«Ένα πρωινό, την ώρα που έμπαινα στο Μιλάνο, ένα υπέροχο ανοιξιάτικο πρωινό —και τι άνοιξη! και σε ποια χώρα του κόσμου!— είδα τον Martial [Daru] στα τρία βήματα, στ’ αριστερά του αλόγου μου. Μου φαίνεται σαν να τον βλέπω ακόμη, ήταν στην Corsia del Giardino, λίγο μετά την Via dei Bigli, στην αρχή της Corsia di Porta Nova. Ο Martial γύρισε πίσω και με οδήγησε στην Casa d’ Adda. Η πρόσοψή της δεν ήταν ακόμη ολοκληρωμένη· το μεγαλύτερο τμήμα της ήταν κατασκευασμένο από χοντρά τούβλα, όπως στο San Lorenzo της Φλωρεντίας. Εισήλθα σε μια υπέροχη αυλή. Αφίππευσα πραγματικά κατάπληκτος και θαυμάζοντας τα πάντα. Ανέβηκα μαζί του και σύντομα βρέθηκα σ’ ένα εξαίσιο σαλόνι που είχε θέα στην Corsia. Ήμουν σαγηνευμένος. Ήταν η πρώτη φορά που η αρχιτεκτονική είχε τέτοιο αντίκτυπο επάνω μου. Σύντομα μάς έφεραν κάτι εξαιρετικές παναρισμένες κοτολέτες. Για πολλά χρόνια αυτό το πιάτο μού θύμιζε το Μιλάνο. Αυτή η πόλη έγινε για εμένα ο ομορφότερος τόπος στη γη», γράφει στην αυτοβιογραφία του ο Marie-Henri Beyle, —δηλαδή ο “Stendhal”. Μοναχοπαίδι και μαθητής του “École Centrale de Grenoble” o Marie-Henri Beyle (1783-1842) δανείστηκε το συγγραφικό ψευδώνυμο “Stendhal” από την ομώνυμη γερμανική πόλη, γενέθλιο τόπο ενός ανθρώπου που θαύμαζε απεριόριστα, δηλαδή του Johann Joachim Winckelmann (ιστορικού, αρχαιολόγου, θεολόγου και κριτικού τέχνης).
Ο Stendhal εισέρχεται για πρώτη φορά στην πόλη του ιταλικού βορρά ακολουθώντας τα στρατεύματα του Ναπολέοντα στις 10 Ιουνίου του 1800 —με πρώτο σταθμό το Palazzo Borromeo d’ Adda —στην οδό Manzoni 39/41— και δεύτερη στάση το Palazzo Bovara —στην Corso Venezia 51. Σήμερα μια αναμνηστική πινακίδα στην πρόσοψη αυτού του δεύτερου αρχιτεκτονήματος υπενθυμίζει πως το κτήριο αυτό «υπήρξε το κατάλυμα του Henri Beyle Stendhal, αρχηγού των Δραγώνων, από τον Ιούνιο έως και τον Οκτώβριο του 1800». Δεκαεπτά ετών τότε —ήδη υπό στρατιωτική ιδιότητα— μένει έκθαμβος από την ομορφιά που συναντά γύρω του. Η πόλη και εν γένει ο ιταλικός τρόπος ζωής θα είναι γι’ αυτόν μια αποκάλυψη: στο ιταλικό έδαφος εγκαθιδρύει έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και παράλληλα αποκρυσταλλώνει την ικανότητα (ανα)παραγωγής του “effet italien” για το οποίο μάς μιλά ο Roland Barthes: μια αίσθηση απόλυτης εγγύτητας και οικειότητας με ένα παρελθόν μη βιωμένο —που προκαλεί όμως την βεβαιότητα (και τη συγκίνηση) ότι υπήρξε πραγματικά.
Η πρώτη αυτή παραμονή του εκκολαπτόμενου συγγραφέα στην μεγαλούπολη του ιταλικού βορρά είναι σύντομη, ωστόσο επανέρχεται σ’ αυτήν (δριμύτερος) άλλες τρεις φορές: το ’11, το ’14 (και πάλι μήνα Ιούνιο) και το ’16. Την τελευταία φορά για πέντε ολόκληρα χρόνια. Η εμπειρία του ιταλικού εδάφους αποτελεί γι’ αυτόν ισχυρή πηγή έμπνευσης· ας σημειωθεί εδώ πως αυτή ακριβώς γέννησε ένα από τα διασημότερα έργα του, το «Μοναστήρι της Πάρμας». Ο στρατιώτης-συγγραφέας —οξυδερκής παρατηρητής κι αισθαντικός λάτρης των τεχνών— αντιλαμβάνεται ακαριαία την υψηλή αισθητική καλλιέργεια του μιλανέζικου πληθυσμού, αλλά και το εκλεπτυσμένο του γούστο. Πολλά από τα μεταγενέστερα έργα του, άλλωστε, τα διατρέχουν περιγραφές από σημαντικά τοπόσημα της πόλης, όπως η Scala, η Βασιλική του San Lorenzo, το θέατρο Filodrammatici, μέχρι προσωπικές σκέψεις και επισημάνσεις για επιφανείς κατοίκους της περιοχής και της εποχής.

Αυτό που παρουσιάζει όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι πως η πρώτη του εμπειρία στην λομβαρδική πρωτεύουσα υπήρξε —κατά δική του παραδοχή— ένας ιδιότυπος συνδυασμός αρχιτεκτονικού και γαστριμαργικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, πρώτο ερέθισμα που του κινεί το ενδιαφέρον είναι η αυλή του Palazzo Borromeo d’ Adda, ενός κτηρίου με αυστηρά συμμετρική και τριμερή πρόσοψη, μνημειακά θυρώματα και εξώστες, επιβλητική είσοδο και ευρύχωρο αίθριο με περιστύλιο δωρικών κιόνων. Εξάλλου, το αρχιτεκτονικό πρόσωπο αυτής της πόλης φαίνεται να κατέχει σημαίνουσα θέση στα γραπτά του. Σε επιστολή του προς τον Adolphe de Mareste (στις 14 Απριλίου 1818) επισημαίνει με ένα άκρως εξειδικευμένο σχόλιο, και πάλι αρχιτεκτονικής υφής: «Ο πλούτος τους [των Μιλανέζων] είναι απίστευτος. Εκδόθηκε διάταγμα για την επισκευή των εξωστών και για την τοποθέτηση υποστυλωμάτων ή κουφιστικών τόξων σε όσους προεξέχουν περισσότερο από έξι ίντσες. Αυτή η μικρή διάταξη είχε ως αποτέλεσμα την ανακαίνιση των μισών προσόψεων του Μιλάνου». Ας προσεχθεί εδώ πόσο ο συγγραφέας αγαπά την (αρχιτεκτονική) λεπτομέρεια —και βέβαια τη διασώζει ως πληροφορία.
Δεύτερο αξιομνημόνευτο ερέθισμα η απόλαυση της τοπικής σπεσιαλιτέ “cotoletta alla milanese”, δηλαδή μιας παχιάς παναρισμένης φέτας από άπαχο μοσχάρι (“vitello"), που έχει πάντα κόκαλο (για γεύση και για παρουσία) και τηγανιίζεται σε αγνό, “clarificato”, βούτυρο (για χρυσαφένια κρούστα). Η “cotoletta alla milanese”, που λέγεται και “orecchia d’elefante” —επειδή απλώνεται στο πιάτο σε χαρακτηριστικό σχήμα αυτιού ελέφαντα— έχει γεύση καθαρή, άρωμα γάλακτος και είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γευστικό σύμβολο αστικής λιτής μιλανέζικης πολυτέλειας.
Η πρώτη αυτή συνάντηση του Stendhal με τη συγκεκριμένη πόλη υπήρξε η απαρχή μιας αγάπης που διήρκησε όλη του την ζωή και άνθισε σε τέτοιο βαθμό ώστε ο σύγχρονος επισκέπτης του τάφου του (στην Μονμάρτρη) να διαβάζει την ακόλουθη επιτύμβια επιγραφή (την οποία ο ίδιος παρήγγειλε): “Arrigo Beyle, Μilanese, scrisse, amò, visse” («Ο Arrigo Beyle, Μιλανέζος, έγραψε, αγάπησε, έζησε»).