Πάει ένας χρόνος που ο παππούς απέκτησε τη συνήθεια να μιλά ψιθυριστά. Οι λέξεις του έπεφταν βροχή στο πάτωμα και σκόνταφταν κάτω από τα έπιπλα, προσπαθώντας να μετακινηθούν. Εμείς στην αρχή κάναμε πως τις αγνοούμε. Δεν τις μαζεύαμε, γιατί έλεγαν πράγματα που κανείς δεν ήθελε ν’ ακούσει. Η γιαγιά επέμενε πως σκαρφάλωναν, πως ηχούσαν όπως πάντα στ’ αυτιά της ― δεν ήταν δα και κάτι διαφορετικό, δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Αυτός χαμογελούσε και κοίταζε τον τοίχο, λες κι εκείνος είχε τα μεγαλύτερα αυτιά.
Σιγά σιγά ωστόσο παρατηρούσαμε πως μίκραινε. Πρώτα τα παπούτσια του περίσσευαν, μετά το πουκάμισο. Μια μέρα τον βρήκαμε μέσα σε ένα συρτάρι, διπλωμένο προσεκτικά, να αναπνέει με δυσκολία. Η γιαγιά τον έκλεισε απαλά και είπε πως θα περάσει ― όλα περνούν. Λίγο καιρό αργότερα άρχισε να ψιθυρίζει κι αυτή, μα δεν υπήρχε κανείς να μαζέψει τις λέξεις της.
Τα συρτάρια με τα χρόνια γεμίζουν.