prolegomena ad homerum
«…Παιδιά μου, γνωρίζω καλά ότι οι περισσότεροι από σας, θα ακολουθήσουν θετικό προσανατολισμό στη γνώση. Μολαταύτα, αν και λίγοι θα εκτιμήσετε εμένα, και πόσο μάλλον, το παρωχημένο μάθημα μου, θα ήθελα να σας μιλήσω, προτού σας διδάξω οτιδήποτε άλλο, εν συνόψει, την ιστορία της φιλολογικής επιστήμης. Και, σας το ορκίζομαι, μάθημα δεν θα σας ξανακάνω. Και βαθμό θα σας βάλω άριστο. Αρκεί να με ακούσετε σήμερα.
»Καταρχάς, να ξεκινήσουμε απ’ την, λιγάκι ρομαντική αν θέλετε, αξίωση, ότι μια νοσταλγία είναι η επιστήμη μου. Όπως και η ιστορία, εκ των πραγμάτων, επισυμβαίνει σαν μια ξεχειλωμένη νοσταλγία.
»Τι να κάνομε, έτσι είναι τα πράγματα.
»Φιλόλογος, παιδιά μου, δεν είναι αυτός που ξέρει λατινικά, γερμανικά, ελληνικά – αυτός που γνωρίζει σύνταξη, γραμματική, ετυμολογία.
»Φιλόλογος είναι αυτός που αποκαθιστά την ιστορικότητα της γλώσσας. Που, ενώπιον μιας φθοράς ενός παπύρου, βάζει αγκύλη, και αποκαθιστά το νόημα, βάσει των γνώσεων του. Συνεπώς, Φιλόλογος, μη ξεγελιέστε, είναι ένα άκρως δημιουργικό επάγγελμα. Πέραν των σπουδών, φιλόλογος, διάολε, χρήζει φαντασίας. Είναι, ίσως, ένας λιγάκι πιο προσανατολισμένος ποιητής…
»Φιλόλογος, είναι, και πρέπει να είναι, ο διατηρητής της γλώσσας, ο ιερός αποκαταστάτης, και συγχωρέστε μου την τερατολεξία, της γλώσσας…
»Η Θεολογία προηγείται της Φιλολογίας, και η Φιλολογία ερείδεται στο θεωρητικό επιστέγασμα των θεολόγων. Συμπλέει με τον Διαφωτισμό. Την Φιλολογία, μας λένε, την γεννά ο Wolf. Μα, πραγματικά, ο φιλόλογος είναι αυτός που προσπάθησε, απ’ τα αρχαία χρόνια, να επιλύσει, μάταια, την αντίφαση της γλώσσας. Που είναι σύμφυτη με την αντίφαση, παιδιά μου, της ανθρώπινης ψυχής… άμα διαλευκάνουμε ποτέ το πρόβλημα της γλώσσας, ίσως να λύσουμε και αυτό της ψυχής, της διαχρονικής ψυχολογίας, αν θέλετε…
»Γενέθλια, λένε, μέρα της σύγχρονης φιλολογίας, είναι η ανακάλυψη στο Όρος Σινά του Σιναϊτικού κώδικα απ’ τον Tischendorf.
»Άλλοι αντιτείνουν, όχι, κύριοι, η φιλολογία γεννήθηκε στην Αίγυπτο, με τις ανασκαφές στην Οξύρρυγχο της Αιγύπτου – και την ανακάλυψη πλειάδων παπύρων. Κι σου είπαν, εμένα τουλάχιστον, όταν ήμουν φοιτητής, φιλόλογος είναι αυτός που εξιχνιάζει τους παπύρους, ο παπυρολόγος.
»Μα πραγματικά, η φιλολογία γεννάται όταν η μαμά μας μας μίλησε άσκημα, και εμείς προσπαθήσαμε να γλυκάνουμε το πόνο αντικαθιστώντας την κακή λέξη με μια καλή.
»Βλέπετε, παιδιά μου, φιλολογία αφορά στην αναζήτηση της σωστής λέξης.
»Και όσοι μιλούν μια γλώσσα, και όσοι έχουνε φαντασία, ε, είναι, ρε πούστη μου, φιλόλογοι.
»Φιλολογία είναι η ομορφιά γι’ αυτό που χάθηκε.
»Φιλολογία, τελικά, παιδιά μου, είναι η μεταμόρφωση του τραύματος…».
Μετά, τον έδιωξαν απ’ αυτό το σχολειό, και πήρε μετάθεση κάπου στη Κυψέλη.
Τότε, τότε ήρθε και διέμεινε στο Γκύζη.
*
Ήτανε μισήν ανάσα πριν τα εξήντα. Ένα δυσδιάκριτο μενεξεδί μελτέμι βάφτισε την νέα μέρα «Κυριακή». Και μια αιδημοσύνη ανυπόμονη και σπάνια, άγνωστης προελεύσεως, έσιαξε στην εντέλεια το κουστούμι του φιλόλογου. Μια παραισθητική άλως παιχνίδιζε αργόσυρτα ενώπιον των αγουροξυπνημένων, αρσενικών ματιών του. Ήτανε ένα υπέροχο, βαθυκύανο χάραμα, άκρως ελλαδίτικο. Η ανυπομονησία και η αυθορμησία που την συνόδευε για την νέα εργάσιμη εβδομάδα πλημμύριζε το μικρό αθηναϊκό μπαλκονάκι του με σπάνια μύρα και ωραία, φιλήσυχα χρώματα, που ιρίδιζαν πότε προς την δύση και πότε προς την ανατολή, με μιαν αίγλη σπαρταριστή, σαν την ηδονή του βίαιου οργασμού. Όταν πια, μετά τον τρίτο καφέ, είχε ξυπνήσει πραγματικά, έβαλε τα χειρόγραφα του και τα σκονάκια του στον χαρτοφύλακα, που άλλοτε ανήκε στον πατέρα του, και προ αυτού στον παππού του, όλοι ήσαν φιλόλογοι, και αρχίνισε για το λεωφορείο.
Το Γκύζη έδειχνε αχνοφωτισμένο, λουσμένο έναν μπλάβο, ηλεκτρισμένο ήλιο, που καμιά φορά ρόδιζε, και αποκτούσε την αυγινή απόχρωση του κρόκου που σιγολιώνει σαν μέταλλο πάνω απ’ τα κτήρια και τα παιδιά που ξυπνούσαν για το σχολειό τους. Στη στάση, δύο μικρά παιδιά απ’ το Πακιστάν μετά της μητρός τους περίμεναν και αυτά το λεωφορείο. Θα έπαιρναν το 021. Τα είδε να φλυαρούν γεμάτα εναργή ζωντάνια με την μαμά τους, και γιόμισε αγνά προαισθήματα, παρά την πολυετή θλίψη της μονότονης καθημερινότητας του. Ήτανε φρεσκοξυρισμένος, είχε σημασία το να ξυρίζεται κάθε δεύτερη μέρα, με φαλτσέτα. Χθες βράδυ, ξενύχτησε ξεφυλλίζοντας Rimbaud και Παρμενίδη. Διάβασε, μάλιστα, λίγο προτού γλυκοαποκοιμηθεί, μια πραγματεία κλασική του Heidegger πάνω στους Προσωκρατικούς, και μετά είδε παράξενα όνειρα: το Ζάππειο, φλογώδες, την έμπυρη Ακρόπολη, τον Μιστρά και την Αρχαία Σπάρτη ανεμόδαρτη, δέσμια σίφουνα αρχαιογενούς, μιας αρχαιότητος σχεδόν γενετήσιας, και κατέληξε, νοοκρατικά, ότι ο αήρ ήτανε η νόησις. Το πυρ, απ’ την άλλη, ήτανε η θρυαλλίδα της νοήσεων, του νοείν. Και ο ύπνος, ήσυχος πάντα σαν αθωότητα, ήτανε ο συνδετικός κρίκος αναμεσίς στο υλικό και το εξαϋλωμένο, και τα όνειρα, ήτανε, απλά, τα κριτήρια του άυλου. Τίποτα παραπάνω. Μηρύκασε μέσα του το πότε ένδοξο και πότε άδοξο ιστορικό παρελθόν του τόπου του, και μέσα σε μια χίμαιρα από παραισθητικές βλαστήμιες, καταράστηκε αισχρά την Ιστορία, την ιστορικότητα, μάλλον. Αχ, το ακορντεόν του μεγάθυμου ιστορικού ήλιου έχυνε τα δακρύβρεχτα μουσικά κρίματα του για τόσα χιλιάδες χρόνια πάνω στους βλακώδεις, συγχυσμένους εσαεί μέτριους ανθρώπους!
Το σχολείο ήτανε λουσμένο φρέσκα κύματα ζεματιστού, φιλήσυχου ήλιου, και τα παιδιά αρμένιζαν σαν τις βαρκούλες στο μεγάλο, κιγκλιδόφραχτο προαύλιο, σκύβοντας πάνω απ’ την λερή βρύση για να πιουν χλιαρό νερό, κοπέλες με φορέματα και πανταλόνια κυνηγούσαν ακόρεστα τα ταξιδιάρικα μεγάλα βαθυκύανα σύννεφα, ο ήλιος έσκαγε σαν σκάγια δίκαννου βίαια πάνω στους αρμούς του δαπέδου, η λεμονιά στη δυτική πλευρά της αυλής ήτανε και αυτή λουσμένη το παρθένο πολύστιλβο λάμπος, και αυτό συδαύλισε από μέρους του άντρα μια πολύ συγκεκριμένη και άκρως νοερή πλοήγηση στα δικά του παιδικά χρόνια, στο κυνηγητό των κοριτσιών, στην μεγάλη φυσική πλησμονή μιας αθωότητας διάχυτης, συλλογικής, το άγχος, αχ, πριν το διαγώνισμα, τα απροειδοποίητα τεστάκια, το μπάσκετ στα διαλείμματα, ο ανεξέλεγκτος τρόμος του αδιάβαστου μαθητή μην-σου-φωνάξει-πάλι ο καθηγητής, πλοηγούταν σε αυτά τα χρόνια, προσπαθώντας να μην κλάψει∙ τουλάχιστον ενώπιον των παιδιών.
Έσπευσε συγκινημένος στο γραφείο των καθηγητών, τα συνηθισμένα. «Καλημέρα», επί πολλές φορές, και μετά «Ε, Νίκο – όλα εντάξει;», «Α, νωρίς ήρθες» («Ε! δεν τον ξέρεις, πάντα νωρίς έρχεται! [ο κυρ Αλέξης, ο γυμναστής]»), «Ποπό, ζέστη σήμερα», «Ζέστα και κούραση, να πούμε», «Μωρέ τα ξέρω» κλπ. Μα δεν άκουγε τίποτα, ούτε μια συλλαβή απ’ όλες τις καλημέρες που εξακοντίζονταν πάνω του σαν βέλη φριχτά και ασυνάρτητα και αιματηρά. Το σχολείο ήτανε στα κλεισίματα∙ επόταν το καλοκαιράκι. «Ευτυχώς που έχουμε [ο γυμναστής] τόσους μήνες διακοπές! θέ μου, δουλειά και αυτή!». Πάντα ο κυρ Αλέξης έζεχνε, ανέδινε μια βίαιη αντρική δυσωδία.
