Θερινά κλισέ & άλλα ποιήματα

Ο Μπαχ ξέφτισε

Υπάρχει ένα αναλόγιο σε κάποια δωμάτια
που στέκεται και σκονίζεται
και αναλογίζεται
πότε θα αγαπηθεί
και πότε θα αλλαχτεί ο ξεφτισμένος μπαχ
με κάτι πολυφωνικό
να αποφευχθεί το φονικό
μιας σπαστής συγχορδίας
που την έπιασε fomo
και δεν απο χωρίζεται
μόνο απαγκιστρώνεται
όπου βρει
βαρύς ο φόβος της εγκατάλειψης
αν έχεις οικειοποιηθεί τόσο τις μινόρε



«Υπάρχει ένα αναλόγιο σε κάποια δωμάτια  που στέκεται και σκονίζεται  και αναλογίζεται  πότε θα αγαπηθεί  και πότε θα αλλαχτεί ο ξεφτισμένος Μπαχ»
«Υπάρχει ένα αναλόγιο σε κάποια δωμάτια που στέκεται και σκονίζεται και αναλογίζεται πότε θα αγαπηθεί και πότε θα αλλαχτεί ο ξεφτισμένος Μπαχ»



Θερινά κλισέ

πρωινά που έχουν γίνει ήδη μεσημέρια
αναζητείς τη σκιά κάποιας φυλλωσιάς
ο ήλιος είναι τόσο ισχυρός
που διαπερνά την πέργκολα
καίει ότι βρει στο πέρασμά του
τα μάγουλα, τα χείλη, τα μάτια
δοκιμασία νωχελικότητας και αντοχής στη ζέστη
μέχρι να με σώσεις με το επουράνιο “βάλε μαγιό και φύγαμε”
και να βρεθούμε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη
να διασχίζουμε άνυδρους λόφους με αρτηρίες οριοθέτησης
από καλαμιές και ξεχασμένες ξερολιθιές,
τα καλύτερά μας χρόνια.

Εγώ τα αγκαλιάζω τα κλισέ
παρατηρώντας το περίγραμμα του προσώπου σου σε πρώτο πλάνο
όσο τρέχει γύρω μας το κυκλαδίτικο τοπίο
και σκέφτομαι ότι είμαστε όσο νεότεροι θα είμαστε ποτέ
δεν το λέω με θλίψη, αλήθεια,
ίσως με θαυμασμό και ταπεινότητα,
σχεδόν με δέος
γονατίζω στην αμμουδιά γιατί είναι άδικο
να χωρά τόση ομορφιά σε ένα ηλιοβασίλεμα
υποκλίνομαι στη φύση
λαίμαργη απορρόφηση όσων βρίσκονται στο οπτικό πεδίο
ένα νοητικό κλικ
και όταν νιώσω αρκετή και φουσκωμένη από όσα ρούφηξα
σηκώνομαι και τα γόνατα τσούζουν
διώχνω τα πετραδάκια και μένουν οι τρυπούλες και το παράπονο
μα πόσο σ’ αγαπώ
μας τελείωσε το νερό
και γιατί οι συκιές φέτος δεν έχουν σύκα
να αποδοθεί δικαιοσύνη στον Αύγουστο, παρακαλώ.

Ίσως όμως η φύση είναι δίκαιη και τρυφερή
αν και αυστηρή
όπως κάθε μητέρα
και ξέρει να σου παραχωρεί
πάντα με μέτρο και ρυθμό
ό,τι έχεις πραγματικά ανάγκη



Βοήθημα ενηλίκων

Δεν ξέρω αν είναι ένδειξη ωριμότητας
ή παλιμπαιδισμού
η παραδοχή ότι κάποιες φορές
είναι ωραίο να έχεις κάποιον να σου λέει τι να κάνεις
τι να φας για μεσημεριανό
ποιο παλτό να φορέσεις
τι να απαντήσεις, πώς να νιώσεις
πώς να νιώσω;

κάποιος να έρθει να μου κόψει σε μικρά κομμάτια το φαγητό
μην πνιγώ
να μου εξηγεί τι σημαίνουν οι δύσκολες λέξεις
και να μου τις συλλαβίζει
όπως τις συλλαβές που μας έγραφαν πάνω από
τους γαλλικούς στίχους στην παιδική χορωδία,
να μην έχεις ιδέα τι λες τραγουδιστά
αλλά να τραγουδάς αυτές τις ακαταλαβίστικες συλλαβές με πάθος
φουσκώνοντας τα πνευμόνια
αλλά πάντα! με διαφραγματική αναπνοή
(α-ε-ι-ο-ουυυυ)

