Στην ακροποταμιά του Αχέροντα ήταν αραγμένες πολλές μαύρες, κατάμαυρες, ξύλινες βάρκες. Κάθε χώρα είχε τις δικές της βάρκες που πήγαιναν στον κάτω κόσμο. Εύκολα μπορούσες να βρεις το μέρος που ήταν οι βάρκες της δικής σου πατρίδας, από τις σημαίες της κάθε χώρας που κυμάτιζαν στο ελαφρύ αεράκι που ερχόταν από το Ιόνιο πέλαγος. Οι δικές μας, οι ελληνικές, δηλαδή, βάρκες, ήταν δίπλα από τις τουρκικές και τις ιταλικές. Παραπέρα έβλεπες τις γαλλικές, τις ισπανικές και πάει λέγοντας. Σταμάτησα μπροστά στη σημαία μας και περίμενα πότε οι Έλληνες Χάροι θα τελειώσουν το επιτραπέζιο παιχνίδι που έπαιζαν. Ήταν μαζεμένοι σε μια από τις βάρκες και γελούσαν, οι αθεόφοβοι, και καμιά σημασία δεν μου έδιναν. Με τα πολλά, ο πιο νέος απ’ όλους μου έριξε μια αδιάφορη ματιά και μου έκανε νόημα ότι σε δυο λεπτά θα ερχόταν. Όσο τον περίμενα, εντυπωσιάστηκα από την τάξη και την καθαριότητα που επικρατούσε στις γερμανικές, ακόμη και στις τούρκικες βάρκες, αλλά και οι Χάροι αυτών των χωρών ήταν σοβαροί, φορούσαν ολόμαυρα, κολλαριστά κοστούμια και δεν χαχάνιζαν σαν τους δικούς μας.
Ξεκινήσαμε μετά από μισή ώρα τελικά. Βολεύτηκα σε μια άκρη ανάμεσα σε αδεια καφάσια από μπίρες, πεταμένα παραγάδια, μπότες, πλαστικά σακουλάκια από πατατάκια, σαγιονάρες, νεκροκεφαλές και βρομερές μπλούζες. Μόλις ξανοιχτήκαμε λιγάκι, ο Χάρος έβαλε στο κινητό του τον «Γλάρο», ένα τραγούδι που ερμήνευε τόσο χαριτωμένα η Αλίκη Βουγιουκλάκη:
Μια βάρκα ήταν μόνη της σε θάλασσα γαλάζια
κι ήτανε κι ένας γλάρος με ολόλευκα φτερά
κι όλο την κοντοζύγωνε για να της κάνει νάζια
και τις φτερούγες του έβρεχε στα γαλανά νερά ….
«Αν και δεν επιτρέπεται άλλη μουσική εκτός από κλασική ή όπερα, εμείς βάζουμε και κάνα χαρούμενο τραγουδάκι» μου εξήγησε γελώντας και μου πρόσφερε μια μπίρα.
Αφού κάναμε τον διπλάσιο, σχεδόν, χρόνο από αυτόν που, συνήθως, έκαναν οι άλλοι μέχρι να φτάσουμε στην πύλη του Άδη, κυρίως, λόγω των στάσεων, μια να δούμε τις φωλιές των πουλιών που κρέμονταν από τα κλαδιά των δένδρων και άγγιζαν την επιφάνεια του ποταμού, μια να δούμε αν έπιασε τίποτε στα παραγάδια που είχε ρίξει στον ποταμό (και αυτό απαγορευόταν), φτάσαμε μπροστά σε μια πελώρια σπηλιά. Ο Έλληνας Χάρος, με αξιοζήλευτη ψυχραιμία και τεχνική, προσπέρασε από αριστερά κάμποσες βάρκες άλλων χωρών, γύρισε λίγο δεξιά, έκανε κάνα δυο παράνομες μανούβρες, μπρος και πίσω, και να που βρεθήκαμε στη δική μας πόρτα που οδηγούσε στον κάτω κόσμο. «Ελληνική κόλαση και παράδεισος» έγραφε η πινακίδα. Δίπλα ήταν η τουρκική πόρτα και στο βάθος διέκρινα την γερμανική και τη σουηδική. Όλες ίδιες, φτιαγμένες από ξύλο τικ και εγκιβωτισμένες σε λευκό, σκαλιστό μάρμαρο.
Τον χαιρέτησα, κατέβηκα δυο σκαλιά και βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με τον υπεύθυνο της ελληνικής κόλασης και του ελληνικού παραδείσου. «Περάστε», μου είπε και μου έδειξε την πόρτα της κολάσεως. «Δεν γίνεται» ψέλλισα και του έδειξα ―με την ψυχή στο στόμα― την πόρτα του παραδείσου. «Τσου κύριε, ο ελληνικός παράδεισος είναι κλειστός για όλους, άλλωστε δεν έχει τίποτε μέσα, δεν λειτουργεί». Έκανα να του δώσω κάτι μήπως και... Αλλά με πρόλαβε: «Δώσεις, δε δώσεις, στην κόλαση θα πας».
Απογοητευμένος, πήρα τον δρόμο για την κόλαση. Ο πρώτος που συνάντησα ήταν ο μπακάλης της γειτονιάς μας. Χάρηκα που τον είδα. «Κι εσύ στην κόλαση;» τον ρώτησα. «Και τίποτε κακό να μην έκανα» μου απάντησε «πάλι εδώ θα ήμουν, λένε ότι δεν υπάρχει ελληνικός παράδεισος. Τέλος πάντων. Εδώ που λες, μπροστά-μπροστά, είμαστε οι υπεύθυνοι της οικονομικής κρίσης» είπε μειδιώντας σαρκαστικά «η Φρόσω, παραδείγματος χάριν, η κομμώτρια, ο Λευτέρης ο υδραυλικός…». «Και οι μεγάλοι, πού είναι οι μεγάλοι, αυτοί που έπαιρναν τις αποφάσεις και μας βούλιαξαν;» ρώτησα. «Πουθενά» μου απάντησαν με μια φωνή και οι τρεις. «Τα διαόλια λένε, ότι αυτοί μεταμορφώνονται, παίρνουν άλλες φάτσες και ξαναγυρνούν στη γη». Προχωρήσαμε παρέα με τον μπακάλη και τη Φρόσω. Γύρω μας, άλλοι κολασμένοι έπαιζαν ρακέτες, άλλοι επιτραπέζια παιχνίδια, άλλοι γυμνάζονταν και άλλοι διάβαζαν, ενώ οι διάολοι και οι διαολίνες, ομοιόμορφα ντυμένοι με μαύρα ρούχα και κόκκινες ουρίτσες, τους σέρβιραν ποτά, καφέδες και αναψυκτικά, λες κι ήταν γκαρσόνια σε μεγάλα τουριστικά ξενοδοχεία. Ούτε καζάνια να βράζουν, ούτε συριγμοί από μαστίγια, ούτε οιμωγές, ούτε στριγγλιές από βασανιστήρια, τίποτε. Μόνο λίγη υγρασία παραπάνω στους τοίχους και η οροφή να στάζει σε μερικά σημεία. Δεν είναι κι άσχημα, σκέφτηκα. «Πράγματι, δεν είναι άσχημα» μου είπε ψιθυριστά μια διαολίνα που μάντεψε τη σκέψη μου «και τον φωτισμό σκοπεύουμε να τον αλλάξουμε, θα βάλουμε φυσικό φωτισμό» και συνέχισε: «Δεν είναι όλες οι κολάσεις σαν την δική μας. Αν δεις την γερμανική και τη ρώσικη θα φοβηθείς. Εκεί έχουν και καζάνια και βασανιστήρια».
Γίναμε φίλοι με τη διαολίνα και, με τον καιρό, η σχέση μας δυνάμωσε. Αλλά η σκέψη μου ήταν στον παράδεισο. Έτσι είναι η ψυχή του ανθρώπου, ονειροπόλα και σε διαρκή αναζήτηση, έστω κι αν το σώμα δεν ακολουθεί. Με τα πολλά, την έπεισα να δούμε τον ελληνικό παράδεισο, αν και με βεβαίωνε με πείσμα, όπως και όλοι οι άλλοι, ότι δεν είχε τίποτε μέσα. Δεν μπορούσα, όμως, να κατανοήσω γιατί να μην υπάρχει ελληνικός παράδεισος, ενώ όλες οι άλλες χώρες, από ότι έλεγαν, είχε η κάθε μια τον δικό της.

Ένα βράδυ την κοπάνησα, λοιπόν, παρέα με την διαολίνα μου και από ένα μυστικό δρομάκι φτάσαμε στην πόρτα του παραδείσου. Την ανοίξαμε και βρεθήκαμε σε μια πανέμορφη μαρμάρινη σκάλα, που γυάλιζε μέσα στο απέραντο σκοτάδι, φτιαγμένη από τον Φειδία, μου εξήγησε η διαολίνα. Ανεβήκαμε με μεγάλη προσοχή καμιά πεντακοσαριά σκαλιά και, όταν φτάσαμε στην κορυφή, έσυρα με κόπο τη βαριά καταπακτή. Μυρωδιές από σπάρτα, θρούμπι και άγρια κρίνα με τύλιξαν και, καθώς ξεπρόβαλα λιγάκι, φως, φως γαλάζιο, μαγευτικό μιας πρώιμης αυγής και αρμύρα της θάλασσας με άγγιξαν και άκουγα τα πουλιά να κελαηδούν λίγο πριν το ξημέρωμα. Από μακριά, φαινόταν το Σούνιο και ο ναός του Ποσειδώνα. «Το Σούνιο» λέω έκπληκτος στη διαολίνα, που είχε μείνει πίσω και προς την καταπακτή δεν πλησίαζε με τίποτε. «Αιώνες παλεύουν να φτιάξουν τον ελληνικό παράδεισο» μου είπε «ξόδεψαν δισεκατομμύρια, αλλά δεν καταφέρνουν να αποδώσουν αυτά που βλέπεις κι αισθάνεσαι». «Να την κάνω;» ρωτάω. «Αν το θες φύγε, σιγά μην σε καταλάβουν που το έσκασες». «Έλα μαζί μου» της πρότεινα και για να την δελεάσω της είπα πως σήμερα έχουν συναυλία οι «Dead Can Dance» στο Ολυμπιακό στάδιο.
Έκανε πως το σκέφτηκε, μα όχι στ΄αλήθεια. «Και το σώμα σου; Τι θα γίνει το σώμα σου;» με ρώτησε γελώντας. «Το σώμα μου;» αναρωτήθηκα φωναχτά, με αγωνία και τρόμο συνάμα. «Θα το φροντίζω εγώ, μην ανησυχείς» μου είπε ήρεμα και γλυκά «μη σε νοιάζει, έτσι κι αλλιώς, και εν ζωή πάλι εγώ το φρόντιζα».