Ο φιλόλογος ήτανε μονάχος του. Δεν είχε γυναίκα, ή παιδιά. Μα του άρεσε λιγάκι η δεσποινίδα Μαρία, η φιλόλογος των αγγλικών. Δεν του μίλαγε πολύ, είχε μαλλιά πυρά και μακριά και ολόισια, και φόραγε πάρα πολλά αρώματα. Του θύμιζε, μάλλον, μια κυρία που του έκανε, όταν ήτανε εκείνος πιτσιρίκι, γαλλικά, όπου (μάλλον) και είχε, αμούστακο αγοράκι, ερωτευτεί τότες … Αχ, η φριχτή, η τρισάθλια νοσταλγία… πάνε αυτά τα χρόνια, όχι; και ήξερε ότι ποτέ δεν θα έβρισκε το απαραίτητο θάρρος για να πει στη δεσποινίδα Μαρία (που’ ταν και εφτά χρόνια, νομίζει, νεότερη) να πάνε για ένα ποτό, Παρασκευή βράδυ, κάπου στη Κυψέλη, φερ’ ειπείν … τα νύχια του, φαγωμένα, μαρτυρούσαν μια εύγευστη ματαιότητα. Κάθισε στο γραφείο του, έβγαλε τα χειρόγραφα του, και άρχισε να διορθώνει τα τεστ των μαθητών του. Το γλωσσικό επίπεδο είχε πέσει κατακόρυφα αυτά τα δέκα χρόνια. Θεέ μου, εξετάζονται στα αρχαία και δεν χρησιμοποιούν καν πολυτονικό! Τι βραχύ, τι μακρό, τι περισπωμένες, τι αόριστος δεύτερος, τι ρηματικά επίθετα, άστα να πάνε στο διάολο! – μα του άντρα, του άρεσε. Του άρεσε πολύ, να βλέπει τα παιδιά να προσπαθούν, ακόμα και κίβδηλα, να μάθουν μια νεκρή, σπουδαία γλώσσα. Όταν ήταν ακόμη φοιτητής ο άντρας, οι καθηγητές του συνέκλιναν στην άποψη ότι θα μπορούσε να κάνει διδακτορικό στο εξωτερικό, και να γίνει ακαδημαϊκός.
Μα ο άντρας δεν είχε τέτοιες φιλοδοξίες … ήθελε να γίνει σαν εκείνους τους φιλόλογους των παιδικών του ετών, τους αυστηρούς, φινετσάτους, βαρετούς φιλόλογους, που τρώνε απ’ το τάπερ τους το κολατσιό τους και κοιτάνε απλανώς τα παιδιά να βολοδέρνουν και να αρμενίζουν μέσα σε μια βαθιά ανεμελιά, σιχτιρίζοντας (με μια ενοχική ηδονή) την μικροαστική τους καθημερινότητα … οκτάωρο, λίγη τηλεόραση, μερικές διορθώσεις, λιγάκι μελέτη, και μετά ύπνος: και, φευ, πάλι απ’ την αρχή! – μια αδιάσειστη γραμμικότητα, με τέρμα τον Τάφο. Πόσο του άρεσαν τα κοιμητήρια! τριγύρα, τα ευωδιαστά πεύκα, οι μηλιές, τα καντηλάκια, οι ξεθωριασμένες φωτογραφίες ως επί το πλείστον υποτονικών, ρυτιδωμένων γερόντων! … πόσο ήθελε να γίνει και αυτός ένας παππούλης, σαν αυτούς που έβλεπε στα καφενεία, να σιγοπίνουν την σύνταξη τους, με το κομπολόι τους, με το τάβλι τους, το σταυρόλεξο, το σκάκι, τα νεκρά όνειρα … είδε μια μάνα στο γραφείο των καθηγητών και θυμήθηκε τη δικιά του: παχουλή, σβέλτη, την μυρουδιά της φακής να σιγοβράζει, μετά απείκασε τον πατέρα του, όταν, στο χωριό, στο ξηροβούνι, μάζευαν αγριοθύμαρο και ρίγανη και δενδρολίβανο, και όλα φαίνονταν, τότε που’ σουν πιτσιρίκι, μπόμπιρας, ευοίωνα, και ο έρωτας φάνταζε μαντεμένο μεγαλείο, αχ, πως πέρασαν τα χρόνια, όμως, μέσα στην ανία, την αποτελμάτωση, την στατικότητα … οι γονιοί σου, Νίκο, πέθαναν, η θείτσα πέθανε, τα ξαδέρφια δεν μιλάνε πια μαζί σου, γεροντοπαλίκαρο κατέληξες, και ―γαμώτο― είχες τόσους τόνους αγάπης και πάθους και έρωτα μέσα σου! μα αυτή η διαολεμένη συστολή σου, αυτό το άγχος, δεν σου επέτρεψε να βρεις την γυναίκα της ζωής σου, που κάπου σε περίμενε, την έφτυσες! ― έφτυσες, γαμώτο, τη ζωή, κατάμουτρα … το χαμόγελο του μωρού, προς την μητέρα, όταν εσύ ήσουν μωράκι, τώρα πάνε αυτά, μεγάλωσες, μόνος, μόνος … βγήκε στην αυλή, και άναψε τσιγάρο. Τα σύννεφα έτρεχαν βεβιασμένα. Ο ουρανός, ένα βαθυκύανο ανεμόδαρτο σκαρί, αγκάλιαζε πατρικά τη πλάση … θέ μου, τι μελαγχολία δοκίμαζε ο άντρας! η ζωή του ήτανε σαν μια που έχασε μέσα στους μήνες το ζωηρό της χρώμα, και μαράθηκε, και μετά γίνηκε σκόνη … διαολεμένη νοσταλγία, οι θύμησες θάνατος με επιτόκιο … ο οβολός σου, που είναι; με άδεια χέρια θα κατέβεις στον Άδη;
Ξάφνου, ένα παιδικό χεράκι τον σκούντησε στην μέση. Ένα γυμνασιάκι. Μικρό σαν λουλουδάκι πατικωμένο, με μια φευγαλέα αθωότητα στα μάτια, ίδια με την θαλπερή ακινησία του κυκλάμινου … «Κύριε Νίκο». Ήτανε η Ζωούλα. Ένα παιδάκι με σοβαρή δυσλεξία. Απ’ το άλλο τμήμα, όπου δεν δίδασκε ο άντρας. «Πεινάω, κύριε Νίκο».
«Δεν έχεις κολατσιό, μικρό μου;»
«Δεν έχει λεφτά η μαμά, κύριε Νίκο. Πεινάω.»
Ο άντρας έσκυψε στο ύψος του παιδιού.
«Από πότε έχεις να φας, καλό μου;»
«Πεινάω, κύριε Νίκο.»
Ο άντρας, με πείσμα, αποκρούοντας την ροπή για δάκρυα, πήγε νηφάλια, ψύχραιμα στο κυλικείο, και πήρε ένα τεράστιο σάντουιτς με ζαμπόν και μαγιονέζα για το παιδί. Μετά έσπευσε στον διευθυντή, τον κύριο Φώτιο.
«Φώτη», του είπε με πένθιμη χάση στη φωνή, και του εξήγησε το συμβάν. «Δεν μπορούμε, κυρ Νίκο, να κάνουμε κάτι … δεν περνάει απ’ το χέρι μας … ξέρεις, υποψιάζομαι ότι η μαμά της, την χτυπάει … η Τζούλια [η χημικός] είδε κάτι στίγματα στον αυχένα … αλλά δεν είναι δουλειά δική μας …»
«Και η Πρόνοια;»
«Ας μην μπλέξουμε. Καλύτερα να κοιτάξουμε τη δουλειά μας.»
«Μα το παιδί πεινάει.»
«Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να του δίνουμε κάνα σάντουιτς, βρε Νίκο, έχει εδώ μέσα τριακόσια παιδιά! ― δεν περνάει απ’ το δικό μας χέρι. Ο θεός ας την φυλάει, μα …»
«Ο Θεός;!».
Ο άντρας ανέβηκε για μάθημα. Ένα παιδί έβαλε τα κλάματα που δεν έκανε τις εργασίες του. Ο άντρας δεν μπήκε στο κόπο να το επιπλήξει. Ήτανε και αυτός έτοιμος να κλάψει. «Δε πειράζει Σταύρο ― την άλλη φορά.»
