Η μαγειρική τής μοναξιάς

Η μαγειρική τής μοναξιάς


Η μοναξιά δεν μαγειρεύεται αυτούσια, μαγειρεύεται όμως ο ομφάλιος λώρος που τη συνδέει με τον χρόνο, αυτή η δυνατή σκουληκότρυπα που μοιάζει με σπληνάντερο, διαπερνά ολόκληρο το παρελθόν, ρουφάει και γεμίζει μόνο από τις ευχάριστες στιγμές, τα όνειρα που πραγματοποιήθηκαν, τις γιορτές. Με αυτά τροφοδοτείται η μοναξιά, με τις αναμνήσεις χαράς. Αν κάποιος αποκόψει τον ομφάλιο λώρο η μοναξιά αρχίζει και συρρικνώνεται, γίνεται επίπεδη σαν φύλλο κρούστας και προσφέρεται μόνο για την παρασκευή τσιπς συνοδευτικά της μαγειρικής του ομφάλιου λώρου της. Ο ομφάλιος λώρος της μοναξιάς σύμφωνα με τον ποιητή των Μαορί, Χόνε Τουουάρε, που έζησε για πολλά χρόνια σε ένα βαγόνι τραίνου είναι έδεσμα υψηλής ποιότητας και μοναδικής γεύσης. Αποκόπτουμε, λοιπόν, τον ομφάλιο λώρο, παίρνουμε κόκκαλα σκελετού μεταναστευτικού πουλιού και τα πλένουμε πολύ καλά με μπόλικο τρεχούμενο νερό, την ώρα ακριβώς που δύει ο ήλιος, αναλογιζόμενοι τις υπέροχες στιγμές που ζήσαμε με τον μεγαλύτερο έρωτα της ζωής μας. Αμέσως μετά, τα πλέκουμε μεταξύ τους σε σχήμα δίσκου, τα βουτάμε σε μελάνι σουπιάς να απορροφήσουν όλο το μαύρο και τα αφήνουμε να στεγνώσουν μέχρι το ξημέρωμα. Λίγο πριν την αυγή, τοποθετούμε τον αποκομμένο ομφάλιο λώρο της μοναξιάς κατά μήκος του δίσκου και τον σκεπάζουμε με την πιο σκοτεινή και οδυνηρή εμπειρία μας. Τον αφήνουμε περίπου δυο μερόνυχτα να σουρώσει, συγκεντρώνουμε τα υγρά και τα βάζουμε σε ένα μικρό κατσαρόλι φτιαγμένο από τις συνήθεις οφθαλμαπάτες μας (συνήθως συγκεντρώνονται λιγότερα από πεντακόσια γραμμάρια). Στη συνέχεια, πετάμε μακριά τον ομφάλιο λώρο με όλο το περιεχόμενό του. Στο ζουμί που συγκεντρώσαμε ρίχνουμε διαδοχικά ότι δεν εμπεριείχε ο ομφάλιος λώρος: Πίκρες, απογοητεύσεις, θρήνους, απορρίψεις, αδιέξοδα, δυστυχίες και οτιδήποτε μαύρισε την καρδιά μας, χωρίς κανένα μέτρο και αναλογία. Ρίχνοντας όλα αυτά, το ζουμί αρχίζει σιγά-σιγά να πήζει ―εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή― και ανακατεύουμε συνεχώς, ώστε όλα να ενσωματωθούν πριν πήξει τελείως. Το ανακάτεμα δεν γίνεται από εμάς τους ίδιους, αλλά από τη σκιά μας που έχουμε φροντίσει εκ των προτέρων να σκεπάζει ολόκληρο το κατσαρολάκι. Σταδιακά το ζουμί πήζει τόσο πολύ που μοιάζει με μικρή τάρτα. Όταν φτάσει σε αυτό το μέγεθος, και η υφή της είναι μαλακή και υγρή, την μεταφέρουμε σε πιάτο πορσελάνινο αποστειρωμένο από κάθε σκέψη και προσθέτουμε από πάνω τα τσιπς της μοναξιάς (που ενώ μόνα τους είναι τελείως άγευστα, πάνω στην τάρτα είναι υπέροχα).
Το επόμενο στάδιο είναι απολύτως καθοριστικό χρειάζεται προσοχή και αποφασιστικότητα. Κόβουμε σε μέγεθος τραπεζομάντιλου την πιο βαριά κουρτίνα που κρατούσαμε κλειστή και τη στρώνουμε στο τραπέζι, ανοίγουμε διάπλατα όλα τα παράθυρα και μεταφέρουμε το τραπέζι μπροστά στο παράθυρο με την καλύτερη θέα, τοποθετούμε μπροστά μας την τάρτα με τα τσιπς, φοράμε τα καθαρά, ξεχασμένα, καλά μας ρούχα και, με πλήρη επισημότητα, τρώμε αργά-αργά και απολαυστικά την τάρτα. Μετά κλείνουμε την πόρτα πίσω μας και βγαίνουμε στο δρόμο. Έξοδος.

Καλημέρα σας, δεν σας γνώρισα ποτέ γιατί έλειπα
Τώρα σας λέω καλημέρα
Κι αν δεν έχετε διάθεση να μου απαντήσετε, να με καλημερίσετε
Δεν με πειράζει, αρκεί που σας μίλησα
(Τελικά το στόμα ανοίγει, οι σιαγόνες μου κινούνται,
η γλώσσα μου πάλλεται μέσα μου,
Φοβήθηκα μήπως όλα είχαν κολλήσει
στην κατηφόρα).

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: