Με τη λήξη του χρόνου

Ζ. Απρέ: «Η κλεψύδρα του χρόνου» (λάδι σε χαρτόνι)
Ζ. Απρέ: «Η κλεψύδρα του χρόνου» (λάδι σε χαρτόνι)




Υπάρχει το φως. Καθαρό, ψυχρό πέφτει πάνω μου σήμερα. Σήμερα είναι μία φωτεινή μέρα του Δεκέμβρη, του μήνα που λήγει τη χρονιά μας. Τη λήγει με τη βιασύνη γυναίκας που συμμαζεύει τα ρούχα προκειμένου να δεχθεί μία άλλη γυναίκα με μαλακό δέρμα και μυρωδιά μπαχαρικών. Ρούχα που έχει πεταμένα στο πάτωμα, το κρεβάτι και τις καρέκλες, μέρες ή και εβδομάδες ολόκληρες. Δεν τη νοιάζει να τα μαζέψει, δεν θέλει να τα μαζέψει, τα πεταμένα ρούχα πιάνουν τον χώρο που νιώθει κενό. Φτιάχνουν πολλά μαξιλάρια για το σκυλί που του αρέσει να πέφτει πάνω στα μαλακά όπως έπεφτε ίσως κάποτε στη μαλακή κοιλιά της μητέρας του σπρώχνοντας από ανάγκη και πείνα τα αδέρφια του, μαχόμενο για λίγο παραπάνω φαγητό.
Αυτό η γυναίκα δεν μπορεί να το ξέρει. Δεν γνώριζε το σκυλί όταν ήταν μωρό, ένα σκυλί μωρό, δηλαδή κουτάβι. Το υιοθέτησε ήδη ενήλικο. Η γυναίκα, που ονομάζεται Εύα, κάνει αυτές τις σκέψεις αυτή τη φωτεινή μέρα που αναμένει την έλευση μίας άλλης γυναίκας και σπρώχνει τα ρούχα από το πάτωμα στις λευκές, ξύλινες και χαλασμένες ντουλάπες του διαμερίσματός της. Ντουλάπες παλιές για ένα σπίτι που πληρώνει τετρακόσια ευρώ το μήνα, σαράντα τετραγωνικά, το οποίο όμως βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, στην καρδιά των αγωνιών του σύγχρονου ανθρώπου και για αυτή τη συνεχόμενη επαφή με την αγωνία αξίζει να πληρώνεις κάτι παραπάνω. Να έχεις την αίσθηση πως δεν μένεις πίσω, πως συνεχώς κινείσαι σε κάτι γλοιώδες και αιμάτινο όπως μία καρδιά, όπως η καρδιά της πόλης, μίας πόλης που απολιθώνεται σιγά σιγά, δεν σαπίζει, δεν ξαναγεννάται, κρατάει τη μορφή της, την πρώτη της μορφή αλλά το περιεχόμενο, τα όργανα, αδειάζουν. Η πόλη που μοιάζει με ζωγραφιά στην άκρη ενός θρανίου.

«Πού μένω;» αναρωτιέται και παρατηρεί τον χώρο να μετακινείται. Ο χώρος κάνει τραμπολίνο. Εκτινάσσεται στις διαστάσεις πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, μέσα και έξω. Πέφτει αλλά πέφτει στο στρώμα που έχει για κρεβάτι πίσω από την ντουλάπα. Το σκυλί τής γλείφει το πρόσωπο όταν ξυπνά.

Στο κινητό της έντεκα αναπάντητες κλήσεις και τρία μηνύματα.« Άνοιξε είμαι από κάτω.» « Γιατί δεν απαντάς; Έχω φτάσει.» « Άντε γαμήσου κομπλεξική καριόλα που δεν μπορείς ούτε να σηκώσεις το γαμωκινητό σου.» Τα μηνύματα και οι κλήσεις γράφουν το ίδιο όνομα στην οθόνη, το όνομα Στεφανία. Η Στεφανία είναι η γυναίκα που περίμενε πριν ζαλιστεί και πέσει στο κρεβάτι προσπαθώντας να σπρώξει τις στοίβες με τα ρούχα στην ντουλάπα.
Νιώθει τα χέρια της μουδιασμένα, έχουν το βάρος βρεγμένου πανιού. Ήθελε να δει τη Στεφανία, να ξαπλώσουν στο στρώμα, να πούνε μικρές σπασμένες ιστορίες που δεν οδηγούν πουθενά πέρα από τα σημεία μπλεγμένων διακλαδώσεων της επιχείρησης «επιβίωση ΑΜΚΕ». Ήθελε να μοιραστούν ένα κομμάτι κέικ καρότου με το στόμα και τα σάλια τους και να καπνίσουν οριζόντια κοιτώντας το ταβάνι. Το σεξ αν ερχόταν, θα ερχόταν ως υπνωτικό μαλακών μορίων, ήσυχο, ονειρικό και ιδρωμένο. Ήθελε, μα τώρα φοβάται να την πάρει τηλέφωνο, να της εξηγήσει πως όλα αυτά που συνέβησαν ήταν τυχαία, μία τυχαία λιποθυμία που την ανάγκασε να μην ακούει το κινητό της.

«Γιατί με είπε όμως κομπλεξική; Είμαι εγώ κομπλεξική;» σκέφτεται απότομα διακόπτοντας τον ειρμό της επιθυμίας της, καθώς αφήνει το ζεστό ρυάκι του κάτουρού της στη πλαστική λεκάνη, ένα υγρό που δεν απελευθερώνεται σε ευθεία γραμμή και λερώνει λίγο το αριστερό της μπούτι. «Η ευθεία γραμμή» σκέφτεται «Αυτή είναι στην πραγματικότητα η ατέλεια που υπάρχουμε. Πορευόμαστε σε μία ευθεία που πότε πότε σπάει και απλωνόμαστε σε μέλη και πράγματα που δεν θα έπρεπε, που δεν είμαστε καλοδεχούμενες κι έτσι υποφέρουμε, έναν πόνο ολόκληρο.»

Βέβαια, δεν έχει κάτσει ακριβώς στη θέση που ορίζει η λεκάνη. Σήκωσε ελαφριά τη μέση προς τα πίσω, να μην κολλήσει ολόκληρη στο κρύο πλαστικό και το σήκωμα, η άρνηση να ενωθεί με το υλικό είναι η αιτία των ούρων που έχουν ήδη αρχίσει να στεγνώνουν, χωρίς εκείνη να τα σκουπίζει με το χαρτί υγείας, γιατί εκείνη έχει βάλει ήδη το εσώρουχό της και το τζιν παντελόνι που της πέφτει μεγάλο και θα συνεχίσει να της πέφτει μεγάλο, καθώς αρνείται να φάει περισσότερο. Το φαγητό την τρομοκρατεί.
Πιάνει ανεπαίσθητα το κεφάλι της. Είναι η κίνηση που δείχνει πως πονά;
Χρειάζεται λίγο χρόνο μέχρι να αποφασίσει αν είναι κομπλεξική, αν θα πάρει τη Στεφανία, αν φταίει ή όχι για την πτώση της, αν θα κουμπώσει το φερμουάρ που χάσκει σαν ουρά σαύρας, ουρά που έχει αποκολληθεί από το σώμα.
Ξαπλώνει κοιτώντας το φωτεινό κάδρο. Ουρανός και μπαλκόνια με απλωμένα ρούχα, γλάστρες, λασπωμένα παπούτσια και είδη σπάνιας οικιακής χρήσης. Άνθρωποι φοβισμένοι στην ιδιωτική τους φυλακή. «Αυτό είναι μόνο αυτό και τέλος. Εγώ είμαι μόνο εγώ και τέλος», επαναλαμβάνει.
Το ίδιο φως της έκαιγε τα μάτια τρία χρόνια πριν, όσο στεκόταν στη σκάλα και αμφέβαλλε για το αν έπρεπε να την κατέβει ή να τρέξει σαν ελάφι που νιώθει την τίγρη να παραφυλάει μέσα στο χορτάρι. Χορτάρι είχε κι έξω από το ψηλό παράθυρο που ζούσε πίσω από την πλάτη της τη μυστική του ζωή, αθόρυβο και απροσπέλαστο, ζωντανό ωστόσο σε κάθε βλέμμα που αναζητά κάτι να ανακαλύψει πέρα από τα προφανή τοπία.
Στο χείλος της σκάλας, κόσμος, που ερχόταν από το πουθενά, περίμενε με κρατημένη την ανάσα του να αρθεί η απόσταση, να τους πλησιάσει και να τους φτάσει φέρνοντας μαζί της το τέλος ενός γεγονότος, την αρχή του πένθους. Ποιοι ήταν όμως αυτοί οι άνθρωποι; Ξέρει πως εκεί ανάμεσα στεκόταν ο πατέρας, η θεία και η αδερφή της. Έχει τις μνήμες τους σε βαζάκια μαρμελάδας κάθε μία για άλλη ηλικία. «Ποιοι ήταν;» εννοεί «Τι ήθελαν;» Ποιοι στον σκληρό πυρήνα του εγώ, τον αδιάτρητο και απέραντο εαυτό που είναι ο ουρανός από την κάτω μεριά της κοσμολογίας μας ήταν;
Είδε τα μάτια της αδερφής της, ζεστά και καστανά, δύο μεγάλες γαβάθες που επιχειρηματολογούσαν για τη συνέχιση αυτής της οικογένειας. Και μόνο για αυτά τα μάτια κατέβηκε, πήρε την απόφαση να κάνει ένα πρώτο βήμα, το πιο σπουδαίο πρώτο βήμα, και τα υπόλοιπα ακολούθησαν μηχανικά σαν προϊόντα στην γραμμή παραγωγής, συσκευασίες από μπισκότα σκύλων.
Η μητέρα περίμενε. Μία αναμονή αιώνιας ασυλίας. Είχε πεθάνει την προηγούμενη στο κρεβάτι ενός οποιουδήποτε νοσοκομείου με τις καρό πιτζάμες της και τα μηνύματα στο Viber ακόμη αδιάβαστα. «Σε ποιο δωμάτιο είσαι; Είμαι απέξω παρκάρω.» Αποστολέας ήταν εκείνη, η Εύα. Έφτασε έντεκα λεπτά αργότερα, εκνευρισμένη από τον ρυθμό της πόλης, της πόλης που πλήρωνε ακριβά για να την κρύβει στους καρδιακούς της παλμούς.

« Ένα αδιάβαστο μήνυμα», ψιθυρίζει και πάλι. Δένει τα κορδόνια των παπουτσιών της τόσο σφιχτά που η φλέβα στην καμάρα της συσπάται. «Δεν είναι πόνος.», σκέφτεται, «είναι μία διαδικασία που ολοκληρώθηκε. Ένα πένθος που καταβρόχθισε τα υπολείμματα του σώματός, του σώματος της μητέρας.»

Και έτσι, αβέβαιη και γρήγορη βγαίνει στον δρόμο, στον κεντρικό δρόμο με τα λεωφορεία, τα τρόλεϊ, τους μετανάστες που κουβαλούν σακούλες σούπερ μάρκετ και παιδιά στα χέρια. Βγαίνει και περπατά. Το βάδισμα των στενών της παπουτσιών συγκεντρωμένο στα κράσπεδα των πεζοδρομίων, παίρνει την κατεύθυνση και τον χρόνο που του αναλογεί για να ψάξει, με τα άκοπα νύχια της με τις λεπτές βρομιές που κάποτε έλεγε πενθάκια από το μαύρο νυχτικό τους, τη γραμμή κάτω από τα μήλα των δαχτύλων, τον τρόπο να πει ένα « Συγγνώμη» στη σκιά της Στεφανίας που κουνιέται στον πρώτο όροφο μίας χρησιμοποιημένης από τους ενοικιαστές και τα προβλήματά τους πολυκατοικία. Και ίσως να μπορέσει να της χτυπήσει το κουδούνι και ίσως να μπορέσει να της μιλήσει για το φως, το συμμάζεμα, τη λιποθυμία και το αδιάβαστο μήνυμα στο κινητό της μητέρας της και ίσως να μπορέσει να γίνει μπροστά της πιο πραγματική, ίδια με το χορτάρι που πασχίζει να φυτρώσει στις εσοχές της σπασμένης πλάκας που υπάρχει ανάμεσα στα πόδια της.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: