Ο ποιητής
Στην Κούλα Αδαλόγλου
Είναι πολλών πατέρων παιδιά τα λόγια μας
κι οι σκέψεις μας, πολλών μανάδων κόρες είναι.
Ένας χλιαρός χυλός
το υλικό απ’ όπου φτιάχνονται τα όνειρα:
ξεχασμένοι στοίχοι, πρόσωπα χωρίς περίγραμμα,
αναμνήσεις,
που φτάνουν τόσο κοντά στην αρχή,
ως εκεί που μπορεί να θυμηθεί ο καθένας:
την εποχή πριν τους θεούς
τον πόλεμο και τον λοιμό.
Εκεί βουτά τα χέρια ο ποιητής
μορφές να στυλώσει
πνοή να τους φυσήσει
ν’ ακουστούν.
Πώς να τον στήσεις τον χυλό;
Πώς να του δώσεις σώμα;
όταν απ’ τα δάχτυλα οι λέξεις σού περνούν
και σαν λεκέδες στο χαρτί απλώνουν
Κι είναι φορές ― ελάχιστες
που ένα σβολάκι στιβαρό, ένα μικρό χαλίκι
ένα χρωματιστό γυαλί,
και σπάνια ― πολύ σπάνια,
λίγο ατσάλι ή μάλαμα
ένα κοχύλι,
απομεινάρια ναυαγών ή κόκαλα σουπιάς
αλιεύει.
Ένα, ένα τούτα τα πολύτιμα μαζεύει, ο ποιητής,
και τ’ αποθέτει με στοργή πάνω στον πάγκο
να τα ‘χει μπρος στα μάτια του να φέγγουν στο σκοτάδι.
Με τέτοια σπάνια, στιβαρά συστατικά
τους στίχους να στυλώσει προσπαθεί,
να κρατήσει το ποίημα,
μη σαν την μελάνη απλωθεί κι όλο το φύλλο πνίξει.