Κυπριάδου

Κυπριάδου



Πρόσεχα πάρα πολύ πώς πρόφερα το όνομά της. Πρόσεχα ιδιαζόντως τα doppia “ss” και τα doppia “ll". Τα δύο πρώτα έπρεπε να προφέρονται με πολύ απαλό συριγμό, όχι σκληρά —εφόσον ήταν διπλά—, τα δύο επόμενα εκτεταμένα, τραβηγμένα —ν’ ακούγεται κι εδώ η διπλή ποιότητα. Εκτός αυτού, άμα πρόφερε κανείς λανθασμένα τ’ όνομά της του έριχνε μια ματιά βαθύτατα πληγωμένη, ίσως και λίγο θυμωμένη σαν να έλεγε: «Εφόσον μαθαίνετε ιταλικά σε αυτό το επίπεδο, μάθετε τουλάχιστον να προφέρετε σωστά το όνομά μου». Την θυμάμαι ακόμη να ανεβαίνει την σκάλα με το εσπρεσσάκι της (doppio κι αυτό), τα γαλανά ματάκια της σαν λαμπερές κουμπότρυπες (με τις βλεφαρίδες κοκκαλωμένες από έναν τόνο μαύρης μάσκαρας) και το διάστικτο από φακίδες πρόσωπό της να σκύβει σαν ετρουσκική Madonna πάνω στα βιβλία της Letterattura.
Η Signora Rossella μάς δίδασκε ακριβώς αυτό, “Αrte e Letteratura”—κάθε Τετάρτη. Την Δευτέρα είχαμε την Signora Giulia στην Lingua, τις Παρασκευές την ατίθαση κοκκινομάλλα Annita —που δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να την αποκαλούμε “Signora”, “ma Annita solo”. Η τελευταία στο πλαίσιο της “Storia” που μας δίδασκε, είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στον Φασισμό (είχε φέρει στην τάξη μέχρι και μια εικόνα με τα “fasci” διότι κανείς μας δεν αντιλαμβανόταν περιγραφικά πώς είχε το σχέδιο). Σε ένα άλλο ειδικό κεφάλαιο περί Παπών, την θυμάμαι ακόμη να μας εξηγεί πώς οι Καθολικοί “fanno i conti con Dio”.
Φοιτούσα τότε στην Ιταλική Σχολή (τρεις φορές την εβδομάδα για τρεις ώρες). Βρισκόταν (και βρίσκεται, δίχως όμως την Σχολή “per i stranieri”) στην οδό Μητσάκη 8, όπου έφτανα περπατώντας. Κι αυτό γιατί, μολονότι έπαιρνα (όλα σχεδόν) τα μέσα μεταφοράς, το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής είχα αποφασίσει σθεναρά να το περπατάω —είτε από την πλατεία Κολιάτσου είτε από τον Άγιο Ελευθέριο. Τα είχα όλα μ' ευλάβεια ρυθμισμένα. Έφευγα από το σπίτι μαύρο μεσημέρι ώστε, νωρίς το απογευματάκι, να μπαίνω στο καφενείο ενός συντοπίτη μου Λενιδιώτη (γωνία Πατησίων και Μητσάκη) που είχε την κουζίνα του σκοτεινή, ωστόσο στεφανωμένη με τον ποταμό Δαφνώνα. Έπαιρνα έναν καφέ στο πόδι και πήγαινα γραμμή για περίπατο στην Κυπριάδου.
Αγαπούσα όλες τις οδούς. Αυτές βέβαια των λογοτεχνών —Πολυλά, Λασκαράτου, Μαρκορά, Δροσίνη, Βιζυηνού— μού φαίνονταν κατά τι ομορφότερες από εκείνες με τα ξενικά ονόματα —Σάουμπερτ και Ροστάν. Ιδιαιτέρως όμως αγαπούσα την Αγίας Λαύρας: σ’ αυτήν, στον αριθμό 27, κοντοστεκόμουν μπροστά στην διώροφη κατοικία του Αντίοχου Ευαγγελάτου με την ίδια πάντα σκέψη: η ποιότητα του (πατρικού) σπιτιού καθορίζει τον άνθρωπο —πόσο μάλλον τον καλλιτέχνη. Ήμουν τότε ακόμη υπό την επήρεια ενός δοκιμίου που είχα διδαχθεί στο λύκειο υπό τον τίτλο «Το νόημα του σπιτιού». Εκεί ο δοκιμιογράφος το έλεγε ξεκάθαρα: «Όταν λέμε “σπίτι” δεν εννοούμε μόνο μια κατασκευή, αλλά κι ένα ψυχικό γεγονός».
Δεν είναι ν’ απορεί, λοιπόν, κανείς που την γειτονιά αυτή («γειτονιά» με όλη την σημασία της λέξης, δηλαδή συντροφιά ανθρώπων που συμμετέχουν στο ίδιο χωροταξικό βίωμα) κόσμησε μια εκλεκτή ανθοδέσμη από λογοτέχνες (άφθονοι από την «Γενιά του ’30»), αλλά κι από γλύπτες και ζωγράφους (Κόντογλου, Παπαλουκάς, Αργυρός, Βακαλό). Αφήνω ξέχωρα την περίπτωση του διανοητή-αρχιτέκτονα Πικιώνη που έζησε κι αυτός εκεί. Άνθρωποι ετερόκλητοι, από όλες τις περιοχές της τέχνης, περιβεβλημένοι ωστόσο όλοι με τον μανδύα της ομορφιάς του χώρου. Κι αν σήμερα τα περισσότερα από εκείνα οικοδομήματα γκρεμίστηκαν στον βωμό της πολυκατοικίας —με πλήρη αξιοποίηση των ευνοϊκών συντελεστών δόμησης που παραχωρήθηκαν το ’23— ο δοκιμιογράφος αποδείχθηκε και πάλι αιχμηρά εύστοχος: «Η πολυκατοικία υπηρετεί την προχειρότητα, την υλική ανάγκη, ανήκει στον καλπασμό του καιρού».
Σ’ εκείνο λοιπόν το σύμπαν ξεχνιόμουν με τις νεραντζιές, τις ακακίες, τις λεμονιές, τα πλουμιστά πλακάκια του Μεσοπολέμου. Μια φορά είχα διακρίνει σ’ έναν κήπο μια μιμόζα —οπότε και βάφτισα την βίλα εκείνη «Βίλα Μιμόζα». Άλλοτε πάλι έβλεπα στην άκρη των αψιδωτών εισόδων να επιβιώνουν λασπωτήρες —με κάποιο περίτεχνο μικρό καράβολο που έσπαγε την μονοτονία του πλακόστρωτου. Αργότερα έμαθα και κάποιες λεπτομέρειες όπως, για παράδειγμα, ότι οι διώροφες εκείνες επαύλεις ήταν κατασκευασμένες με την μέθοδο του «ρούστικο» (με ειδικούς ασβεστοπυριτικούς πλίνθους με υφή αδρής ημιλάξευτης τοιχοποιίας). Σ’ εμένα, πάντως, εκείνοι οι τοίχοι δεν φαίνονταν διόλου «χωριάτικοι», αλλά εξόχως αριστοκρατικοί.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα κατέληγα στην «Εύα» του Ζευγώλη. Την απολάμβανα με τα μάτια, βεβαιωνόμουν πως ο όφις είναι εκεί, σέρνεται στα πόδια της. Η μαλακή σιγμοειδής της στάση μού επιβεβαίωνε το καλλιτεχνικό μέγεθος του γλύπτη. Κι επειδή πλέον είχα ξεμακρύνει αρκετά από την Ιταλική Σχολή κοίταζα πρώτα το μήλο που κρατούσε η Εύα κι ύστερα το ρολόι μου —παίρνοντας γρήγορα τον δρόμο της επιστροφής ώστε να μην εμφανιστώ και καθυστερημένη στο μάθημα (αφού άλλωστε είχα ξεκινήσει για εκεί πολύ πολύ νωρίτερα).
Στην είσοδο του κτιρίου —υπέροχα στιβαρό με ανάγλυφο σαγρέ (ρελιέφ) στον τοίχο και καταπληκτική στενόμακρη βεράντα στον δεύτερο όροφο— χαιρετούσα την Έλενα (που ερχόταν με υπέροχα κίτρινα και ροζ παλτό από το Κολωνάκι) και την Μάνια (που κατέβαινε από ψηλή μοτοσυκλέτα φορώντας κάτι αγορίστικα λουστρινιένα παπούτσια). Ανταλλάσσαμε δυο κουβέντες κι ανεβαίναμε όλες την σκάλα για το μάθημα.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: