Μικρό πουλί, πού πας στα ξένα;
Όλη τη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι. Το πρωί σηκώθηκε στις έξι. Φόρεσε τα ρούχα του με δυσκολία και κάθισε αμήχανα στην άκρη του κρεβατιού. Το βλέμμα του περιπλανιόταν στο μισοσκόταδο, ενώ στο μυαλό του γυρνούσε ασταμάτητα ένα παλιό τραγούδι: «Μικρό πουλί, πού πας στα ξένα;».
Μετά από κάποια ώρα σηκώθηκε και σέρνοντας τα βήματά του άρχισε να επισκέπτεται τα δωμάτια του σπιτιού. Πήγε πρώτα στην κουζίνα, όπου ξεκινούσαν την ημέρα τους. Του φάνηκε πώς ένιωσε ξανά τη μυρωδιά του καφέ.
Στο δωμάτιο του γιου του όλα είχαν μείνει όπως τότε που έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές ‒για να μείνει για πάντα μακριά τους. Θυμήθηκε που κάθονταν μαζί στο γραφείο και διάβαζαν τα μαθήματα του σχολείου. Πόσο του έλειπε!
Στην κρεβατοκάμαρα άγγιξε το κρεβάτι. Εκεί ήταν που έφυγε η γυναίκα του, κι από τότε δεν ξανακοιμήθηκε σ’ αυτό. Κοιμόταν στον καναπέ του σαλονιού.
Το σαλόνι τους, άλλοτε γεμάτο ζεστασιά και ηρεμία κι άλλοτε γέλια και χαρές! Πόσες στιγμές ευτυχισμένες!
Πήγε στο μικρό δωμάτιο όπου ήταν το γραφείο του. Σχεδόν όλη η ζωή του είχε κυλήσει εκεί, ανάμεσα στα διαβάσματα και στις μελέτες του. Η σχισμένη πολυθρόνα μαρτυρούσε τον χρόνο που πέρασε. Τώρα πια δεν θα την έφτιαχνε ποτέ.
Έριχνε το βλέμμα του αργά σε κάθε γωνιά σαν να ήθελε να τα φυλάξει όλα μέσα του για πάντα. Ήξερε πώς αυτές ήταν οι τελευταίες του ματιές. Στις δέκα θα έρχονταν να τον πάρουν για να τον μεταφέρουν σε οίκο ευγηρίας. Δεν μπορούσε πια να φροντίζει τον εαυτό του κι ο γιος του τον παρακάλεσε να μη φέρει αντίρρηση. Ήθελε να είναι ήσυχος ότι ο πατέρας του θα είναι ασφαλής.
Όταν χτύπησε η πόρτα, ταράχτηκε. Δύο νεαροί άντρες μπήκαν μέσα. Ο ένας πήρε τη βαλίτσα του κι ο άλλος τον βοήθησε να κινηθεί. Καθώς έβγαιναν απ’ το διαμέρισμα έπεσαν πάνω στη γειτόνισσα που ρώτησε: «Πού πάτε κύριε Αριστείδη; Φεύγετε;»
«Πού πάω;» Η ερώτηση αιωρήθηκε, δίχως απάντηση.
Μια αίσθηση αγωνίας τον κατέλαβε.
«Περιμένετε λίγο», ψέλλισε στους άντρες. Γύρισε πίσω, μπήκε στο δωμάτιο του γιου του και πήρε τη φωτογραφία του. Κρατώντας τη σφιχτά στο στήθος βγήκε στο μπαλκόνι.
Άπλωσε για λίγο το βλέμμα του μακριά, σαν να χαιρετούσε.
«Μικρό πουλί, πού πας στα ξένα;» ψιθύρισε.
Ένας γδούπος ακούστηκε. Μια γυναίκα φώναξε με φρίκη.
Το σώμα του ήταν πεσμένο στο πεζοδρόμιο, με μια λίμνη αίματος γύρω απ’ το κεφάλι του, σαν φωτοστέφανο.
Πού πήγαν όλοι;
Εκείνο το μεσημέρι, μόλις τέλειωσε από τη δουλειά, έφυγε βιαστικά για το σπίτι.
Η μέρα ήταν μουντή. Ψιλόβρεχε. Στο λεωφορείο τα κτίρια περνούσαν θολά απ’ το παράθυρο, γκρίζες σκιές που έσβηναν πριν προλάβει να τις δει. Κι εκείνος, βυθισμένος στις σκέψεις του, περίμενε μονάχα να φτάσει.
Μόλις άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, τον τύλιξε μια παράξενη ησυχία. «Μα πού πήγαν όλοι;»
Άφησε τα ρούχα του στο πάτωμα και ξάπλωσε.
Από το πρωί ποθούσε αυτή τη στιγμή.
Σκεπάστηκε με την κουβέρτα κι ένιωσε τη θαλπωρή της. Όπως τότε που τον σκέπαζε η μητέρα του όταν ήταν παιδί. Θυμόταν το χάδι της που τον ηρεμούσε και κοιμόταν ανάλαφρα. Αυτό ήθελε και τώρα: να ηρεμήσει και να κοιμηθεί.
Δεν πρόλαβε όμως να κλείσει τα βλέφαρα και το τηλέφωνο άρχισε να χτυπά. Επίμονα. Αδιάκοπα. Κανείς δεν απαντούσε.
Με κόπο σύρθηκε ως τη συσκευή. Όταν σήκωσε το ακουστικό, φωνές μπερδεμένες έφτασαν στ’ αυτιά του. Του φάνηκε πως ξεχώρισε τη γυναίκα του, τον αδελφό του, ακόμη και μια παιδική του φίλη.
Τρόμαξε. Ήθελε να πει δυο λόγια, να μιλήσει σε κάποιον, μα δεν υπήρχε κανείς. «Πού πήγαν όλοι;» Στεκόταν για λίγα λεπτά σαστισμένος, κουρασμένος και μόνος.
Έριξε το ακουστικό στο πάτωμα. Το ρολόι στον τοίχο χτυπούσε όλο και πιο γρήγορα, σαν να έφευγαν βιαστικά τα δευτερόλεπτα. Κι εκείνος, παγιδευμένος στη σιωπή, δεν ήξερε που βρισκόταν: στο σπίτι, σε όνειρο ή πουθενά;
Τον βρήκαν την άλλη μέρα στο κρεβάτι του γηροκομείου. Ακίνητο σώμα. Μάτια ανοιχτά, που έμοιαζαν ακόμη να ρωτούν με απορία:
«Πού πήγαν όλοι;»
Ο χρόνος τελείωσε
Ήταν η τελευταία του ημέρα στο γραφείο. Αύριο θα έβγαινε στη σύνταξη.
Από το πρωί τακτοποιούσε εκκρεμότητες, ενημέρωνε συνεργάτες, παρέδιδε φακέλους, έδινε οδηγίες. Ήθελε να φύγει αφήνοντάς τα όλα σε τάξη. Έτσι ήταν όλη του τη ζωή: προσεκτικός, υπεύθυνος, λάτρης της νοικοκυροσύνης.
Καθώς διευθετούσε τις υποχρεώσεις του σκεπτόταν τα χρόνια που πέρασαν, τα χρόνια που του απέμειναν. Κάποτε έκανε όνειρα, είχε προσδοκίες. Τώρα δεν είχε τίποτα πια να περιμένει.
Η ημέρα κύλησε σχεδόν ανεπαίσθητα. Το απόγευμα είχε μείνει μονάχα μια τελευταία εκκρεμότητα: μια έκθεση προς τη διεύθυνση, με συμπεράσματα και προτάσεις από την εμπειρία του ‒ ένας μικρός απολογισμός, η ανάγκη του να αφήσει πίσω κάποιο ίχνος της παρουσίας του.
Άνοιξε νέο αρχείο στον υπολογιστή. Τα δάχτυλά του άρχισαν να πληκτρολογούν.
Όμως κάτι απρόσμενο συνέβη ― στην οθόνη εμφανιζόταν επανειλημμένα η ίδια φράση: «Ο χρόνος τελείωσε. Ο χρόνος τελείωσε».
Προσπάθησε ξανά, χωρίς αποτέλεσμα. Άλλα ήθελε να γράψει κι άλλα έγραφε. Τα πλήκτρα δεν τον υπάκουαν, λες και τα κινούσε κάποια αόρατη δύναμη.
Έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμένος. Τι ήθελαν να πουν αυτές οι λέξεις;
Ένας οξύς πόνος στο στήθος τον λύγισε. Όλα σκοτείνιασαν.
Η σειρήνα του ασθενοφόρου ούρλιαζε, προσπαθώντας να ανοίξει δρόμο μέσα στην κίνηση. Εκείνος, ξαπλωμένος στο φορείο, την
άκουγε σαν να ερχόταν από άλλο κόσμο. Απ’ το μυαλό του περνούσαν γρήγορα συγκεχυμένες εικόνες της ζωής του.
Και τότε μια έκφραση έκπληξης χαράχτηκε στο πρόσωπό του. Σαν ψίθυρος η φράση επανήλθε μέσα του με οδυνηρή σαφήνεια: «Ο χρόνος τελείωσε. Ο χρόνος τελείωσε».
Κατάλαβε! Οι νευρώνες του στην τελευταία αναλαμπή τους τον ειδοποιούσαν πως ο δικός του χρόνος τελείωσε …
Χαμογέλασε αχνά για τελευταία φορά, καθώς το φως έσβηνε στα μάτια του.