Ο άπελπις ρομαντικός

«Από μικρός, λάτρευε το μποξ. Αν και δεν ήξερε να παίζει καλά, αδύνατος και μαλθάκος. Του ανάδινε η κάθε γροθιά στο πρόσωπο του έτερου αντιπάλου μια σοφή και βροντώδη αρρενωπότητα, που τον χαλάρωνε απ’ το στρες της καθημερινότητας και τον συνεχή ιδεομηρυκασμό.» Μικρογραφία από κώδικα της Μονής Μεγίστης Λαύρας, Άθως
«Από μικρός, λάτρευε το μποξ. Αν και δεν ήξερε να παίζει καλά, αδύνατος και μαλθάκος. Του ανάδινε η κάθε γροθιά στο πρόσωπο του έτερου αντιπάλου μια σοφή και βροντώδη αρρενωπότητα, που τον χαλάρωνε απ’ το στρες της καθημερινότητας και τον συνεχή ιδεομηρυκασμό.» Μικρογραφία από κώδικα της Μονής Μεγίστης Λαύρας, Άθως




Στην κοπέλα που τ’ όνομα της ξεκινάει από ένα ασιατικό έψιλον και λήγει σε ένα εξαιρετικά ζείδωρο φοινικικό άλφα, και που, πάνω κάτω, όλα μου τα γραφτά μου της είναι αφιερωμένα, ακόμα και αν συχνά την αντικαθιστώ, ενοχικά, με άλλες αφιερώσεις, ώστε να είμαι δίκαιος σε όλες τις γλυκιές κοπέλες που έτυχε να ερωτευτώ – αμήν…




Το ότι ο Χρήστος ήτανε τρελά ερωτευμένος μαζί της, δεν το ήξερε μόνο εκείνη, που έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να μην ανταποκριθεί με καμιά δύναμη στον έρωτα του, αλλά κι όλοι οι φίλοι τους: δηλαδή, με άλλα λόγια, δεν το γνώριζε κανείς. Ήτανε πρωί και η αλυσιδωτή πάχνη, σύμμεικτη με φως, λιγάκι ξεθωριασμένη σελήνη και μπόλικο ουράνιο γαλάζιο, πλανιούνταν πάνω απ’ το αναριγούν κεφάλι του σαν ανύπαρχτο, βουερό αεροπλάνο.

Ο νοτιάς μέσα στην νοσταλγία της βαθιάς άνοιξης ηχούσε σαν κλάμα νεογνού θηλαστικού που για πρώτη φορά βλέπει το φως μετά από μέρες ανορασίας. Ο νεαρός είχε περάσει τα τελευταία πρωινά όχι στην άκρη της ταράτσας του, όπως την σημερινή απριλιάτικη μέρα, μα γερμένος πάνω στο γραφείο του, διαβάζοντας ρομαντικούς Εγγλέζους ποιητές – τη συνοδεία Bruckner και Bach. Πολλές φορές, σημείωνε έναν στίχο αρκούντως γλυκερό, και δάκρυζε με πυκνά, θολερά δάκρυα. «Καλή μου, γιατί με αρνιέσαι;». Αφού ήτανε ερωτευμένη μαζί του, του το είχε δηλώσει ρητά, γιατί δεν τον δεχόταν; ίσως επειδή ήτανε μικρότερος.. μα αυτό δεν ήτανε παρά ένα πρόσχημα, σκέφτηκε και κοίταξε τον φιδίσιο δρόμο κάτωθέ του.
Κοίταζε το κενό μπροστά του, και επαναλάμβανε εντός του Προνόμιο του βλάκα μοναχά το γήρας, και κάθε φορά που ξανάλεγε αυτή τη κουβέντα, τόσο ήθελε να χιμήξει στο κενό και να θέσει ένα τέλος ― βλακώδες, βέβαια: διότι, στο κάτω κάτω της γραφής, για τον αναρχικό, όπως ήτανε, φιλοσοφικά τουλάχιστο, ο Χρήστος, δεν υφίσταται κανένα τέλος, αφού δεν υφίσταται οντολογικά ούτε η αρχή.
Το μόνον που τον απέτρεπε πρακτικά απ’ το να συνεχίσει στην εκτέλεση, ή μάλλον επιτέλεση, αυτής της ανίερης και βαθύτατα αμαρτωλής πράξης, ήτανε η μάλλον καταναγκαστική προσμονή του να τελειώσει έναν απ’ τους κορυφαίους αγώνες του Foreman με τον Frazier, που ’χε αφήσει από χθες το βράδυ στη μέση ― εκείνον του '73 που καταξίωσε και απαθανάτισε τον Foreman σε θρυλική φιγούρα της επαγγελματικής πυγμαχίας.

Από μικρός, λάτρευε το μποξ. Αν και δεν ήξερε να παίζει καλά, αδύνατος και μαλθάκος. Του ανάδινε η κάθε γροθιά στο πρόσωπο του έτερου αντιπάλου μια σοφή και βροντώδη αρρενωπότητα, που τον χαλάρωνε απ’ το στρες της καθημερινότητας και τον συνεχή ιδεομηρυκασμό.
Για τον Χρήστο, ο Foreman συγκέραζε ιδιοφυώς το βεβιασμένο με το μεθοδικό και το καρτερικό, το ανυπόμονο και το θεατρικό και το επιθετικό με το μελετημένο και το αργόσυρτο. Το χθαμαλό με το ιερό. Μα πάνω απ’ όλα ο Foreman: ήτανε μια νιτσεϊκή φιγούρα. Δύναμις, τίποτε παραπάνω. Κινούμενος αργά, μα και σταθερά και ασταμάτητα, σαν σωστός θηρευτής, στον αντίπαλο του, είχε την πιο αποτελεσματική επίθεση που ’χει δει ποτέ ο Χρήστος: είχε όλον τον αέρα της αράπικης μπλουζ, και χτύπαγε όπως ο Bach πάταγε τα πλήκτρα στο εκκλησιαστικό. Η στρατηγική του ήτανε η ασίγαστη πυγμή, η άσπαστη συνέχεια της, η πυγμή ως οργή, ως βούληση.
Μα ακόμα και η μαχητικότητα του θείου Foreman, δεν μπορούσε να σταθμίσει την γλυκιά ρομαντική λύπη του Χρήστου. «Ένας άντρας μπορεί να τρέξει, μα δεν μπορεί να κρυφτεί» είπε ο Joe Louis. Και ο Αντώνης συμφωνούσε. Πως να αποδράσεις απ’ την μνήμη, απ’ το αίσθημα; ― την μοίρα… Έλα, μπες στο ring, πήδα! μα το ring σωστότερα ίσως είναι το να υπομένεις την ζωή, αγόγγυστα…

Είχε τρεις μέρες να ξυριστεί ― θεωρώντας ότι βρισκόταν σε βαθέως θρηνητική περίοδο. Το να μην εκπληρώνεται ο διακαής σου έρωτας, δεν είναι και αυτό ένα είδος εσωτερικού και μυστικού θανάτου; ― μάλλον, όμως, μια θανή διαρκείας, σαν το ατέλειωτο αγκομαχητό του σπρίντερ που ενώ δεν προηγείται, θέλει απεγνωσμένα να βγει πρώτος ή έστω δεύτερος και τρίτος.
Τελευταία, έπινε πολύ. Σήμερα, παραδόξως, δεν είχε πιει τίποτα, παρά που’ ταν περασμένες τέσσερις (συνήθιζε να πίνει ένα μπουκάλι λευκό ημίξηρο κρασί με το μεσημεριανό).
Όχι ― σήμερα δεν έφαγε τίποτα, και ούτε σκόπευε να ξαναφάει ποτέ.
Άκουγε μέσα του το «As Tears Go By» της Faithfull, σε στίχους και μουσική Jagger και Richards, και αισθανόταν ότι σταδιακά ετοιμαζόταν. Θυμήθηκε το ματς του Ali με τον Foreman: Όχι, δεν μπορείς να το κάνεις ακόμα.
Κοίταζε τα αεικίνητα αυτοκίνητα να πηγαίνουν απ’ τα δεξιά στα αριστερά σαν φτερωτές κατσαρίδες που ακολουθούνε ένα σκουπιδιάρικο βράδυ Αύγουστο. Άλλα μπλε, τα περισσότερα, άλλα μαύρα, άλλα κόκκινα ― και τα πιο λίγα κίτρινα. Τα κίτρινα, στο χρώμα της ζωής, όπως λέει ο Cioran, για τον Kandinsky, τον ενοχλούσαν πολύ στα μάτια ― η εκτυφλωτική ώχρα του όψιμου ήλιου, συμπληρωματικά, του επέβαλλαν μια στενόχωρη, ακατάλυτη νύστα.
Ένας ανεπαίσθητος πήδος στο χάος, και τότε ο πόνος σου θα σταματήσει. Θα ηρεμήσεις, επιτέλους. Δεν θα χρειαστεί να την συλλογίζεσαι, πλέον. Αλλά… αν ακόμα και στην Κόλαση βλέπουμε όνειρα, αν ακόμα και στη Κόλαση έχομε θύμηση; ― θεέ μου! δεν υπάρχει τότε καμία σωτηρία!
Όταν σε πρωτοαπέρριψε, ήσουν αγοράκι ― πιτσιρίκι. Ούτε γένια δεν είχες. Τώρα, είσαι «μεγάλος». Μα ακόμα πονάς το ίδιο ― όχι! πονάς περισσότερο! Γιατί ξέρεις ότι αδυνατεί να σε δει σαν ισόνομο, σαν άνδρα, γι’ αυτήν πάντα θα είσαι το αγοράκι που διαβάζει βιβλία και που έτυχε να ερωτευτεί μια κατά πολύ μεγαλύτερη του… βέβαια, η διαφορά δεν ήτανε τόσο μεγάλη… αλλά… κάτι δεν της καθόταν καλά… τι ήτανε αυτό που ήξερε από πριν ότι δεν θα μπορούσες ποτέ να της προσφέρεις; ― ίσως η καλοσύνη: εκείνη, διψά μονάχα για έντροπες καταστάσεις. Θέλει κάποιον που θα την φθείρει ― να, σαν εκείνον τον μαλάκα, τον πως το λέγανε τέλος πάντων ―Θανάση; Γιώργο; Δημήτρη;― μάλλον Δημήτρη: θεέ μου, πόσο θα’ θελα να του μπήξω ένα μακρουλό στιλέτο κατάστηθα! Πόσο κακό της έκανες, καθίκι!
Εγώ… δεν θα της έφερνα ποτέ αντίρρηση… θα τα παράταγα όλα, μονάχα για να την κάνω αυτήν ευτυχισμένη… θα έχυνα αίμα, θα άδειαζα ολάκερος, για να μην χρειαστεί να χύσει αυτή ποτέ της, και αν κανείς της πείραζε ποτέ έστω μια τρίχα απ’ τα αραχνοΰφαντα, καστανόξανθα μαλλιά της… θεέ μου, θα γινόμουν δολοφόνος! Λοτρεαμόν! ναι! ένας Ρασκόλνικοφ, ένας φονιάς-μηδενιστής!
Στο χέρι του είχε από νωρίς ένα μήλο. Ήτανε πολύ ωριμασμένο, και του άφηνε στον ουρανίσκο μια ξινίλα ή, καλύτερα, μια γεύση μεταλλική, λες και είχε πιει ένα σφηνάκι ανθρώπινο αίμα. Ήτανε το μόνο εδώδιμο πράγμα που θα δεχόταν να φάει χωρίς θυμό. Το μήλο φαινόταν πως δεν θα τέλειωνε ποτέ, σάμπως με κάθε νέα διστακτική και ταπεινή μπουκιά αυτό αναπλαθόταν με τον αυτοματισμό μιας καινοφανούς μηχανής για την επαναστατική εφεύρεση της οποίας η ανθρωπότητα δεν θα ήτανε ποτέ έτοιμη…
Έγειρε όσο πιο πολύ του επέτρεπε το θάρρος του, μέχρι που οι άκρες των σκαρπινιών του ακούμπησαν πάνω στο κάτω μέρος του ορθογώνιου κιγκλιδώματος. Ήξερε πολύ καλά ότι έλεγε ψέματα στον εαυτό του: δεν έφτανε μονάχα να κάνει ένα φευγάτο πηδηματάκι στην κενότητα, μα πρώτα έπρεπε να σκαρφαλώσει το σκουριασμένο κάγκελο, να προχωρήσει δυόμισι βήματα ― και τότε να πηδήσει…
Απ’ όλους τους γείτονες στις βεράντες, που έπιναν τον απογεματινό καφέ τους, κανείς δεν του ’χε δώσει σημασία. Λες και ήτανε φάντασμα. Τ’ αγόρι-φάντασμα. Το παιδί που δεν θέλει να μεγαλώσει. Που μεγάλωσε, και τρελάθηκε.
Δεν σου είμαι αρκετά άντρας; ― χα! βλέπω μποξ! ξέρω να βαράω! είμαι κοκαλιάρης, αλλά έχω τεχνική. Δεν έχεις δει ξανά τόσο αιφνίδιο jab, τέτοιο δεξιοτεχνικό κούνημα των ποδιών! Είμαι μποξέρ, κυρίως, επειδή παλεύω μέρα νύχτα με την πόρνη μοίρα μου. Από δώδεκα χρονών, μπήκα στο ring ― και δεν βγήκα ποτέ.
Έλα, Χρήστο, άντε, τι περιμένεις; πάρε ένα μπουκάλι κονιάκ απ’ τον Ινδό (είναι σε προσφορά) – και τράβα βρες την! «Αφού αγαπιόμαστε, διάολε, τι έχουμε να χάσουμε, γαμώτο;» σου λέει ο αέρας, μα πιο απλό να αυτοκτονήσεις. Τίποτα πιο σημαντικό, πιο σπουδαίο από μια δικαιωμένη αυτοκτονία.
Όσο πιο πολύ αναμόχλευε το διαπιστωμένο γεγονός ότι του είχε εξομολογηθεί τον έρωτα της, μα συνέχιζε να μην τον θέλει, «ένας πλάνης έρως, άνευ αποτελέσματος», τόσο ήταν αποφασισμένος ότι η αυτοχειρία δεν ήτανε βλακεία, μα ανάγκη: ύπατη λυσιτέλεια ― τόσο πιο ασήμαντο έβλεπε το κιγκλίδωμα που τον απομάκρυνε μισό γαμημένο μέτρο απ’ τον θάνατο!
Πήδα! πήδα, βλάκα! Κάνε την βλακεία σοφία! δείξ’ τους! τέρμα! τέρμα με τις προφάσεις! π-πήδα! Χρ-Χρρρ-Χρήστο! πηήδ-πήδαα!
Μα τραύλιζε. Ακόμα και στις σκέψεις του. Όχι ― είχε πράγματα για να ζήσει. Απλά δεν ήξερε ποια ήτανε αυτά τα πράγματα. Η μονάχα στον έμβιο κόσμο αντικειμενική δυνατότητα να βλέπει ξανά και ξανά το χαμόγελο της, τα χείλια της να σπαρταρούν, ακόμα και αν δεν θα μπορούσε ποτέ να τα φιλήσει, να βλέπει τα μαύρα ματάκια της, να ονειρεύεται την αγκαλιά της, ενώ δεν μπορεί να την έχει στον ξύπνιο του.

«Βλάκα!»

Ο Χρήστος θεωρούσε εαυτόν Επικούρειο: και όποτε μιλούσε για «ηδέως ζην», αναφερόταν στην Επικούρεια ηδονή: μα η ηδονή της άμετρης μελαγχολίας, είχε κάτι που δεν το βρίσκεις ούτε στην Επικούρεια αταραξία!

Έφερε στις σκέψεις του τους στίχους του Μπαγιαντέρα:

Σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει
η κάθε σκέψη μου κοντά σου τριγυρίζει
δεν ησυχάζω και στον ύπνον που κοιμάμαι
εσένα πάντα αρχοντοπούλα μου θυμάμαι

Έκλαψε. Ξανά. Όχι με αναφιλητά. Ήτανε σάμπως έκλαιγε βωβά, χωρίς ανάσες, μα ούτε και ήχους. Αυτή τη στιγμή, μονάχα την βαρύτητα σεβόταν: το αυτοκτονικό του εργαλείο: ο νόμος της παγκόσμιας έλξης, θα έλυνε το ερωτικό του πρόβλημα: «Κάθε σώμα στο σύμπαν έλκει κάθε άλλο σώμα με δύναμη ανάλογη του γινομένου των μαζών τους και αντιστρόφως ανάλογη του τετραγώνου της απόστασης του κέντρου μάζας τους» θυμήθηκε, σαν έπαιρνε την απόφαση να πηδήσει, εκείνη η βαρύτητα, που θα του επέτρεπε όχι να αιωρηθεί, λες και ήτανε αυστροναύτης, λες και ήτανε δέσμιος μιας ετεροπλανητικής πραγματικότητας, μα θα τον έπαιρνε κάτω, μαζί της, στο πλακόστρωτο άδυτο. Και μέσα από έναν μπόγο διαλυμένων οργάνων, κοκάλων και αίματος, θα έβρισκε επιτέλους τον λυτρωμό. «Μα πως να ζήσω σε έναν κόσμο όπου δεν θα μπορώ να δω τα μάτια της να λαμπυρίζουν, το χαμόγελο της να στραφτοκοπά, τα στήθια της να γελούν, τα πόδια της να τρέχουν να προλάβουν τον έρωτα;».

Σταμάτησε το κλάμα, και έτριψε τους κροτάφους του, σοβαρά.
Πέταξε το ξινό μήλο στο βάθος του κενού, και είπε: «Ας πηδήξω αύριο. Ας ζήσω άλλη μια μέρα με τη θύμηση της. Ίσως απόψε, αν το ονειρευτώ, αύριο να έχει αλλάξει γνώμη. Ποιος ξέρει ― αύριο, μπορεί για εκείνην η κλοπή του φιλιού μου να έχει γίνει ζήτημα ζωής και θανάτου» και τούτη την συμφιλιωτική παραδοχή την συνόδευσε η διατύπωση της εξής σκέψεως: «Όποιος αντέχει να περιμένει, βγαίνει απαρέγκλιτα κερδισμένος, είχανε πει οι σοφοί». Και με το που διατυπώθηκε μέσα του αυτή η ρήση, δεν χρειάστηκε να την επαναλάβει άλλο πια ― γιατί ήδη είχε μπει μέσα, και είχε στρωθεί στο γράψιμο.
Αυτή η σκέψη τον κράτησε ζωντανό. Και, κυριότερα, η ποιητική του συλλογή Στίχοι για αυτήν που δεν μ’ αγάπησε, που εκδόθηκε από έναν αξιοσέβαστο οίκο έναν χρόνο ύστερα, κέρδισε το δεύτερο Κρατικό Βραβείο.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: