Περπατούσε κάπως αργά ― έτσι θα έλεγαν οι περισσότεροι, ήρεμα όμως είναι η σωστή λέξη. Κάθε του βήμα έφερε μια εισπνοή ή εκπνοή, ανάλογα με την τοποθέτηση που είχε στην κλίμακα της αναπνοής του. Κι έτσι το βάδισμά του είχε έναν ρυθμό, που ξένιζε τους περιπατητές της αγχώδους καθημερινότητας. Παλιά έτρεχε κι αυτός με κομμένη την ανάσα. Ακολουθούσε πιστά τον τρελό αυτόν κανόνα μιας ζωής που ονομάζεται επιβίωση και κάθε ένα από τα επιπλέον στρώματα που την ακολουθούν: καταξίωση, ευημερία και ούτω καθεξής. Όμως όχι. Πλέον δικαιωματικά, συνταξιούχος γαρ, είχε έρθει η ώρα να αντιστρέψει τη μέχρι τότε πραγματικότητα που ζούσε και να κάνει την εξαίρεση-κανόνα. Και τούτο, σ’ αυτόν τον άνθρωπο δεν έγινε επιτηδευμένα ή με κόπο όπως σε πλείστες άλλες περιπτώσεις, έγινε απολύτως φυσικά· ιδού το χάρισμά του. Όλα εκείνα τα μικρά σωσίβια που τον κρατούσαν στην επιφάνεια, μακριά απ’ τον πνιγμό του οξειδωτικού στρες, με το που τα βρόντηξε, γιγάντωσαν κι έγιναν ένα νησί στη μέση του πουθενά, όπου ζούσε πια ευτυχής. Και το ’ξερε, δεν περνούσε ερήμην του τούτη η ευτυχία. Την ένιωθε όταν μύριζε τα γιασεμιά, όταν το βράδυ τον χάιδευε ο ύπνος απαλά, κι όταν το πρωί ξυπνούσε χορτασμένος, έτοιμος για τη ζωή που στερήθηκε, μια ζωή γαλήνια.
Τον περισσότερό του χρόνο τον περνούσε στον κήπο του και στο καφενείο. Πολλές φορές πλήρωνε εκεί με τα λαχανικά του, που ήταν εξαιρετικής ποιότητας και μοσχομύριζαν. Η νοστιμιά τους ήταν σχεδόν θεραπευτική, σαν την αγκαλιά του πατέρα, με τόση αγάπη τα ’χε μεγαλώσει. Έφτασαν μέχρι και να του ζητήσουν απ’ το καφενείο να γίνει προμηθευτής τους, αλλά με το που το άκουσε σούφρωσε τα χείλη του και κοίταξε απ’ την άλλη. Γενικά δεν μιλούσε πολύ. Ήταν κι αυτό ένα απ’ τα ανεστραμμένα στοιχεία της νέας του κατάστασης. Μετά από πολλά έτη κατάχρησης της πάρλας, ήτοι αναλύσεων, εξηγήσεων, παρουσιάσεων, φωναχτών σκέψεων, άσκοπων συνομιλιών και της συνακόλουθης αδρεναλίνης, ήταν πολύ φειδωλός στο πότε θα πει κάτι και τι θα ειν’ αυτό. Τούτο βέβαια δεν σημαίνει ότι έχασε και την εγγενή του ευγένεια. Το αντίθετο μάλιστα, την ενίσχυσε, καθώς αυτό που έκοψε διαπαντός ήταν αυτές οι άκαρπες αντιπαραθέσεις προς όφελος του λόγου, άλλως της άποψης, που χαλάνε σπίτια, φιλίες και ανοσοποιητικά συστήματα.
Μια μέρα, εκεί που λιαζόταν στο καφενείο κι έπινε τον καφέ του, ένας σπιτοσπουργίτης προσγειώθηκε στο τραπέζι του. Εκείνος αμέσως έπιασε το κουλουράκι που περίμενε στο πιατάκι του φλιτζανιού του υπομονετικά, το ’τριψε λίγο στο χέρι του και το ακούμπησε στο τραπέζι με τα ψίχουλα τριγύρω. Ο σπιτοσπουργίτης τσίμπησε κάνα-δυο απ’ αυτά, κοιτάζοντάς τον με φόντο το καφενείο. Δεν άργησε όμως να πετάξει ψηλά, γι’ άλλα σπιτικά, άλλους οικοδεσπότες κι άλλους μουσαφίρηδες. «Έτσι είμαστε κι εμείς», σκέφτηκε. «Ήρθαμε, είδαμε και θα φύγουμε. Σε μια στιγμή». Σηκώθηκε όρθιος, τεντώθηκε και γύρισε στο κονάκι του σκεπτικός.
Το ίδιο βράδυ βάλθηκε ν’ αποδείξει στον εαυτό του ότι κανείς δεν μπορεί να ελέγξει τη στιγμή του φευγιού. «Δεν μπορεί να είναι όλα τακτοποιημένα, στη θέση τους, υλικά και άυλα. Αν κάτι τέτοιο ποτέ συμβεί εν ζωή, το τέλος θ’ ακολουθήσει και ποιος ξέρει τι θα συμβεί μέχρι τότε», σκέφτηκε. Η περίπτωση της αυτοχειρίας δεν περιλαμβανόταν στη συλλογιστική του. Δεν τον ενδιέφερε κάτι τέτοιο ως επιλογή. Ίσως και να τη θεωρούσε την εύκολη λύση ως προς το άνω εγχείρημα. Την επόμενη μέρα προσπάθησε να ορίσει ποια είναι τα υλικά και τα άυλα, και από πού προέρχεται το καθένα. Ποια καθορίζονται μέσα μας, ποια διαμορφώνονται απέξω μας, και ούτω καθεξής. Την τρίτη μέρα κατέληξε ότι όποια κι αν είναι αυτά, σημασία έχει ότι το ένα μπολιάζει τ’ άλλο και το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ σταθερό, οπότε η ρευστότητα είναι η ίδια μας η φύση, να γιατί αποτελούμαστε κυρίως από νερό, εμείς κι ο κόσμος μας.
Την τέταρτη μέρα το πρωί πήγε στη θάλασσα. Έβγαλε τα ρούχα του και μπήκε στο νερό. Ξάπλωσε ανάσκελα κι αφέθηκε να τον παρασύρει το ρεύμα. Έκλεισε τα μάτια του. «Ωραία στιγμή», ακούστηκε μια φωνή βγαλμένη απ’ τα σπλάχνα του. Χαμογέλασε αμυδρά. Κολύμπησε μέχρι την παραλία νωχελικά και βγαίνοντας σκούπισε το σώμα του, κοιτάζοντας τον ανατέλλοντα ήλιο. Όταν γύρισε σπίτι του, άνοιξε το ραδιόφωνο κι έφτιαξε πρωινό. Αφού έφαγε και ήπιε τον καφέ του, το τηλέφωνο χτύπησε. Σήκωσε το ακουστικό κι ακούστηκε εκείνη η φωνή που του μίλησε στη θάλασσα. «Τι κάνεις αγάπη μου», τη ρώτησε. «Καλά μπαμπά μου», αποκρίθηκε εκείνη. «Εσύ; Πώς είσαι; Τι σκέφτεσαι τελευταία; Για το προηγούμενο, έχω να σου πω…» Εκείνος κάπως σάστισε ξαφνικά, έκανε μια παύση, πήρε μια ανάσα ρηχή, πήγε κάτι να πει, σταμάτησε, πήρε άλλη μια ανάσα, δίχως οξυγόνο αυτή τη φορά, ξανασταμάτησε, και τελικά: «Το πόσο σ’ αγαπώ». Αυτό, της είπε, και σωριάστηκε στο πάτωμα.
Το φευγιό