Μια φαλλοστεφής δυστυχία σχεδόν χειροπιαστή σκεπάζει αυτόν τον καιρό την γειτονιά μας. Κίσσες κιτρινόμαυρες στο βάθος του βουνού μεσουρανούν σαν θαμπερά δοξάρια μέσα σε ένα κυματιστό νέφος από μπιρμπιλωτά αντιφεγγίσματα.
Εκείνος, ζούσε στη συνοικία μας από πολύ παλιότερα απ’ όσον μπορώ να θυμηθώ∙ έμενε στην Μομφεράτου 60, μερικά τετράγωνα κάτω απ’ τον Αντώνη: από αγοράκι (τώρα πρέπει να είχε κλείσει τα τριάντα πέντε), ήτανε παχουλός, δασύτριχος, ένα απ’ τα λίγα αγόρια στην έκτη δημοτικού της χρονιάς του που είχανε ήδη χνούδι πάνω απ’ τα χείλια και εκείνη την ανεπαίσθητη πτυχωτή στάμπα στους κροτάφους, που περνιόταν για προοικονομία φαβορίτας, και κούρευε τα μαλλιά του εξαιρετικά κοντά, έτσι, ώστε η τρίχα, λεπτή, σε αντίθεση με τα πιο τραχιά του γένια, διαγραφόταν ημιδιάφανη, αποκαλύπτοντας ένα στιλπνό, ωοειδές σκαλπ με μέτρια δερματίτιδα, που πάνω του φώλιαζε σαν χελιδόνι στη φωλιά η μακαρονάδα του μεσημεριανού ηλίου ― διότι ο Αντώνης τον έβλεπε ανελλιπώς τα μεσημέρια, όταν κατέβαινε στο γωνιακό παντοπωλείο να αγοράσει τα τσιγάρα του. Ο Μενέλαος καθόταν αενάως έξω απ’ το μαγαζί, ανακούρκουδα, σαν φαντάρος που τον κατακούρασε η πολύωρη ορθοστασία στη σκοπιά, καπνίζοντας αρειμανίως μια λευκή κασετίνα. «Μενέλαε, όλα εντάξει;» έλεγε ο Αντώνης, πίνοντας μια γουλιά κρύα μπίρα ― και καμιά φορά ο Μενέλαος αποκρινόταν με ένα κοφτό «Ναι», που πραγματικά σήμαινε «Όχι», ή «Δεν ξέρω», και, αφού ήτανε τρελός, δεν υπήρχε αυτή η προσχηματική μικροαστική ευγένεια, όπου επιβάλλει στους γείτονες να βαρυφορτώνουν τα ρουτινιάρικα κουβεντολόγια τους με φλύαρες διηγήσεις και εμβόλιμες επεξηγήσεις, του τύπου «Α, νιώθω άσχημα γιατί…», ενώ άλλες φορές ο άντρας απλά του γύριζε με μια καταχθόνια παραίτηση την πλάτη, σαν να ήθελε να πει: «Είμαι πολύ κουρασμένος για να σου μιλήσω».
Συχνά ο Αντώνης αναρωτιόταν άμα ο Μενέλαος τον θυμόταν. Η απάντηση μάλλον ήτανε θετική ― αλλά ο Αντώνης δεν θα έπαιρνε και όρκο. Σκεφτόταν ότι αυτά που αναγνώριζε, αυτά για τα οποία τουλάχιστον θα μπορούσε να σκεφτεί εκούσια, συνειδητά, και πόσο μάλλον θυμόταν καθάρια, ο Μενέλαος, θα μπορούσαν να μετρηθούν στα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Μα αυτό ήτανε επόμενο, αν όχι αναπόφευκτο.
Πολύ συχνά, αναρωτιόταν πως γινότανε αυτό το παιδί να βρίσκει χρήματα για να αγοράζει τέσσερα πακέτα τσιγάρα, το λιγότερο, ανά μέρα ― αποκλείεται γι’ αυτό να του έφτανε το κάτισχνο κρατικό επίδομα αναπηρίας που έπαιρνε σε μηνιαία βάση.
Η αλήθεια είναι πως ο Ινδός μαγαζάτορας, ένας ξερακιανός, σπυριάρης σαραντάρης που λεγότανε Mohamed Ray, είχε μάθει με τα χρόνια να τον λυπάται, πολλές φορές χαρίζοντας του πακέτα, μισοτιμής, κινδυνεύοντας ο ίδιος να «μπλέξει» με την εφορία και το κράτος.
Άλλοι έλεγαν πως ο Μενέλαος είχε έναν αδερφό, πολύ νεότερο, μεροκοματιάρη αχθοφόρο στη γωνιακή κάβα, που ο πρώτος επιφόρτιζε κάθε δύο μέρες με την αγορά μιας κούτας αφορολόγητων τσιγάρων απ’ την Ομόνοια ― και ο Μενέλαος μάλλον πάντοτε έπαιρνε εκείνες που κυκλοφορούσαν στο μαύρο εμπόριο πιο φθηνά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ανελλιπώς, αλλάζοντας μάρκες όπως ο Δον Ζουάν άλλαζε γυναίκες. (Ποτέ δεν επαλήθευσα την ύπαρξη του αδερφού του ― όλοι μίλαγαν γι’ αυτόν, μα κανείς δεν τον είχε δει, ούτε στο καφενείο, ούτε στα κομμωτήρια γνώριζαν οι γριούλες για έναν «Αχιλλέα, αδερφό του Μενέλαου», για αυτήν την διφορούμενη και αμφίβολης υπόστασης φιγούρα, που θύμιζε στον Αντώνη, όταν άκουγε για αυτήν, ένα αμαρτωλό φάντασμα που προσπαθεί να πνιγεί μάταια σε μια ανταριασμένη θάλασσα).
«Μενέλαε; καλά;» έλεγε με τα σπαστά Ελληνικά του ο Mohamed. «Γειααααά σου, φιιιιιίλεεεεε» αντιγύριζε, άμα είχε καλή διάθεση, ο Μενέλαος, έχοντας ήδη σκίσει τη πλαστική μεμβράνη γύρω απ’ το πακέτο, έχοντας ήδη ισορροπήσει ανάμεσα στα παχουλά του, ροδοκόκκινα χείλια του ένα μακρουλό, ψηλόλιγνο τσιγάρο.
Αυτή ήτανε η συνήθης κοινωνική επωδός, όχι μόνον απέναντι στον παντοπώλη ή τον Αντώνη, μα σε όλους τους τυχόντες γείτονες που περιδιάβαζαν κοντά του: «Γειααααά σου, φιιιιιίλεεεεε».
Η γριά μάνα του, δεν την έλεγες αντικειμενικά γριά, ίσως να ήτανε κάπου στα εξήντα και κάτι, πρέπει να τον είχε κάνει πολύ νέα, πάντως η πάγια κοινωνική ιδιότητα της του να είσαι γονιός ενός σαραντάρη άντρα σίγουρα την καθιστούσε σε έναν αφηγητή της δικιάς μου ηλικίας γιαγιούλα, συχνά παράδερνε στο πάρκο ταΐζοντας τα γατιά και πετώντας ψίχουλα στα περιστέρια. Συχνά, έφερνε μαζί της και την σκύλα της, ένα golden retriever με έναν γιγάντιο καλοήθη όγκο να κρεμάται σαν μαστάρι παραταϊσμένης αγελάδας απ’ το στομάχι, που για κάποιον λόγο ήτανε πάρα πολύ εξοικειωμένη με τις γάτες, και αυτές με τη σειρά του της φέρονταν πολύ ανεκτικά, όπως συμπεριφέρεται ένας ταλαντούχος προπονητής απέναντι σε έναν πρωτάρη με φιλοδοξία, παρά που, απ’ όσον ξέρω τουλάχιστον, δεν είχανε καμιά γάτα στο σπίτι.
Στο πάρκο, απέναντι απ’ το Δημοτικό σχολείο της περιοχής μας, που εφαπτόταν στο μεγαλύτερο οικοδόμημα ενός μεγαλύτερου εκπαιδευτικού ιδρύματος, το νότιο τμήμα του κτιρίου Γυμνάσιο και το Βόρειο Λύκειο, θα την έβλεπες πολλές φορές να καπνίζει μόνον φαινομενικά φιλήσυχη τα πουράκια της, ατενίζοντας με μια σπάνια και νωθρή αγαλλίαση τα γατιά να τρώνε κονσέρβες με τόνο. Αλλά για τον Μενέλαο αυτό κομμάτι της γειτονιάς ήτανε μια «απαγορευμένη ζώνη». Επειδή βολόδερνε εκεί η μητέρα του; – δεν νομίζω ότι μπορούμε ελαφριά τη καρδία μια σαφή απάντηση ― Σίγουρα ήτανε αυτός ένας παράγοντας, μα δεν ήτανε ο μόνος, κατά τον Αντώνη Αναγνώστου.
Το λημέρι του Μενέλαου ήτανε η πυλωτή της πολυκατοικίας απέναντι απ’ το παντοπωλείο: τον έβρισκες καθήμενο εκεί με τις ώρες να μιλάει αργόσυρτα στον εαυτό του, επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια, με το ρεπερτόριο να αλλάζει μονάχα μια φορά τον χρόνο, συνήθως με την εκπνοή του Πάσχατος.
Ο Νίκος, απ’ την άλλη, ο γεροπατέρας του, είχε πεθάνει από πολλά χρόνια ― τουλάχιστον μιάμισι δεκαετία πριν, και στην κηδεία του, μάνα και τρελός γιος μέθυσαν με κονιάκ, παρά που σίγουρα ο γιος χαιρόταν, ίσως ακόμη περισσότερο και απ’ την μάνα. Κανείς δεν έκλαψε, παρά μόνον μερικοί καφενόβιοι φίλοι του, που είτε ήτανε ίδιας πάστας παλιάνθρωποι, είτε δεν τον γνώριζαν αρκετά ώστε να τον μισήσουν. Γιατί όλοι ήξεραν πως ο κυρ Νίκος ήτανε ένα κάθαρμα ολκής. Αυτός αποτρέλανε τον Μενέλαο, όλοι οι γείτονες συμφωνούσαν.
Αρχικά, στα πρώτα χρόνια της ζωής του Μενέλαου, απ’ τα τρία μέχρι το νήπιο, τα χτυπήματα απ’ τον πατέρα προς τον γιο διαπνέονταν απ’ το πνεύμα μιας σπάνιας και σχολαστικής εγκαρτέρησης, λες και σιγά σιγά, με την υπομονή του μερμηγκιού που χτίζει τη φωλιά του, οικοδομούσαν κάτι απόκρυφο και μυστικό, που το γνώριζε μόνον ο πατέρας ― ήτανε αραιά, αλλά επίμονα, λες και είχανε σκέψη δικιά τους και αποσκοπούσαν σε έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό, που ο Μενέλαος δεν ήτανε αρκετά μεγάλος ακόμα για να τον εντυπώσει στην ολότητα της σοβαρότητας του. Έτσι, με μια βαθιά παιδική αφέλεια, υπέμενε το ξύλο, θεωρώντας πως κάτι σημαντικό, κάποτε, θα προέκυπτε απ’ αυτήν την οικογενειακή ιεροτελεστία.
Μα με το καιρό, όταν το μικρό αγόρι πήγε στο Γυμνάσιο, τα χτυπήματα έγιναν καθημερινά, και κάπως άναρχα στην ένταση τους: καμιά θρυαλλίδα δεν τα συδαύλιζε, και απλώς συνυφαίνονταν με τις εξάρσεις θυμού του πατέρα, όταν, μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά (δούλευε σ’ ένα συνεργείο αυτοκινήτων) η θλίψη γινόταν οργή και η οργή τυφλή (ή ίσως πάρα πολύ συγκεκριμένη) εξαπόλυση βίας.
Διότι ποτέ, ούτε μια φορά, δεν είχε απλώσει χέρι στη σύζυγο – μονάχα στον γιο του. «Μπάσταρδο, θα φτύνεις τα δόντια σου όσο εγώ είμαι εδώ». Μια φορά, μάλιστα, είχε δέσει το παιδί στο αναμμένο καλοριφέρ, και εκείνο το απόβραδο τα τσιριχτά του μικρού Μενέλαου κράτησαν όλη την πολυκατοικία ξυπνητή, μα μετά απ’ την δυσβάσταχτη ξαγρύπνια κανείς δεν ενδιαφέρθηκε αρκετά ώστε να καλέσει την αστυνομία.
Τότε, ―στα δώδεκα― άρχισε ο Μενέλαος να ακούει φωνές: πρώτα ψιθύρους, και μετά φωνές πιο διάτορες και φωνακλάδικες. Τα ψιθυρίσματα απηχούσαν σαν ένα ακατάληπτο και συνεχές σούσουρο, φφφφφφφς, μα οι φωνές ήτανε ξεκάθαρες, και αυτό που ζητούσαν απ’ τον Μενέλαο ακόμη πιο σαφές: Είτε να αυτοκτονήσει, επειδή ήτανε μια αποτυχία και πηγή ντροπή για τον πατέρα του, είτε να σκοτώσει την οικογένεια του, σφαλίζοντας τα παράθυρα και ανοίγοντας το φυσικό αέριο απ’ το γκάζι. Τις περισσότερες φορές, βέβαια, δεν αφορούσαν παρά σε ένα ακατάπαυστο υβρεολόγιο. Και οι βίαιες διαταγές που του έδιναν ποτέ δεν τον οδηγούσαν σε βίαιες πράξεις.
Γιατί η φύση του ήτανε ακαταπόνητα τρυφερή: δεν έκανε τίποτ’ απ’ όλα αυτά που του επιτάσσανε οι φωνές ή, όπως είχε πει στον δημόσιο ψυχίατρο του «Παίδων», τότε, όταν ήτανε έφηβος, «οι άνθρωποι που κατοικούν στο κεφάλι μου είναι νομίζω καλοί άνθρωποι», και η περιγραφή του ήτανε εύλογη, γιατί το κεφάλι, αν μη τι άλλο, είναι το ρετιρέ της οντότητας ―εκεί καταλήγουν όλα, και από εκεί αρχινούν― άμα έχεις καλό κεφάλι θα είσαι πιθανώς και καλός άνθρωπος, θεωρούσε, μέσα στην παρανοϊκότητα του, το παιδί.
Μα κάπου στα δεκαπέντε, οι γείτονες είχανε φρίξει απ’ τις αδιάκοπες κραυγές του παιδιού, ιδίως τ’ απογέματα, όπου, ξαπλωμένοι μετά το φαγητό, στις κρεβατοκάμαρες τους, δεν μπορούσαν να βρουν καμιά ανάπαυση με αυτό το συνεχές, ανεπαίσθητο πλην φρικαλέο τρίξιμο, σαν νύχι πάνω σε μαυροπίνακα: πότε το παιδί στρίγκλιζε σαν κόκορας που του σπάνε ακαριαία τον λαιμό, με ένα ξαφνικό μα εξαιρετικά ηχηρό αλάφιασμα, και ποτέ σαν λαβωμένος λύκος, σκούζοντας για ώρες…
Τελικά ― κάλεσαν την Πρόνοια. Μα η οικογένεια, την πρώτη φορά, το έκρυψε καλά. «Είναι ίνδαλμα πατέρα» είχε πει η μάνα, τρομαγμένη (αν και αυτή έφερε το δικό της μερίδιο ευθύνης: δεν θα ήτανε διόλου άτοπο να πούμε ότι ίσως ο άντρας της έκανε ακριβώς αυτό που εκείνη δεν τόλμαγε, επειδή δήθεν ήτανε χριστιανή, να κάνει. Γιατί αυτή μπορεί να μην βάραγε τον γιο της, αλλά ποτέ δεν παρέλειπε να τον εξυβρίσει. «Τριχωτό ζωύφιο». «Στούρνο». «Μαλακισμένο έκτρωμα».).
Μονάχα μετά την δεύτερη τους «επίσκεψη», οι κοινωνικοί λειτουργούν άρχισαν να συνδέουν τα κομμάτια του «παζλ», μα τότε ο πατέρας πέθανε, και άρα δεν είχανε ποιον να ψέξουν ― η μάνα, αφού κρίθηκε και αυτή θύμα, κράτησε το παιδί, που δεν τέλειωσε ποτέ το Λύκειο, και κρίθηκε ομόφωνα απ’ την αντίστοιχη κρατική επιτροπή ως «ψυχονοητικώς ανάπηρο». Οι ψυχίατροι που εξέτασαν τον Μενέλαο τον διέγνωσαν με «οξεία ψύχωση», και με το επίδομα που του «χάρισε» τότε το κράτος, ζούσε ακόμη και σήμερα. Όσα δεν έφταναν για τα τσιγάρα του, είτε τα συμπλήρωνε απ’ την σύνταξη της δυστυχισμένης μάνας του, είτε έκανε τα στραβά μάτια ο Ινδός παντοπώλης. «Μην καπνίζεις τόσο» του’ χε πει μια φορά, «το κάπνισμα προκαλεί καρκίνο.»
«Εντααααάξειιι, φιιιιίλεεε. Γειαααααα σου τώραααααα.»
Παράδοξα όλα αυτά τα χρόνια η φωνή του δεν είχε βραχνιάσει αξιοσημείωτα – είχε απλά εκείνο το καταχθόνιο μούγκρισμα του χρόνιου καπνιστή, που δεν απηχεί ούτε σαν μηχανή τρένου, ούτε σαν ξερόφυλλο που πατιέται από αρβύλα – μα σαν κάτι ακριβώς στην μέση.
Όλα αυτά ο Αντώνης τα έμαθε από τρίτους, σαν μετακόμισε στη γειτονιά μας. «Αντωνάκο, άστα, δυστυχισμένη περίπτωση – μια ζωή χαμένη» του είχε πει χαρακτηριστικά ο φούρναρης.
Άλλες φορές, την Άνοιξη συνηθέστερα, τα γυμνασιόπαιδα που σχολούσαν, αν είχανε όρεξη, έπαιρναν από πίσω τον Μενέλαο με τα μηχανάκια τους, εξοβελίζοντας κατά του μέρος του άναρθρες χλευαστικές κραυγές.
Μα τα πιο σκληρά παιδιά, παράδοξα, ήτανε τα μικρότερα: βάζανε κόλα στο πεζούλι που καθόταν, ώστε εκείνος όταν σηκωνόταν (ήτανε και παχύς) του κατασχιζόταν το παντελόνι. Και τα γέλια τους ήτανε χυδαία σαν οργασμός διαβόλου. Και επειδής δεν ήξερε πως να αποκριθεί – τους αντιγύριζε και αυτός γέλια. «Χα-χα-χα». Άλλες φορές, οι κοπέλες έβγαζαν κοροϊδευτικούς ήχους, δήθεν γρυλίσματα γυναικείας ηδονής, χλευάζοντας την βίαιη μοναξιά του.
Μα ο Μενέλαος δεν έδινε καμιά σημασία σε όλα αυτά. Ακόμα και τα γυμνασιόπαιδα με τα μηχανάκια, τα χαιρετούσε με την τόσο ιδιόρρυθμη του εγκαρδιότητα.
Ένα βράδυ, ξημέρωμα μάλλον, που ο Αντώνης γύριζε μεθυσμένος απ’ την ουζερί, τον Φαύνο, βρήκε τον Μενέλαο σε κατάσταση απόγνωσης να ψάχνει στα ρείθρα των πεζοδρομίων για αποτσίγαρα. Φαίνεται είχε ξεμείνει. Ο Αντώνης τον ζύγωσε: «Ορίστε, πάρε ένα απ’ τα δικά μου.»
«Ευχαριστωωωώ, φίλεεεεε.»
Και όταν άναψε το τσιγάρο με τον αιωνόβιο αναπτήρα του, τα μάτια του επιτέλους ήτανε σαν να αγαλλίασαν. Ένας αναστεναγμός ξέφυγε απ’ το μεγάλο στόμα του, και ήρθε στον Αντώνη να μπήξει τα κλάματα.
Συχνά, κυρίως νωρίς το πρωί, το παραλήρημα του δεν ήτανε παρά μια αυτιστική επανάληψη αυτών που του έλεγε παιδιόθεν η μητέρα του: «Άχρηστε. Βλαμμένε. Ακαμάτη. Καθυστερημένε. Στραβοχυμένε. Γελοίε. Τρελάρα» και πάντοτε κατέληγε στο «Αν δεν βάλεις μυαλό, θα σε κλείσω μέσα στο τρελάδικο.»
Τ’ απογέματα, όμως, πόσο μάλλον τους χειμώνες, που η ασκεπής συννεφιά όλους μας ταράζει λίγο, το παραλήρημα άλλαζε χαρακτήρα, και μιμούταν γυναικείες φωνές, που σχολίαζαν το βάρος του και το πόσο χοντρό κεφάλι είχε. «Οι φίλες της μάνας του, μάλλον…» κατέληγε ο Αντώνης, ακούγοντας τον απ’ τον πρώτο όροφο.
Τις νύχτες που το φεγγάρι σελάγιζε δύσθυμο και αμμουδερό σαν ένα κομμάτι ζωγραφισμένης αγωνίας πάνω απ’ την συνοικία, ο Αντώνης σκεφτόταν ότι καθόταν και έπινε με τις παρέες του ή φλέρταρε με τα ποικιλόμορφα ραντεβού του, ενώ ο Μενέλαος καθόταν δεσμώτης του ίδιου απερίσπαστου και βίαιου παραμιλητού, μέσα στο κατάκρυο, καπνίζοντας απομόναχα, σαν πεύκο σε φλεγόμενο δάσος.
Και όταν κοιμόταν απόβραδα με καμιά κοπέλα που γνώρισε μια γκαλερί ή σε κάνα μπαράκι, το παραλήρημα του Μενέλαου απ’ τον δρόμο δεν τον άφηνε να απολαύσει την ηδονή: αποτραβιόταν απ’ την ερωμένη λες και ήτανε άρρωστη με γρίπη, και έτρεχε και κλειδωνόταν στην τουαλέτα: και δεν σκεφτόταν απολύτως τίποτα μέχρι το ξημέρωμα ― παρά μόνο ότι οι άνθρωποι είναι πλασμένοι για να βασανίζονται. «Ιώβ! – υπομονή!», φώναζε ο Αντώνης, και κράταγε τα δάκρυα βαθιά μέσα στις ροζιασμένες κόγχες των ματιών του.

Ήτανε ανήμερα της εορτής του Γρηγορίου του Μεγάλου, όταν ο Μενέλαος σεργιάνιζε στην Βαλτινών καπνίζοντας λαίμαργα το πρώτο τσιγάρο της ημέρας. Περπάταγε αρκετήν ώρα, μέχρι που έφτασε μέσω της Νορντάου στην Πλατεία του Γκύζη και κοντοστάθηκε για να δει τα πεύκα, όταν από απόσταση πενήντα μέτρων εντόπισε την θαμπερή μα διακριτή φιγούρα της μητέρας του, που, σκυμμένη ανακούρκουδα, τάιζε μια ορδή περιστεριών. Στο πλάι, η σκύλα της έμοιαζε τελείως ήρεμη, τελείως εξοικειωμένη με τα πουλιά, λες και είχε γεννηθεί σε περιστερώνα. Ο Μενέλαος έσβησε με το παπούτσι του το τσιγάρο. Ένα περιστέρι άρχισε να φτερουγίζει σαν κότα στο κοτέτσι μέχρι που ξεπετάχτηκε με φρενίτιδα σαν πιτσιρίκι που παίζει με το κύμα το καλοκαίρι στον αέρα και, σαν κάποιος να το εξοβέλιζε με καταπέλτη, εκτινάχτηκε με ταχύτητα προς το μέρος του άντρα, ώσπου τον προσπέρασε βιαστικά, σχίζοντας σαν ανεμοσυρμή απ’ την κόλαση τον ουρανό, αφήνοντας προηγούμενα από ψηλά μια μεγάλη κουτσουλιά ― ο Μενέλαος στο τσακ πρόλαβε να δρασκελίσει στ’ αριστερά, για να την αποφύγει. Έμπηξε ένα «αοοοοού», και απ’ τη σύγχυση του σωριάστηκε κατάχαμα, σαν παιδί που μπερδεύει τα πόδια του και πέφτει.
«Μενέλαε!» αντήχησε η τρεμουλιαστή, βραχνιά φωνή της μάνας, που τον πήρε χαμπάρι λόγω της γνωστής αδεξιοσύνης του, στρεφόμενη νοτιοδυτικά. «Τι κάνεις εδώ; γύρνα αμέσως σπίτι!».
Ο Μενέλαος πέθανε το έτος 2***, από προχωρημένο καρκίνο στο μεσοθωράκιο.