«Κύριε Νίκο, συγνώμη, είναι η έκτη φορά ― μη το πείτε στη μαμά μου, θα με φωνάξει.»
«Δεν θα το πω.»
Έκαναν Ξενοφώντα. Τους μίλησε για τον Σωκράτη, την μαιευτική, το δαιμόνιον, τις μούσες, τις νύμφες … μα το μυαλό του ήτανε αλλού … στο παρελθόν … στη μακαρίτισσα τη μάνα του, στο θυμάρι που μάζευε με το πατέρα του … τότε, τα χινόπωρα, στο χωριό, στη Λακωνία, στη συγκομιδή της ελιάς … λιόδεντρα μύρια σε συστάδες απορροφώντας όλο το θεϊκό ηλιακό θάμπος … δεκάωρα κάτω απ’ τον πυρό ήλιο … μα τι ωραία που ’ταν! … με τον Κωστή, τον πρώτο ξάδερφο, και τη Νίνα, την θεία, και … και μετά … μες στον ίσκιο, ή στην αιώρα, διαβάζοντας Ελύτη, Βενέζη, Παλαμά, διαβάζοντας τους στοχασμούς, τα αποφθέγματα του Ηράκλειτου … οι νύχτες οι ξάγρυπνες με τον Ντοστογιέφσκι … οι νύχτες οι ηδείες με τον Flaubert και τον Stendhal … το αγριοθύμαρο … τα συκάμινα … οι ερωδιοί … οι γλάροι … η πρωινή αγκαλιά με τη μανούλα … το σκληρό περπάτημα του πατέρα, μέσα στο λιοπύρι … τα νυχτέρια στο λιακωτό, με αγκαλιά την Γραμματική των Λατινικών … οι κιτρινοκόκκινες οξιές … η αλαργινή παραλία … η ζαλιστική μέθη της αλαργινής αρμύρας της … η λιόφεγγη αμμουδιά … τα μισόγδυτα κορίτσια … τα κύματα ημιδιαφανή, σκάγοντας … και τότε, κλείνει τις σημειώσεις, και μόλις σχόλασε, για φαντάσου, άντε, ας μην αργήσει πάλι το λεωφορείο (ποτέ δεν πήρα δίπλωμα, με αγχώνουν οι δρόμοι – θα έκανα έναν νευρικό οδηγό, κ.λπ).
Το βράδυ, το σπίτι είναι τυλιγμένο σε ένα αραχνερό δαντελωτό σκοτάδι ― σπάνια ανοίγει ο κυρ Νίκος μετά τις εννιά φώτα. Απ’ το ραδιόφωνο, ακούγονται κάποια μάταια νέα για τον πόλεμο στην Γάζα, στην Ουκρανία … ο άντρας σήμερα δεν θα βάλει στο βινύλιο ούτε Mozart ούτε Bach, ούτε τίποτα, δεν έχει καθόλου όρεξη για μουσική. Απλά, θα τηγανίσει δύο αυγά μάτια, θα μελετήσει λιγάκι, και θα αντλήσει μέσω ενός ύπνου αν μη τι άλλο ανακουφιστικού αν και ζεστού δυνάμεις για την αυριανή μέρα. Ίσως να πιει και μια μπίρα, μαζί με λίγη τηλεόραση (μπορεί να παίζει καμιά παλιά ιταλική – που ξέρεις, κάναν Rosselini;).
Μα ούτε ταινία είδε ούτε μπίρα ήπιε. Απλά μελέτησε λίγο, και κοιμήθηκε ύπνο βαθύ. Ονειρεύτηκε τα παιδικά του χρόνια εκείνο το βράδυ, και αυτός ήτανε ο λόγος, κατά τον Αντώνη Αναγνώστου, σε συνδυασμό με το συμβάν της μικρής Ζωούλας, που μιαν εβδομάδα έπειτα βρήκαν το κουφάρι του με χαραγμένες τις φλέβες.
Αν μη τι άλλο, ήτανε ένας καλός φιλόλογος.