Αρχαιότητες
Τα Τρυπητά έχουν υψόμετρο 150 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας
Στέκομαι εδώ, κάτω απ’ τα δέντρα.
Πάνω απ’ το σπίτι.
Όταν ήμουν μικρή δεν υπήρχαν
στο χωριό δέντρα.
Κι αν ρωτήσεις τους μεγάλους
σου απαντούν:
Ποιος ψάχνει σκιά όταν όλοι ζουν;
Το μικρό πουλί ― τα πουλιά
Το μπαλκόνι.
Το μικρό πουλί στο δέντρο.
Το μεγάλο δέντρο στον ορίζοντα φαίνεται
από το μικρό μπαλκόνι.
Το μικρό παιδί στο μπαλκόνι
θέλει να γίνει μικρό πουλί.
Η καραμπίνα.
Το μικρό πουλί τρομάζει
το μικρό παιδί κοιτάζει
θέλει να πάει με τα πουλιά.
Τα μικρά πουλιά πετάνε.
Το δέντρο.
Γυμνό, χωρίς φύλλα.
Τα μικρά πουλιά ήτανε φύλλα.
Το παιδί κοιτάζει
τον μπαμπά που πυροβολεί
και φωνάζει:
«Δες τι ωραίο
που είναι το δέντρο γυμνό».
Δέντρο γυμνό.
Το παιδί που σπαράζει.
Το τέλος της θάλασσας
Όλοι μιλούν για τον καιρό,
για το νερό της βροχής που πήγαινε με ορμή
προς τα πάνω ―
ούτε ξέπλυνε
ούτε ξεδίψασε.
Τα πόδια
δεν κρύωσαν
και κάποιοι είπαν πως ένιωσαν λιγότερο μόνοι
στην αρχή.
Ύστερα ήρθαν οι γλάροι
και ψάχναν τροφή στα λιμνάζοντα νερά
του ουρανού
και μόνο γι’ αυτό
ήθελαν να μιλάνε οι άνθρωποι.
Κανείς δεν νοιάζεται για τις λέξεις μου
που φυτρώνουν πένθιμες
σαν ξεχαρβαλωμένα κυπαρίσσια.
Κανείς δεν νοιάζεται αν σε αγαπώ,
όλοι μιλούν για τον καιρό.
Έκτακτο δελτίο ειδήσεων σε ασήμαντους τίτλους
Κάποιος κρέμασε το κεφάλι του από το παράθυρο για να αναπνεύσει, κάποιος φύτεψε ένα δέντρο στη σκεπή, η κοπέλα στον τρίτο μένει ακόμα ακίνητη. Κι εσύ δένεις μπαλόνια στα μπαλκόνια. Στολίζοντας τη φυλακή γίνεται καταφύγιο, λες.
Σου αξίζουν καλύτερα
Ο πατέρας μου κάνει
όλες τις βαριές δουλειές
του σπιτιού
μου.
Πιάνει από τα ψηλά ράφια
όσα δεν φτάνω.
Μ’ αντάλλαγμα ένα καφέ
με λίγο γάλα,
κι αν δεν έχω, τότε του βάζω
ζάχαρη στη μύτη του κουταλιού.
Πότε πότε
με κοιτά λυπημένα.
Όσα δεν λέει τα ακούω.