Θα συλλαβίζω σε όλους από σήμερα τις δύσκολες λεξούλες,
μήπως αρχίσουμε να καταλαβαινόμαστε.
Δύσκολη είναι η λεξούλα βοήθεια
βο-ή-θει-α
δεν ξέρουμε να την αρθρώνουμε
ούτε να αποδεχόμαστε την ευεργετική σημασία της.
Δύσκολη φαίνεται είναι και η λεξούλα μπράβο
μπρά-βο
δισύλλαβη, φαινομενικά απλή, αλλά πονηρή
δεν την ακούς ούτε από τους γύρω
ούτε από την ίδια σου την εαυτή
ένα ταπ-ταπ στην πλάτη
για τη μέρα που δεν πήγε τόσο άσχημα
ή μάλλον πήγε πολύ καλά
αλλά δεν κάνει να το πεις φωναχτά.

Η παροξύτονη “πονάω”
πο-νά-ω
θα σε ρωτήσουν “πού;”
γιατί αν είναι μεταβατικός και συγκεκριμένος ο πόνος,
με σωματική υπόσταση,
είναι περισσότερο διαχειρίσιμος από τους άλλους
κι επειδή αν δείξεις το μυαλό
θα καταλάβουν το κεφάλι
θα πεις “εδώ, κι εκεί, κι εκεί”
με τα γενικόλογα δεν στιγματίζεται κανείς.

Και για όσες ενηλικιώθηκαν
χωρίς ένα αλφαβητάρι ήπιας προσγείωσης,
χωρίς φωνές που συλλαβίζουν
ή κάποιον που κόβει το φαγητό σε μικρά κομματάκια,
η ζωή τους έμαθε να καταπίνουν με μιας,
χωρίς να πνίγονται,
φαινομενικά.
Εκείνες εξάσκησαν τη λέξη αντοχή
α-ντο-χή
η ανθεκτικότητα ενός δίκοκκου σιταριού
εύπλαστο σε οποιαδήποτε διαδικασία ζύμωσης,
με υπερχειλίζουσα προσαρμοστικότητα που είναι πλέον πράξη επαναστατική
και τόση αγάπη,
που δεν θα χωρούσε σε καμία συλλαβή.



Παντός χωροχρόνου και καιρού εμείς θα πλέουμε

Άνθρωποι ιστιοφόρα
άνθρωποι καταδύτες
όλοι κάτι κουβαλούν προσδοκώντας να το μπαρκάρουν
για λίγες ημέρες μονάχα
κάτω από τη σκιά ενός πεύκου
να το φυλά ο νοτιάς και τα τζιτζίκια
μην ανησυχείς τόσο,
λέω ψιθυρίζοντας
η αγχωτική σου σκέψη θα μείνει δροσερή
θα διατηρηθεί υπό τις κυκλαδίτικες καιρικές συνθήκες
και θα βρίσκεται εκεί
περιμένοντας να τη σηκώσεις
να βάλεις ευλαβικά τα δυο της λουράκια στους ηλιοκαμένους σου ώμους
κι αν τσούζουν λίγο, δεν πειράζει
θα τους κάνω “μα” εγώ να περάσει.

Την κρατούν τη σκέψη με τα δυο χέρια μπροστά,
σε μεγάλη αγκαλιά
ο μάρσιππος των παραθεριστών
και βλέπεις τις ορδές να κατεβαίνουν
από το μπλου σταρ
με τα χεράκια στην κοιλιά
και νομίζεις πως όλοι έφαγαν στην ίδια σάπια ταβέρνα του λιμανιού
τηγανητά ψαράκια και κολοκυθάκια
με τόσο κουρκούτι που κάνει
κρατς κρουτς
και η λαδίλα σε πνίγει αλλά ταυτοχρόνως σε χαροποιεί.
Η διαστροφή της ηδονής
έχει μια παροδικότητα έντονη,
όπως ζωή.

Όμως δεν έγινε έτσι.
Δεν κρατούν κοιλίτσες αλλά τις σκέψεις τους
κοντά πάντα στον άξονα του σώματος
να κατανέμεται βέλτιστα το βάρος,
αχθοφόροι της επιστροφής,
γλυκόπικρα θα τρίβουν μέση-γόνατα και ώμους
γό νατα και ώ
μους
ω, φίλοι παραθερισταί,
θα τα καταφέρουμε.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: