Η γυναίκα αυτή
H γυναίκα αυτή πενθούσε
όταν έχανε κάτι που είχε,
κρυστάλλινα ελάφια τότε ξεπηδούσαν
απ’ τα δάση των ματιών
ενώ εκπαιδευμένα δάχτυλα-θηρευτές
με γάντια εξάλειφαν τα χνάρια.
Μα η γυναίκα πενθούσε διπλά
όταν έχανε κάτι που δεν είχε.
Τότε κυλούσαν στα μάγουλα κουκούτσια
από ζαρωμένα, ξερά σταφύλια.
Η γυναίκα αγαπούσε τους άνδρες που έφευγαν.
Όμως πιο πολύ αυτούς που δεν έρχονταν ποτέ.
Η γυναίκα ήταν τρύπια
και κατοικούσε σε μια μπότα.
Την ονόμαζε τραύμα και ήταν το σπίτι της.
Λέγεται γραφή της φώναξε ένας άγνωστος ―πολύ όμως οικείος― απ’ το παράθυρο ενός τρένου.
Έτρεξε να το προλάβει, αλλά ο σταθμός είχε ήδη αποχωρήσει.
Κυανοπώγων
Αρχαίος,
βαδίζει σκεπασμένος με στάχτες νεκρού πατέρα
το πρόσωπό του ελαστική μεμβράνη
τα χαρακτηριστικά συνέχεια αλλάζουν
όμως αυτή τον αναγνωρίζει
απ’ τη γενειάδα που παραμένει κυανή.
Φορά γούνινο παλτό
που στάζει αίμα και χιόνι λευκό.
Σ’ ένα μενταγιόν-κλειδί κρέμεται στο λαιμό
η φωτογραφία της μητέρας του.
Μ’ αυτό η γυναίκα κρυφά θα ξεκλειδώσει
την απαγορευμένη κάμαρα
όπου ο άντρας κρύβει τα πολύτιμα οστά της μάνας.
Τότε αυτή θα γεννήσει παράξενα, παραμορφωμένα μωρά
φουσκωμένα από μελάνι.
Έτσι θα εκπληρωθεί και των δυο η αποστολή.
Αυτός τη στραγγαλίζει και αυτή γράφει.
Οπότε βγαίνουν και οι δύο κερδισμένοι.
Διάθλαση
Όπως το φως μέσα στο πρίσμα
έτσι ύπουλα διαθλάται αυτός
μέσα στη γραφή της.