στον Δημήτριο Ν. Γιατρομανωλάκη
Τη συνήθη ευχή σε γιορτή γενεθλίων
για χιλιόχρονο βίο πριν πείτε
τον μύθο σκεφθείτε του Τιθωνού.
Μια θεά —Αυγή το γνωστό όνομά της—
η Ηώς δηλαδή, τον αγάπησε
και τον έκανε αθάνατο
να τον έχει όλη νύχτα κοντά της,
πριν να πιάσει εκείνη δουλειά με το φως.
Δώρο αιώνιας νεότητας όμως
να ζητήσει απ’ τον Δία λησμόνησε
και σε γήρας αιώνιο ο Τιθωνός βυθιζόταν.
Καταλάβατε, ίσως, τι συνέβη μετά:
δεν τον ήθελε πια η Ηώς
στου θαλάμου την κλίνη τις νύχτες.
Ένας στίχος μονάχα
απ’ τα έπη του Ομήρου, είχε μείνει,
στερεότυπος μάλιστα,
—μνεία παλιά του χαμένου έρωτά τους.
Κατά τ’ άλλα, ολοένα γερνούσε εκείνος
ώσπου χώρεσε —δεν θα πιστέψετε—
σ’ ένα μικρό καλαθάκι·
τον λυπήθηκε τοτ’ η Ηώς και τον έκανε τζίτζικα·
ίσως σκέφτηκε πως τα τραγούδια
—κι ας είναι μονότονα—
ποτέ δεν γερνάνε.
Με τον μύθο αυτόν οι πολλοί διασκεδάζουν
(πως την έπαθε έτσι ο πιο όμορφος νέος)·
Όμως σείς, σε πευκών’ αν βρεθείτε τον Αύγουστο,
των τεττίγων ακούστε τον θρήνο
—μια πικρή ελεγεία της νιότης που χάνεται—
λίγο πριν σωριαστούνε στη γη τ’ αδειανά τους πουκάμισα.
(Είν‘ ο χρόνος τεχνίτης κακός
καθώς λέει κι ο Μίμνερμος,
ποιητής λυρικός).