Ο μπαμπάς αλλάζει τα κανάλια

Από το «Interview with mom», 1973
Από το «Interview with mom», 1973



Το σπίτι ήταν βουβό, τυλιγμένο στη θαμπή, χειμωνιάτικη σιγή του απογεύματος. Η κυρία Καίτη έκανε βόλτες αργά στον διάδρομο, με το τρίποδο μπαστούνι της να σπάει ρυθμικά την ησυχία· κάθε «τακ» αντηχούσε στα κεραμικά του μωσαϊκού σαν μετρονόμος του χρόνου που λιγόστευε. Μικροκαμωμένη, καμπουριαστή, ντυμένη με το καλό της φόρεμα και μια μπλε ρόμπα ―εκείνη που φορούσε παλιά ο άντρας της όταν έκανε κρύο― περπατούσε με κόπο, κάνοντας μικρά βήματα, σα να διαπραγματευόταν με το πάτωμα κάθε της κίνηση.
Πάνω στα έπιπλα, παλιά κεντήματα. Δεν θυμόταν πότε τα είχε φτιάξει· ήξερε μόνο ότι ήταν δικά της. Όπως και το σπίτι. Όπως και η μοναξιά της, που ξαφνικά την διέκοψε ένας ήχος: το τηλέφωνο. Γύρισε το κεφάλι αργά προς τον ήχο. Με κόπο άλλαξε πορεία και σύρθηκε ως το κομοδίνο. Σήκωσε το ακουστικό. Μια αντρική φωνή την πληροφόρησε ψυχρά πως η κόρη της, η Μαιρούλα, είχε τρακάρει και χρειαζόταν λεφτά. Πολλά λεφτά. Το στόμα της στέγνωσε. Τα δάχτυλά της άρχισαν να τρέμουν. Πήγε να φωνάξει, αλλά της ξέφυγε μόνο ένας αδύναμος ψίθυρος: «Αχ…». Η φωνή συνέχισε ατάραχη. Της περιέγραφε το ατύχημα, την κατάσταση, επέμενε πως δεν έπρεπε να ειδοποιήσει κανέναν. Θα περνούσε, λέει, ένας άνθρωπος να πάρει τα χρήματα.
Όταν το τηλέφωνο έκλεισε, η κυρία Καίτη έμεινε ακίνητη για λίγο. Κοιτούσε μπροστά της χωρίς να βλέπει. Όταν σηκώθηκε, βογκούσε. Το βλέμμα της θολό, το βήμα της ασταθές. Κάτι ήξερε ότι έπρεπε να κάνει, μα δεν θυμόταν τι. Προχώρησε ως το καθιστικό και κάθισε στον καναπέ. Απέναντί της, το ρολόι τοίχου έκανε ένα «τικ-τακ» κάπως πιο γρήγορο απ’ όσο θυμόταν. Άνοιξε την τηλεόραση και περιπλανήθηκε στα κανάλια. Κατέληξε σ’ ένα με τραγούδια. Παλιές επιτυχίες. Άρχισε να τραγουδάει κι εκείνη. Χαμηλόφωνα στην αρχή, έπειτα πιο δυνατά. Ήξερε τους στίχους. Τους τραγουδούσε χρόνια.

Ξαφνικά, χτύπησε το θυροτηλέφωνο. Στην αρχή δεν το κατάλαβε. Έπειτα σηκώθηκε, πήρε το μπαστούνι και πήγε στον διάδρομο. Αντί για το θυροτηλέφωνο, σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου. Σιωπή. Το κατέβασε και το έβαλε στη θέση του. Ο ήχος ξαναχτύπησε. Πιο επίμονος, πιο ανήσυχος. Δίπλα στο τηλέφωνο υπήρχε ένα παλιό χαρτάκι. Πήρε τον αριθμό που ήταν γραμμένος εκεί. Δεν ήξερε ποια καλούσε. Ψιθύρισε δυο ονόματα σαν ερώτηση ―ίσως την Μαιρούλα, ίσως τη Ντίνα― χωρίς σιγουριά.
Όταν ακούστηκε η φωνή της κόρης της, δεν τη χαιρέτησε. Άρχισε να της παραπονιέται για τον πατέρα της, που όλο αλλάζει τα κανάλια. Που δεν την αφήνει να δει τα τραγούδια της. Η φωνή από την άλλη μεριά ήταν βιαστική, κοφτή. «Μαμά, είμαι στη δουλειά. Ο μπαμπάς… δεν ζει. Θα έρθω αύριο. Σε κλείνω τώρα».
Το κουδούνι του θυροτηλεφώνου χτύπησε ξανά. Μία, δύο, τρεις φορές. Μα κανείς δεν απάντησε. Η κυρία Καίτη είχε επιστρέψει στο σαλόνι. Έπιασε το τραγούδι από την αρχή, με τους τραγουδιστές της πρωινής εκπομπής, δυνατά και χαρούμενα.
Έπλεε μέσα στη μελωδία, με ένα αχνό χαμόγελο.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: