Μια πόλη δωματίου
Όλη μέρα αποχαιρετώ παρόν
απ’ το κρεβάτι―
οι ρυτίδες βαθαίνουν την κοίτη τους.
Με δυο χαράδρες πρόχειρες
φοράω στα πόδια πτώση.
Ορθώνομαι ―μαζί με την υπότασή μου―
Βλέπω τη μοτοσικλέτα
με τον μπλε αναβάτη στο καθιστικό·
μου αφήνει το ποίημα-δέμα
ανολοκλήρωτο
―τσακίστηκε στην κατηφόρα―
Κινούμαι με την ρόμπα στις διαβάσεις·
χαλιά μπαζώνουν ποτάμια σιωπής.
Η κυκλοφορία ελέγχεται απ τον θερμοστάτη
του καλοριφέρ.
Ο κόκκινος σηματοδότης της τηλεόρασης
σε αναμονή
να θαυμάσω τα ακροβατικά της.
Σκοτείνιασε,
ανάβουν τα φώτα,
τα μάτια·
βλέπω τη γεωμετρία της απουσίας.
Σε κάθε ντουλάπα
αναβοσβήνουν οι τιμές
με αυξήσεις στα καύσιμα.
Στην τουαλέτα μπλόκο αλκοτέστ
ελέγχει κάθε αναστεναγμό,
πριν εκραγεί το καζανάκι.
Η πόλη συνεχίζει να ποτίζει
την απληστία στο στόμα.
Κι εγώ θέλω λίγο νερό
για τα βραδινά μου χάπια
πριν πέσω ξανά για ύπνο.
Ο μύθος της μπαλαρίνας
Σπασμένο ραντάρ χορού.
Σήμερα ο ουρανός κάνει assemblé,
στην άκρη της πρότασης.
Το φεγγάρι κομμένο,
τεντώνει ιμάντες αυλαίας,
είναι μια λάμψη μακριά
απ' το θεωρείο της νύχτας.
Καθιστοί ίσκιοι
και όρθια άστρα
χειροκροτούν.
Στη σκηνή, ένα ντουέτο
από ράμμα και δέρμα
μένει στις μύτες
καταδικασμένο σε περιστροφές ―
Με κουρασμένα πέλματα
οι λεπτοδείκτες,
σπρώχνουν το παρόν
στο χείλος των ματιών.