Είχε περάσει πάνω από εξάμηνο από τη μέρα που βρέθηκαν στον τόπο αυτό, τον τόσο παράξενο αλλά και τόσο τρομακτικό για τη χωριατοπούλα από την άλλη άκρη του κόσμου. Πολύ δειλά και μετρημένα βήματα από το διαμέρισμα που έμεναν μέχρι το πιο κοντινό ντράγκστορ και γρήγορα πίσω. Στο κτίριο αυτό έμεναν και άλλοι μετανάστες ―λαθραίοι οι περισσότεροι― από την πατρίδα αλλά όχι από τα δικά τους ορεινά, δυσπόρευτα μέρη.
Η πρόσκληση ήλθε από έναν συγχωριανό τους, ο οποίος είχε μεταναστεύσει αμέσως μετά τον πόλεμο. Το σκέφτηκαν από δω το ζύγισαν από κει, πώς να την απορρίψουν; Γη δική τους στο χωριό δεν είχαν και τα τέσσερα παιδιά, μαζί με τα δυο δικά τους στόματα, δύσκολο να τα χορτάσεις με το μεροκάματο, που δεν ήταν και σίγουρα καθημερινό.
Πρόσφυγες οι γονείς τους, κυνηγημένοι από τους Τούρκους από τη Σεβάστεια της Τραπεζούντας, ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στο Μελάνθιο, έναν άγονο και αφιλόξενο τόπο όπου ζούσαν Μουσουλμάνοι μέχρι τότε και ελάχιστοι ντόπιοι Χριστιανοί. Το χωριό, βέβαια, δεν ονομαζόταν έτσι ανέκαθεν. Ζαμπύρδενη το έλεγαν. Φρόντισαν οι διωγμένοι από τον Πόντο ένα δικό τους όνομα να του δώσουν. Γιατί όχι Μελάνθιο, σαν τον ποταμό που διέτρεχε το χωριό Σένα, στον Πόντο; Να το νιώσουν ολόδικό τους, να το περιποιηθούν, να του αλλάξουν και όψη.
Και όλα αυτά τα πέτυχαν. Αλλά η φτώχεια, φτώχεια. Γι’ αυτό δέχτηκε ο κύρης της, χωρίς δεύτερη σκέψη, την πρόταση. Έφυγαν κι αυτοί από τον τόπο τους, όχι κυνηγημένοι από εχθρό τώρα. Η ανέχεια και το αβέβαιο μέλλον των παιδιών τους, ο αόρατος εχθρός.
Στο Κλίβελαντ, σε ένα τεράστιο εργοστάσιο παρασκευής ρούχων, βρήκε δουλειά ο άντρας της. Μόλις μεγάλωναν λίγο τα παιδιά, μόλις εξοικειωνόταν η ίδια στο καινούργιο περιβάλλον, θα έβγαινε κι αυτή στο μεροκάματο. Τώρα, όμως, η μόνη της έξοδος ήταν για τα ψώνια στη γειτονιά. Άλλωστε, ούτε τη γλώσσα μιλούσε ούτε με τις άλλες συμπατριώτισσες είχε κάποιο αλισβερίσι. Δύσκολο για εκείνη να εμπιστευτεί ξένους ανθρώπους. Σιγά-σιγά, έλεγε ο άντρας, θα γνωριστούμε με όλους και με όλες. Υπομονή.
Υπομονή, τι άλλο; Άρχισαν να πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο, άρχισε η μάνα να μαθαίνει τα κατατόπια, που σημαίνει: τον δρόμο μέχρι το σχολειό τους και πάλι πίσω. Με πολλές άλλες μανάδες από τη γειτονιά. Αντάλλαζαν και καμιά κουβέντα -από πού είσαι εσύ, πόσα παιδιά έχεις, πού δουλεύει ο άντρας- τέτοια. Πάλι μόνη ένιωθε, πάλι φοβισμένη. Την ίδια διαδρομή το μεσημέρι, τα ίδια πρόσωπα για καλησπέρα, τα παιδιά από το χέρι και γρήγορα στο σπίτι.
Το σιγά-σιγά αργούσε, αλλά δεν την πτοούσε. Μόνο να, καθόταν και σκεφτόταν: σάματις, αν ήταν στο χωριό τους, τι παραπάνω θα έκανε; Πάλι, όμως, θα μπορούσε να κυκλοφορεί πιο άνετα, να αλλάζει και δυο παραπάνω κουβέντες με τις γειτόνισσες, να δέχονται συγγενείς στο φτωχόσπιτό τους, να πηγαίνουν κι αυτοί στα δικά τους. Να χαίρεται τις ηλιόλουστες μέρες, προπαντός όμως, τα φεγγαρόλουστα βράδια του χειμώνα μέσα από τη ζεστασιά της καμαρούλας τους. Και να ονειρεύεται.
Δεν βοηθούσε, ασφαλώς, και το διαμέρισμα που είχαν εγκατασταθεί: στην πίσω αυλή ενός πενταόροφου κτιρίου, όπου το μόνο που έβλεπες ήταν τα παράθυρα των άλλων σπιτιών ―ολόκληρο τετράγωνο σχημάτιζαν― ίδια κι απαράλλαχτα σαν το δικό τους. Φως ήλιου, ούτε για δείγμα. Και μόλις σκοτείνιαζε, ή καλύτερα προτού καλά-καλά σωθεί η μέρα, έπρεπε να κατεβάζουν τα στόρια στα στενά παράθυρα, για να μην τους βλέπουν οι απέναντι, για να μη θωρούν κι οι ίδιοι τη μιζέρια των άλλων.
Γενάρης μήνας. Το κρύο, ξηρό και τσουχτερό, σε περόνιαζε∙ μόνο όσοι δεν μπορούσαν να το αποφύγουν κυκλοφορούσαν στους δρόμους. Μια τέτοια, παγωμένη βραδιά ήρθε ο άντρας πολύ νωρίτερα από το εργοστάσιο και της είπε ότι έπρεπε να πάνε οπωσδήποτε επίσκεψη στο αφεντικό. Είχε τα γενέθλιά του και θα έσπευδαν όλοι, μαζί με τις γυναίκες τους, να του ευχηθούν σε ένα ρέστοραν κοντά στο εργοστάσιο. Γύρω στη μισή ώρα δρόμο. Ντύθηκαν με τα καλά τους, τα μεγάλα παιδιά ανέλαβαν τη φροντίδα των μικρότερων και άρχισε για την άβγαλτη μετανάστρια η «μεγάλη ζωή».
Έμεινε κοκαλωμένη έξω από την κεντρική είσοδο του κτιρίου. Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε ψηλά στον κρυστάλλινο ουρανό και δεν πίστευε στα μάτια της. Εκστασιασμένη αναφώνησε: «Αχ! Έχει κι εδώ φεγγάρι!».
Άρχισε από τη στιγμή εκείνη πάλι να ονειρεύεται.