Δεν σε θυμάμαι
μου είπε·
ποτίζω ρηχές λίμνες γης
και βλέπω τα μαλλιά σου να μακραίνουν –
φύλλα μουριάς με καλοκαιρινή σκιά.
Κύλησα αθόρυβα σε όνειρο
και βρέθηκα (απομίμηση ξύλου)
στο πάτωμα.
Λίγο πριν την κνήμη
άστραψε φλοίδα χαρτιού το δέρμα
δύο αχνές φολίδες λείαναν προσωρινά
τις κορυφές των γονάτων·
αιφνίδια ταχύτητα
και ένας βαθύς ήχος
κούφιου κορμού·
μου πρόσφερες τα χέρια σου –
η δύναμή σου μονομιάς
με σήκωσε·
να με θυμάσαι είπα
και χώρισα τον κόσμο σε μικρά
ίσα τετράγωνα
χρωματίζω κάθε μέρα
από ένα
έως ότου βρω
τις λέξεις
να περιγράψω ή να διαγράψω –
τα σύνορα στιγμών
που εναλλασσόμενα χτίζουν
τα θνητά μας εμπόδια.