοπό).
Η λογοκρισία αυτή, που επιδιώκει την επιβολή ομοφωνίας και ομοιομορφίας, επιτίθεται στο έτερο και το διαφορετικό. Το φαινόμενο είναι πασίγνωστο στα απολυταρχικά καθεστώτα. Η πρωτοτυπία της αμερικανικής περίπτωσης είναι πως η λογοκρισία ασκείται στο όνομα των «δικαιωμάτων» και των «ελευθεριών» μιας συγκεκριμένης καταπιεσμένης «μειονότητας» - των … λευκών ανδρών Βορειο-ευρωπαϊκής καταγωγής που «υποφέρουν» επειδή δεν μπορούν να εφαρμόσουν τη μισανθρωπία τους στις γυναίκες, τους έγχρωμους, τους μετανάστες, τους γείτονες, τους απεργούς, τους μορφωμένους, τους δασκάλους, τους βιβλιοθηκάριους και γενικά όσους δεν θεωρούν τον Τραμπ δώρο του Θεού στην ανθρωπότητα. Με δυο λόγια, την «πολιτική ορθότητα» καταγγέλλουν όσοι απαιτούν να … αξιοποιούν την ελευθερία του λόγου της Κου Κλουξ Κλαν.
Ενώ για εξήντα τουλάχιστον χρόνια και μέχρι το τέλος του 2023 η Αμερική ασκούσε μια συστηματική αυτοκριτική της ιστορίας πολλαπλών διακρίσεων, η κυρίαρχη ιδέα που προβάλλεται τώρα παντού είναι η Αμερικανική ταυτότητα σαν ένα αφήγημα κατάκτησης, επέκτασης, εκμετάλλευσης, πλουτισμού, ρατσισμού και ανδροκρατίας. Αυτό το θριαμβολογικό αφήγημα βρίσκει την αποθέωσή του στο καθεστώς Ντόναλντ Τραμπ, και γι’ αυτό το όνομα του Προέδρου πρέπει να αναγράφεται παντού, να αναπαράγεται, να δοξάζεται και να λατρεύεται.
Άλλη άποψη δεν επιτρέπεται, πόσο μάλλον κριτική. Όσοι δεν είναι ευγνώμονες γι’ αυτό το «ζαχαρένιο» καθεστώς «κανονικότητας» και «σταθερότητας» είναι «μίζεροι», γκρινιάρηδες, αχάριστοι, ανώμαλοι, αντι-Αμερικανοί και θα το πληρώσουν ακριβά. Όσοι διαφωνούν με την κυβερνητική πολιτική (ακόμα και Ρεπουμπλικάνοι) θεωρούνται υπονομευτές του αμερικανικού μεγαλείου. Η συντηρητική εξουσία απειλεί πως η δημόσια έκφραση κριτικής θα έχει «συνέπειες» ―προσωπικές, οικογενειακές, κοινωνικές, οικονομικές, νομικές κ.ά.― όπως δυσμένεια, υποβιβασμός, απόλυση και απέλαση. Για την αποτελεσματική άσκηση λογοκρισίας εισάγει νέους πολιτειακούς νόμους, αναθεωρεί την ομοσπονδιακή νομοθεσία, αλλάζει κανονισμούς και επεμβαίνει σε αξιολογήσεις. Όσοι μέχρι πρόσφατα προσποιούνταν πως ανησυχούν για την ελευθερία του λόγου, τώρα παρακολουθούν τον αφανισμό της με κρυφή ικανοποίηση, αφού κανείς πια δεν θα επιτρέπεται να διαφωνεί μαζί τους.


ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: