Φρέντο εσπρέσο σκέτο. Τα πρωινά της Κυριακής είχαν τη μουντάδα του καιρού, περπάτημα μέχρι τη Φωκίωνος, μια ματιά στο καινούριο γκράφιτι και 4 τσιγάρα. Μέχρι την επιστροφή, ο καφές γινόταν ένα με τα κατακάθια της.
Η Κυριακή εκείνη ―24 Νοεμβρίου― δεν ήταν όπως οι άλλες.
Είπε ευχαριστώ στο αγόρι με το αδιάφορο λογότυπο «DOLCE CAF» στη μπλούζα, κουνώντας κυρίως το κεφάλι. Και άρχισε να περπατάει προς το σπίτι. 58 κιλά άνθρωπος κουβαλούσε όλα τα βάρη του κόσμου. Μπορεί να είχε κουραστεί να δουλεύει στο ΚΕΠ, να μη χωρούσε στο διαμέρισμα του τρίτου που της άφησε η μάνα της. Μπορεί η εμμηνόπαυση. Μπορεί και η σκέψη πως μόλις έβαζε το κλειδί στη πόρτα εκείνη, θα ήταν εκεί. Με τη φλοράλ ρόμπα, τις ασορτί παντόφλες και το πιεσόμετρο. 16 η μεγάλη, 10 η μικρή.
Είχε δώσει 3 μισθούς για να το βάψει ξανά και ξανά. Απαλό γκρι, γήινο καφέ, μοβ, κίτρινο. Δύο φορές το χρόνο άλλαζε τα έπιπλα με καινούργια από το ΙΚΕΑ. Η μυρωδιά της, τα μπλε της μάτια, το κοφτερό της μυαλό, η φωνή της ήταν εκεί.
Η αγκαλιά της έλειπε.
Κατεβαίνοντας τη Δροσοπούλου αντιλήφθηκε έναν ύπουλο ήχο πίσω της. Έκανε εικόνα το σώμα της, να πέφτει απότομα στο πεζοδρόμιο. Μπρούμυτα, με τα χέρια απλωμένα και το χάρτινο ποτήρι να κυλάει στην άσφαλτο μαζί με το αίμα της. Η εικόνα είχε πόνο: ένα βαθύ κάψιμο που έκοβε την ανάσα. Και μια σιλουέτα να τρέχει μπροστά από τα βλέφαρα της, λίγο πριν κλείσουν.
Μαύρο. Πέθανε ακαριαία; Ή μετά; Δεν θέλει παράδεισους με φωτεινούς ήλιους, τρεχούμενα ρυάκια και πουλιά. Τόσο φως είναι κόλαση. Και μετά, θα λείψει σε κάποιον; Αλήθεια; Όχι. Όχι, δεν πέθανε και μπροστά της την είχε προσπεράσει ένας μαύρος γάτος.
Στεκόταν απέναντί της, θρασύς, κοκαλιάρης, με τρίχωμα θαμπό και μάτια κίτρινα που γυάλιζαν. Ασυναίσθητα έκανε πίσω ψιθυρίζοντας «ξουτ». Ούτε που κουνήθηκε.
Την κοίταξε βαθιά σαν να την περίμενε. Κόλλησε στον τοίχο με το γκράφιτι, έγινε ένα με τη ζωγραφιά για να τον προσπεράσει. Την ακολούθησε. Ένα βήμα αυτή, ένα εκείνος. Τα ζώα πιάνουν τον φόβο πιο γρήγορα απ’ ό,τι τον παραδέχεσαι — κι από κει και πέρα σε έχουν κατακτήσει.
Και εκείνη η γυναίκα ήταν γεμάτη φόβους. Φοβόταν να ακουμπήσει το καζανάκι, έβλεπε πάνω του τα δάχτυλα των άλλων. Φοβόταν να βάλει το κλειδί στην πόρτα, γιατί περίμενε από μέσα ένας άγνωστος. Κι ο πιο σάπιος φόβος: ότι κανείς δεν θα το μάθαινε ποτέ. Ότι θα χανόταν σιωπηλά, όπως μια μύγα στον εξαερισμό.
Πήρε βαθιά ανάσα. Τον κοίταξε. Η μισή ουρά έλειπε. Τα αφτιά γεμάτα ουλές. Ένας αδέσποτος καβγατζής της Κυψέλης, ζωντανός από τύχη. Στη δεύτερη βαθιά ανάσα, σκέφτηκε πως δεν του έμοιαζε. Κουβαλούσε τα σημάδια του, δεν τα έκρυβε, ενώ εκείνη τα άφηνε να σαπίζουν μέσα της.
Έφτασε με ανεβασμένους παλμούς στην είσοδο της πολυκατοικίας. Περίμενε να φύγει. Μα ο γάτος άραξε στα σκαλιά.
Πέρασε η Κυρία που έχει το περίπτερο με το σκυλί της. Λένε «καλημέρα», «καλησπέρα» χωρίς να βρεθούν ποτέ τα μάτια τους. Μια φορά, την είχε ρωτήσει «όλα καλά;» και είχε πει «ναι». Δεν ξαναρώτησε ποτέ.
Οι άνθρωποι θέλουν να επιβεβαιώνουν ότι όλοι γύρω τους είναι «μια χαρά». Αυτή τη φορά βιάστηκε και είπε πρώτη «μια χαρά». Μείνανε εκεί ώρα πολλή, ώσπου κουράστηκε πρώτη. Άφησε το γάτο να έρθει μαζί της. Ανέβαινε πίσω της τις σκάλες, σαν να ήξερε τη διαδρομή.
Στον τρίτο, μπροστά στην πόρτα της με το χριστουγεννιάτικο χαλάκι, ξάπλωσε και άρχισε να γλείφει τις πληγές του. Έκατσε και η γυναίκα δίπλα του. Τον ζήλεψε. Αυτός τουλάχιστον είχε παλέψει για να επιβιώσει.
Η πολυκατοικία ανακύκλωνε την ατμόσφαιρά της: πρόχειρη καθαριότητα, τηγανητά κρεμμύδια και χρόνια υγρασία. Έβγαλε τον συναγερμό και έσπρωξε το κλειδί στην πόρτα ασφαλείας. Ακούστηκε το τριπλό κλικ. Ο μαύρος γάτος δεν κουνήθηκε. Κι εκείνη, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν μπήκε μέσα.
Κατέβασε το χέρι από το πόμολο. Κάθισε ξανά στο κρύο μάρμαρο, με την τσάντα της ανάμεσα στα γόνατα. Ο γάτος ανασηκώθηκε και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες.
Σταθερά, με αξιοπρέπεια, χωρίς βιασύνη. Τον ακολούθησε και βγήκε ξανά στο δρόμο. Δεν ήξερε πού πήγαινε. Μόνο πως δεν γύριζε πίσω. Εκείνη τη στιγμή, για πρώτη φορά μετά από καιρό, το βήμα της δεν ήταν μηχανικό. Είχε βάρος αλλά ήταν το δικό της.
Ακολούθησε το γάτο μέχρι την πλατεία. Νύχτωνε, κι οι παρέες με τα κουτάκια μπύρας είχαν πιάσει τα παγκάκια. Τους φώτιζε το φως απ’ το περίπτερο. Έφηβοι από διάφορα μέρη του κόσμου με τα ίδια γέλια.
Ο γάτος χώθηκε σ’ ένα μίζερο στενό. Έμοιαζε να ξέρει κάθε σκουπιδοτενεκέ και τρύπα στον πεζόδρομο. Στάθηκε μπροστά στη χαλασμένη πόρτα. Οι αφίσες σκισμένες, τα γράμματα ξεθωριασμένα, κι όμως ακόμα διάβαζες τι ήθελαν να πουν: «NO FUTURE» γραμμένο στραβά με μαρκαδόρο. «Μαμά βαριέμαι» με παιδικά γράμματα.
«Ζούμε μόνο μια φορά» με σπρέι μισοσβησμένο από τη βροχή. Και πιο χαμηλά με κεφαλαία: «ΣΙΓΑ ΜΗ ΚΛΑΨΩ».
Έγειρε στον τοίχο. Τα πόδια της έτρεμαν. Δεν ήταν ο γάτος που την οδηγούσε. Ήταν το στομάχι της που άδειαζε, το μυαλό που βούιζε. Σκέφτηκε τη μάνα της με τη φλοράλ ρόμπα, το πιεσόμετρο, τη φωνή που έλεγε «μην τολμήσεις να γυρίσεις αργά». Γύριζε πάντα νωρίς, πάντα υπάκουη.
Μέχρι που πέρασαν τα χρόνια κι έμεινε υπάκουη στους φόβους της.
Έσκυψε και ακούμπησε διστακτικά το γάτο. Το τρίχωμά του ήταν βρώμικο, γεμάτο κόμπους. Γύρισε και τη δάγκωσε στο χέρι. Έτρεξε αίμα. Το κοίταξε. Δεν πόνεσε.
Σήκωσε το βλέμμα της. Μπροστά της το στενό απλωνόταν σκοτεινό, χωρίς φώτα, γεμάτο σκιές. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε: αν έμπαινε, δεν θα ξαναγύριζε πίσω. Και μπήκε.
Το στενό μύριζε σαν ανοιχτή κοιλιά πόλης. Κάθε περπάτημα έσπαγε γυαλιά. Ο γάτος προχωρούσε μπροστά, με οικειότητα, λες και ήταν σπίτι του. Στον πρώτο τοίχο, δυο σκιές γαντζωμένες. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.
Πιο κάτω, ένα στρώμα πεταμένο. Σκουριασμένες βελόνες γύρω του. Θυμήθηκε τον πρώτο της έρωτα-μπορεί και τελευταίο- που έλιωνε έτσι, και τη μάνα της να λέει «μην συνεχίσεις με αυτόν, θα κολλήσεις την κατάντια του». Και δεν τον ξαναείδε. Μέχρι που αυτός πέθανε.
Ο γάτος στάθηκε σ’ ένα ανοιχτό υπόγειο. Μέσα, λάμπα φθορίου που τρεμόπαιζε.
Τσιμέντο και νερό που έσταζε μαζί με σιωπή. Κατέβηκε. Τα πόδια της ίσα που την κρατούσαν αλλά δεν σταμάτησε. Εκεί, σ’ έναν γυμνό τοίχο, ένα μεγάλο κομμάτι τζάμι.
Κι εκείνη, θολή, απέναντί του. Όχι η γυναίκα των πενήντα με τις ρυτίδες και τα κουρασμένα μάτια, ούτε το κορίτσι με την αλογοουρά. Μια φιγούρα μισή-μισή. Λες και την είχαν κόψει στα δύο: από τη μια εκείνη, από την άλλη εκείνη που έζησε- δεν έζησε.
Ο γάτος ανέβηκε σε έναν πάγκο και έφερε την ουρά στα μπροστινά του πόδια. Ένιωσε πως αν γύριζε πίσω, θα την έθαβε ζωντανή το ίδιο της το σαλόνι. θα γινόταν μια σκιά με ένα πιεσόμετρο στο χέρι. Έμεινε στο υπόγειο. Άφησε το κορμί της να πέσει, ύστερα ό,τι κρατούσε. Τελευταίο, το μπρελόκ, με τον Πύργο του Άιφελ.
Το κρύο τσιμέντο, της μούδιασε τα πόδια. Ο γάτος έγλειφε αργά το αίμα από το δάγκωμα.
Δεν ήθελε να φύγει. Δεν ήθελε να ξαναβγεί στο φως της Δροσοπούλου, ούτε να μπει στο λεωφορείο, ούτε να χτυπήσει κάρτα. Δεν ήθελε να ξαναδεί το σπίτι, την έξυπνη τηλεόραση με τις ειδήσεις, τον καθρέφτη στο χολ που μετράει τις ρυτίδες πιο πιστά από ό,τι μέτρησε τη ζωή της.
Έγειρε το κεφάλι στον τοίχο. Ο γάτος την κοίταζε. Έβαλε το χέρι της στην πλάτη του ζώου. Το τρίχωμα ήταν ζεστό σαν να φύλαγε θερμότητα για μια παλάμη. Το άφησε εκεί. Εκεί, μες στη βρώμα, της ήρθε η σκέψη, καθαρή: δεν θα με βρει κανείς αν μείνω εδώ.
Δεν θα ρωτήσει. Ούτε συνάδελφος, ούτε γείτονας. Ίσως ένας υπάλληλος στον ΕΦΚΑ να σημειώσει κάποτε «εκκρεμεί».
Έκλεισε τα μάτια. Στο βάθος ακουγόταν στάλα-στάλα το νερό. Ο χρόνος χτυπούσε, αλλά όχι για τη γυναίκα. Ο γάτος κουλουριάστηκε στην αγκαλιά της. Το γουργουρητό του την σκέπασε σαν λύτρωση. Δεν αντιστάθηκε. Δεν είχε τίποτα να υπερασπιστεί.
Τελείωσε χωρίς κραυγή. Ούτε δράμα, ούτε φως που σβήνει — μόνο μια συνηθισμένη νύχτα που κοιμήθηκε εκεί που κοιμήθηκε, πάνω στο τσιμέντο, με τον γάτο κουλουριασμένο στο στήθος της. Το πρωινό ήρθε και πέρασε χωρίς να τη ψάξει κανείς. Η πόλη έκανε αυτό που ξέρει: Συνέχισε με τη Δευτέρα.
Ένα φορτηγό ξεφόρτωνε παλέτες με shrink packs ενεργειακών ποτών.